Έντυπη Έκδοση

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Παράδοξη ουτοπία

Από την παράσταση του Μπρόντγουέι Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων Από την παράσταση του Μπρόντγουέι Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων Φώτης Θαλασσινός

Αντάλια

εκδόσεις Οδός Πανός, σ. 250, ευρώ 15

Στην ηλικία των 33 ετών σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Στην ίδια ηλικία φέρονται ως θανόντες ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και πλείστοι άλλοι μεγάλοι της Ιστορίας. Σε αυτή την κομβική ηλικία ο Φώτης Θαλασσινός εκδίδει το πρώτο μυθιστόρημά του, Μάρτιο 2010, ακριβώς έξι χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του, με τη συλλογή διηγημάτων «Μαύρα μαργαριτάρια», που είχε κι εκείνη εκδοθεί μήνα Μάρτιο. Στην ηλικία των 33 ετών, ο ήρωας του μυθιστορήματος πεθαίνει και ανασταίνεται. Προηγουμένως ονειρεύεται έναν ουτοπικό κόσμο, όπου η λέξη εξουσία απουσιάζει. Τη θέση της έχει πάρει το τρίπτυχο προσφορά - τιμιότητα - ήθος. Οταν αφηγείται το όνειρό του στον πιστό του σύντροφο, εκείνος τον ρωτάει πού είναι ο έρωτας στην ουτοπία του. Ο ήρωας, στην ηλικία που ένας άνδρας βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή του, δίνει εμπράκτως την απάντηση, σμίγοντας ερωτικά με έναν ομήλικό του νέο. Με αυτήν την κορυφαία και καταληκτική στο μυθιστόρημα πράξη η ουτοπία της ιδανικής πολιτείας συμπληρώνεται από μια νέα τάξη και στα ερωτικά ζητήματα. Γιόχαν είναι το όνομα του ήρωα και Εμμανουήλ του συντρόφου του, ενώ το μελλοντολογικό όραμά του δείχνει χριστιανικής εμπνεύσεως. Μακράν, ωστόσο, κάθε ψόγου για ύβρι προς τα θεία βρίσκεται ο συγγραφέας, καθώς παίζει δολίως και εντέχνως με μυθοπλαστικά κάτοπτρα και προσωπεία.

Ο Θαλασσινός, με πρώτη ύλη τα προσωπικά του στοιχεία και βιώματα, πλάθει τον ήρωά του, που είναι, ταυτόχρονα, και ο συγγραφέας ενός βιβλίου, το οποίο αποτελεί το κυρίως μέρος του δικού του μυθιστορήματος. Τριμερές το μυθιστόρημα, όπου, στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος, παρατίθεται το εν λόγω βιβλίο, ενώ, στο πρώτο, ο μυθιστορηματικός συγγραφέας παρουσιάζει εαυτόν και το συγκεκριμένο έργο του. Σε λόγια γλώσσα, με εξαγγελτική ορμή, αναφέρεται στο μεγάλο θέμα που ανέκαθεν απασχολεί τον άνθρωπο, τη δυαρχία πίστης και λόγου. Πίστη στον Θεό, στον Σατανά ή και σε οποιαδήποτε άλλη υπερβατική δύναμη, που δηλώνει εσώτερη πεποίθηση και πηγάζει από την καρδιά. Ή ορθός λόγος, που σημαίνει υλιστική αντίληψη του κόσμου και ορίζεται από τον νου. Ομολογεί πως δεν ανήκει στους ορθολογιστές και αναγγέλλει ότι έχει γράψει ένα βιβλίο για το «επέκεινα». Θεόπνευστο βιβλίο, αφού, όπως συμβαίνει στους προφήτες, του αποκαλύφθηκε κατ' όναρ. Σπεύδει, όμως, να διευκρινίσει ότι ο ίδιος είναι αμαρτωλός, οπότε θα πρέπει να αναμένεται μάλλον ένα βιβλίο εωσφορικής πνοής. Μετά αφηγείται το πώς στράφηκε στον χριστιανικό μυστικισμό, αποκαλύπτοντας ότι την ψυχική του αφύπνιση την οφείλει σε ένα βιβλίο που είδε στους πάγκους του πατρικού του βιβλιοπωλείου. Ηταν το βιβλίο του μοναχού Σωφρονίου, κατά κόσμον Σαχάροφ, γραμμένο για τον «γέροντά» του Σιλουανό τον Αθωνίτη. Ανένηψε, ωστόσο, πριν διαβάσει τους λόγους του Αγιορείτη, με το που είδε στο εξώφυλλο τη μορφή του, κυρίως, την «αγγελοκρουσμένη» ματιά του. Λίγο αργότερα, στο ίδιο μέρος, συνέβη η σημαδιακή συνάντηση με τον πρώτο άνθρωπο, που πίστεψε σε αυτόν και του έδωσε τη δύναμη για τη συγγραφή του βιβλίου του. Στεκόταν δίπλα στον ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που βρίσκεται, συμπτωματικά, απέναντι από το βιβλιοπωλείο, όταν ένας περαστικός τον αποκάλεσε Θεό. Μόνο που δεν χρησιμοποίησε το εβραϊκό όνομα Γιαχβέ αλλά το Γιόχαν.

Αυτό το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που φέρει τον τίτλο «Πριν τον μύθο», θυμίζει τον τρόπο που γράφουν για την «αναγέννησή» τους οι πιστοί, από τον «γέροντα» Σωφρόνιο μέχρι τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Μόνο που εδώ αναμειγνύονται γνωστοί λογοτέχνες και στοχαστές, όπως οι Κόντογλου, Πεντζίκης, Ράμφος και Παπαγιώργης. Αυτόν τον τελευταίο ο αφηγηματικός οίστρος τον παρατάσσει δίπλα στον ιερομόναχο Σεραφείμ Ρόουζ, ισοϋψή του Ντοστογιέφσκι και του Νίτσε. Μετά τον πρόλογο, το δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Μύθος», περιγράφει έναν ουτοπικό κόσμο. Υποτίθεται ότι είναι αυτός που επικράτησε μετά τη συντέλεια του σημερινού κόσμου, η οποία τοποθετείται «κοντά στα μέσα του 21ου αιώνα». Ενώ το παρόν της αφήγησης τοποθετείται «στην εποχή των δύο πόλεων», όπως αποκαλείται, αφού έχουν απομείνει μόνο δύο πόλεις, μία σε κάθε ημισφαίριο της Γης. Δεν διευκρινίζεται πόσα χρόνια ή και αιώνες έχουν περάσει από τον αφανισμό του παλαιού κόσμου. Πρόκειται, πάντως, για έναν κόσμο που μοιάζει με τον σημερινό, κοιταγμένο μέσα από παραμορφωτικό ή και απλώς μεγεθυντικό φακό. Περιγράφεται σαν ένας σταθερός κόσμος, χωρίς πολιτισμικές τριβές και συγκρούσεις. Ταυτόχρονα όμως, είναι μια εποχή άκρατου συντηρητισμού. Οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες, χωρίς να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Η μοναδική αναψυχή τους είναι η περιδιάβαση σε έναν λαβυρινθώδη κήπο.

Ο μυθιστορηματικός συγγραφέας του ουτοπικού κόσμου αντλεί έμπνευση από ποικίλες όσο και αλλότριες πηγές. Οταν διεκτραγωδεί τα κακά του καπιταλισμού, σαν να αντηχούν στίχοι από το γνωστό τραγούδι των Νεγρεπόντη - Λοΐζου, «Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς». Οταν περιγράφει τον κήπο, σαν να ξεδιπλώνεται «ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος. Αλλού δανείζεται εικόνες από αναγνώσματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας και αλλού γράφει με τον τρόπο αγιορείτη γέροντα. Σαν να βρισκόμαστε στην εποχή που εμφανίστηκε ο Αϊνστάιν και ο όσιος Σιλουανός στρεφόταν λάβρος εναντίον της θεωρίας του. Σε αυτές τις περικοπές, το λεξιλόγιο της σύγχρονης Φυσικής επιστρατεύεται κατά τον συνήθη, ασαφήνιστο και συγκεχυμένο τρόπο. Αλλάζει, όμως, η εντύπωση, όταν οι περιγραφές περνούν από τον μακρόκοσμο στον μικρόκοσμο. Γιατί το εντυπωσιακό σε αυτόν τον ουτοπικό κόσμο δεν είναι οι άνθρωποι, που ο μέσος όρος της ζωής τους φτάνει τους τρεις αιώνες, ούτε το άπειρο πλήθος των ζώων, καθώς οι γενετιστές έχουν επαναφέρει απαξάπαντα τα εξαφανισθέντα είδη, αλλά «τα ασπόνδυλα έντομα». Από την πυρφόρα πασχαλίτσα, που αποκαλείται αντάλια, ελληνιστί «έχω τον Θεό για καταφύγιο», και το αλογάκι της Παναγιάς, που κατατρώγει το αρσενικό του, μέχρι το κορυφαίο όλων, τον «νεκροφόρο κάνθαρο».

Μπορεί η σύλληψη του ουτοπικού κόσμου να εμφανίζει κενά και ασυμφωνίες στα επιμέρους χαρακτηριστικά του ή τουλάχιστον έτσι να φαίνεται σε έναν λογοκρατούμενο αναγνώστη, ωστόσο οι περιγραφές των ερειπιώνων του παλαιού κόσμου και των κοιμητηρίων είναι υποβλητικές. Εδώ, ο Θαλασσινός εκμεταλλεύεται τη μυθιστορηματική ευρυχωρία και απλώνει τον προηγούμενο κόσμο των διηγημάτων του. Καταραμένες υπάρξεις, όπως ο άντρας που κουβαλά τον μολυσματικό ιό, και παράξενες ιστορίες, όπως εκείνη της υπεραιωνόβιας γυναίκας που έσμιξε με τη Σελήνη, λαμβάνουν χώρα σε εγκαταλειμμένα αρχοντικά, που στοιχειώνουν δίπλα στη θάλασσα. Ακόμη εντυπωσιακότερες είναι οι σκηνές που εκτυλίσσονται στα νεκροταφεία, αφού ο θάνατος φαίνεται να κυριαρχεί στην ουτοπική πόλη. Αρκετοί συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να συλλάβουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αυτών των τόπων της τελευταίας κατοικίας. Ποιητές και πεζογράφοι, από τον υιό Παπαρρηγόπουλο Δημήτριο και τον Νίκο Βέλμο, που τριγυρνούσαν στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, μέχρι τον Δημοσθένη Βουτυρά και επί των ημερών μας, τη Ζυράννα Ζατέλη. Ουδείς, όμως, στάθηκε τόσο μακάβριος, ώστε να σκηνοθετήσει όσα συμβαίνουν μετά τον ενταφιασμό, κάτω από το χώμα.

Οπως σήμερα, έτσι και στον καιρό της ουτοπικής πόλης τους επιστήμονες δεν τους απασχολεί η θεωρία της σχετικότητας, αλλά πώς θα ορίσουν το φυσικό τέλος του ανθρώπου. Δεδομένου ότι από αυτό εξαρτώνται πλείστα όσα ζητήματα, όπως η εκμετάλλευση των ζωτικών οργάνων και το επιτρεπτό της ευθανασίας. Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, εκεί όπου επιστήμη και τεχνογνωσία σηκώνουν τα χέρια, τη λύση δίνει η μοναδική οσφραντική ικανότητα των σκαραβαίων. Οι περιγραφές όσων συμβαίνουν, όταν τα σαρκοφάγα έντομα εντοπίσουν το λείψανο, συνδυάζουν αγριότητα και τρυφερότητα, δίνοντας μια πρωτότυπη σύλληψη της ανάδυσης ζωής μέσα από τον θάνατο. Επιπροσθέτως, ο μυθιστορηματικός συγγραφέας διατείνεται ότι από τον κόσμο των ασπόνδυλων εντόμων εμπνεύστηκε και την κατάργηση των κομμάτων στο κείμενό του. Επιδίωξή του ήταν να προσδώσει αμφισημία, ακόμη και πολυσημία σε όσες ιδέες διατυπώνει. Εκτός, όμως, από την απουσία κομμάτων, στο διφορούμενο του νοήματος συμβάλλει η ιδιότυπη σύνταξη, που υιοθετεί ο Θαλασσινός και η οποία προσδίδει στην αφήγηση προσωδιακό τόνο.

Τελικά, αν ζητούνταν από έναν λογοκρατούμενο αναγνώστη να χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα, εκείνο που θα του ερχόταν επιγραμματικά στον νου θα ήταν το τρίπτυχο: φιλόδοξο-μακάβριο-ποιητικό. Μπορεί τα επίθετα να φαίνονται ασύμβατα μεταξύ τους, ωστόσο, τουλάχιστον εν μέρει, επιβεβαιώνονται.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ονειρικές γυναίκες με ταγέρ
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και η διαμάχη για τον ανθρωπισμό και τον ορθό λόγο
Φως πάνω από την αγχόνη
Η ζωή και το έργο του Αγγελου Σικελιανού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα: Ιστορικό μυθιστόρημα
Ιστορικό μυθιστόρημα
Η λογοτεχνία και οι άνεμοι της Ιστορίας
Ιστορικό μυθιστόρημα: μια μόνιμη επικαιρότητα
Μύθος σε πλαίσιο ιστορικό
Προβληματισμοί σχετικά με τον όρο «ιστορικό μυθιστόρημα»
Το ιστορικό πρόσωπο ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας
Η διαχείριση του κενού
Ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας ως μυθιστορηματικό πρόσωπο
Πολιτική σε βάθος χρόνου είναι η Ιστορία
Απόψεις για το ιστορικό μυθιστόρημα
Οι αρχές του νεότερου ιστορικού μυθιστορήματος
Αρχαία αναδρομή
Ιστορικό ή όχι, πάντως μυθιστόρημα
«Με τα μαθηματικά είμαστε σε κάποιο βαθμό εξοικειωμένοι»
Ιστορικό μυθιστόρημα για παιδιά
Κριτική βιβλίου
Παράδοξη ουτοπία
Ονειρικές γυναίκες με ταγέρ
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και η διαμάχη για τον ανθρωπισμό και τον ορθό λόγο
Φως πάνω από την αγχόνη
Η ζωή και το έργο του Αγγελου Σικελιανού
Από τις 4:00 στις 6:00
Λουλούδια και τραγούδια
Joe Cocker
Άλλες ειδήσεις
Οι ψυχές των ποιητών