Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Συνταγές

  • Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς

    Οι επικλήσεις μας γίνονται πάντα προς τον προσωπικό μας αγαθοδαίμονα, ο οποίος, όμως, στο τελευταίο κείμενό μας υπήρξε τόσο αγαθός, που νικήθηκε από τον συνήθη δαίμονα του τυπογραφείου. Ετσι, αντί στον πίνακα του Ντελανσάκ να μπει ως λεζάντα Η αυτοθυσία της μάνας, μπήκε Η αθανασία της μάνας.

    Συγχωρήστε μας, έστω και αν η αυτοθυσία και η αθανασία είναι δύο έννοιες αλληλένδετες. Γιατί, μια λάθος αθανασία κι ένας θάνατος, που ως θάνατος ποτέ δεν είναι σωστός, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για θάνατο αθανάτου -ο συγγραφέας μας κατείχε την έδρα «e» στην Ισπανική Βασιλική Ακαδημία-, έρχονται να δικαιώσουν τη λαϊκή σοφία που λέει, σαν να μας κρούει τον κώδωνα: Αθάνατοι πολλοί, απέθαντος ουδείς!

    «[...] Ολα έγιναν αστραπιαία. Τα χέρια του παιδιού ατόνησαν και η αιχμή της λόγχης, πέφτοντας, χώθηκε μέσα στη λάσπη. Ο Ρατέρο απομακρύνθηκε φυσώντας και ξεφυσώντας· τότε, το παιδί από το Τορεθιγιόριγο προχώρησε προς τον Νίνι παραπατώντας, τρεκλίζοντας, με γουρλωμένα τα μάτια και, στην προσπάθειά του να μιλήσει, ένας αφρός από αίμα του έκοψε τη μιλιά. Εμεινε ακίνητο για μερικά δευτερόλεπτα, τραμπαλίστηκε και, τελικά, έπεσε στο δεξί πλευρό κι έκλεισε τα μάτια σαν να αναπαυόταν. Τινάχτηκαν και τα πόδια του δυο-τρεις φορές μηχανικά. Επειτα του ήρθε νέος εμετός, και σαν να ήθελε να τον εμποδίσει, έστρεψε αργά το πρόσωπό του κι έκρυψε τα χαρακτηριστικά του στον βούρκο.

    Ο Νίνι σήκωσε τρομαγμένα τα μάτια προς τον Ρατέρο, όμως αυτός, φυσώντας και ξεφυσώντας ακόμα, πλησίασε στο πτώμα κι έβγαλε τη σιδερένια λόγχη του. Υστερα κατευθύνθηκε εκεί όπου τα σκυλιά καβαλιόντουσαν, έπιασε τον Λουθέρο από τον σβέρκο και τον ξεχώρισε από τη Φα. Το ζώο προσπάθησε μάταια να του δαγκώσει τον καρπό, ολοένα και πιο μανιασμένο· ο Ρατέρο του έδωσε τρεις μαχαιριές στην καρδιά χωρίς οίκτο και, στο τέλος, πέταξε το κουφάρι του πάνω στο πτώμα του παιδιού. [...]

    Επιστρέφοντας ο θείος Ρατέρο κοντά στον Νίνι, έξι κοράκια εμφανίστηκαν ξαφνικά να πετάνε πολύ ψηλά πάνω από το Πεθόν δε Το ρεθιγιόριγο. Το παιδί κοίταξε τον Ρατέρο, που λαχάνιαζε ακόμα, και ο Ρατέρο είπε εν είδει απολογίας:

    -Τα ποντίκια είναι δικά μου. [...].

    Το παιδί σηκώθηκε και τίναξε τα οπίσθιά του. Τα σκυλιά περπατούσαν κατάκοπα πίσω του[...].

    Πέρα από τον λόφο φάνηκε να επιπλέει το καμπαναριό της εκκλησίας και γύρω του άρχισαν να αναδύονται, λίγο λίγο, τα γκριζωπά σπίτια του χωριού, με το περίγραμμά τους χαμένο μες στην καταχνιά».*1

    «-Καλησπέρα, πατέρα, - είπε, πλησιάζοντας στο κεφαλάρι του κρεβατιού.

    Εμεινε καρφωμένος εκεί, ακίνητος, να περιμένει. Ομως ο Τρίνο δεν έδειχνε να καταλαβαίνει και το παιδί ανοιγόκλεισε τα μάτια του ψελλίζοντας, μέσα σε πλήρη σύγχυση. Ισα που διέκρινε τον πατέρα του, με την πλάτη στο παράθυρο· το πρόσωπό του ήταν ένα παιχνίδι σκιών αδύνατον να αποκρυπτογραφηθεί. Κυριαρχούσε, ωστόσο, η μεγάλη μάζα του επαληθεύοντας το βάρος πάνω στο στρώμα. Η γύμνια του δεν τον ενοχλούσε. Ο Τρίνο του είχε πει πριν από δύο καλοκαίρια: Ολοι οι άντρες είμαστε ίδιοι. Και τότε, για πρώτη φορά, ξάπλωσε γυμνός στο κρεβάτι και ο Σεντερίνες δεν σάστισε παρά από το σκοτεινό μυστήριο των τριχών. Δεν είπε τίποτα ούτε ρώτησε τίποτα γιατί διαισθανόταν ότι όλο αυτό, όπως και η ανάγκη για δουλειά, ήταν στοιχειωδώς ζήτημα χρόνου. Τώρα περίμενε, όπως και τότε, και μάλιστα καθυστέρησε για λίγο να ανάψει το φως· το άναψε όταν πείστηκε πως ο πατέρας του δεν είχε τίποτα να του πει. Πάτησε τον διακόπτη και, μόλις το δωμάτιο φωτίστηκε, στο παράθυρο κατέβηκε η νύχτα. Τότε γύρισε και διέκρινε το ατάραχο και μηχανικό βλέμμα του πατέρα· τα μάτια του γουρλωμένα και γυάλινα. Ηταν ακίνητος σαν φωτογραφία. Από τα χείλη, παθητικά σφιγμένα, έτρεχε μια γραμμούλα σάλιο, που πλάι της κάθονταν δυο μύγες. Μια άλλη μύγα ερευνούσε εκ του ασφαλούς τις οπές της μύτης του. Ο Σεντερίνες κατάλαβε ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός, γιατί δεν είχε φταρνιστεί. Αγαρμπα, μηχανικά, έκανε πίσω πίσω, ώσπου ένιωσε την πλάτη του να χτυπάει στην πόρτα. Και τότε επανήλθε στην πραγματικότητα. Κι έμεινε ακίνητος, αναποφάσιστος, να κοιτάζει, χωρίς να ανοιγοκλείνει βλέφαρα, το γυμνό πτώμα. Επειτα από λίγο, πατώντας αργά αργά πάνω στα χνάρια του, ξαναπλησίασε, σήκωσε το χέρι κι έδιωξε τις μύγες, προσέχοντας μην ακουμπήσει τον πατέρα του. Μια μύγα ξαναγύρισε στο πτώμα και το παιδί την ξανάδιωξε. Ακουγε με ασφυκτική επιμονή τον χτύπο του Κεντρικού Υδροηλεκτρικού Σταθμού και ήταν πολύ παράδοξος αυτός ο χτύπος πάνω σε ένα νεκρό σώμα. Για τον Σεντερίνες σήμαινε μεγάλο κόπο η σκέψη· στην κυριολεξία τον εξουθένωνε η σκέψη τής επιτακτικής ανάγκης να σκεφτεί. Δεν ήθελε να νιώσει φόβο ούτε έκπληξη. Εμεινε για μερικά λεπτά γαντζωμένος από τα σιδερένια πόδια του κρεβατιού, ακούγοντας μόνο τη δική του ανάσα. Ο Τρίνο πάντα σιχαινόταν να τον βλέπει να φοβάται και παρόλο που ποτέ στη ζωή του ο Σεντερίνες δεν προσπάθησε να τον ευχαριστήσει, τώρα το ήθελε γιατί ήταν το μόνο που μπορούσε να του δώσει. Για πρώτη φορά στη ζωή του, το παιδί ένιωθε αντιμέτωπο με μια ευθύνη και προσπαθούσε να δει στα τρελαμένα εκείνα μάτια, στα τρομαχτικά ασάλευτα χείλη, τα γνώριμα χαρακτηριστικά. Ξαφνικά, μέσα από τις καλαμιές στην άκρη του δρόμου άρχισε να τραγουδάει ένα τριζόνι και το παιδί τρόμαξε, παρόλο που το τραγούδι των τριζονιών συνήθως τον ευχαριστούσε. Ανακάλυψε στα πόδια του κρεβατιού τα ρούχα του πατέρα του και βλέποντάς τα του ήρθε η ακατάσχετη επιθυμία να τον ντύσει. Ντρεπόταν να τον έβλεπαν έτσι οι άνθρωποι του χωριού το πρωί. Εσκυψε στα ρούχα και η θερμότητά τους τον συγκλόνισε. Οι κάλτσες ήταν υγρές και τρύπιες, διατηρούσαν ακόμα το ίχνος του ζωντανού ποδιού, όμως το παιδί πλησίασε στο πτώμα, με τα μάτια ελαφρώς τρομαγμένα, και δειλά δειλά του τις φόρεσε. Τώρα ένιωθε στο στήθος δυνατούς τους χτύπους της καρδιάς, όπως όταν είχε πυρετό. Ο Σεντερίνες απέφευγε να περιφέρει το βλέμμα στο γυμνό σώμα. Μόλις είχε ανακαλύψει πως βουτώντας με τα μούτρα στον φόβο, κλείνοντας τα μάτια και σφίγγοντας τα χείλη, ο φόβος έφευγε μακριά σαν φοβητσιάρικο σκυλί».2

    «Αλλά, δεν. Σαν δαρμένο σκυλί πήγαινε πίσω της η Ντοροτέα: Ή του ανοίγετε τα μάτια ή του βγάζετε τα γυαλιά του κυρίου μου. Μου λέτε σε τι του χρησιμεύουν τα γυαλιά με τα μάτια κλειστά; Οι μπόγοι σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών και τέντωναν τους λαιμούς τους: Κοίτα με, Μάριε! Είμαι μόνη! Πάλι μόνη! Ολη μου τη ζωή μόνη! Κατάλαβες; Τι έχω κάνει, Κύριε, για να αξίζω τέτοια τιμωρία; Και οι μπόγοι έβραζαν και σιγοψιθύριζαν: Ποια είναι τούτη; Τι επίπεδο είναι αυτό; Σαν ερωμένη κάνει. Απ' ό,τι φαίνεται είναι η νύφη του. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Η Ενκάρνα ήταν γονατιστή και, με κάθε φράση της, άδειαζε όλο τον αέρα από τους πνεύμονές της. Να τα κλείσει τελείως, ίσως είναι προτιμότερο. Μάνα μου, τι φωνές! Η Κάρμεν δεν ήξερε τι να κάνει. Εντάξει, ευχαριστώ. Ταλαντευόταν: Τι ντουμάνι! Του έβγαλε τα γυαλιά. Μάλλον έχεις δίκιο, κοπέλα μου. Δεν πάνε. Ο Μάριος δεν ήταν πια εκεί. Ηταν στο βιβλίο και στη μαύρη μπλούζα όπου ξεχείλιζαν τα επιθετικά βυζιά της, μη μου πεις, Βαλεντίνα, το στήθος μου είναι σκέτη ντροπή, δεν είναι στήθος χήρας, και στο μαύρο περίγραμμα του κηδειόσημου που τύπωσε ο Πίο Τέγιο, ίσως και στην εκκλησία, δεν πρόλαβε ούτε να εξομολογηθεί, φαντάσου τι φρίκη! Ο Αντόνιο, ο διευθυντής, έφυγε από την παρέα και πήγε κι έπιασε την Ενκάρνα από τις μασχάλες. Εκείνη τραβιόταν. Πάλεψαν. Βοηθήστε με. Πρέπει να την πάρω από δω. Τούτη η γυναίκα έχει πολύ επηρεαστεί. - Τι ντροπή! Λες και η χήρα είναι αυτή! Οτι η Ενκάρνα, από τότε που πέθανε ο Ελβίρο, έτρεχε πίσω του, δεν μπορεί κανείς να μου το βγάλει από το μυαλό. Τελικά τη σήκωσαν. Ο Λουίς την έβγαλε από το δωμάτιο και η Εστέρ τον βοήθησε να της κάνει μια ένεση. Επειτα κάλεσαν ταξί από το τηλέφωνο και την πήγαν στο σπίτι της Τσάρο. Ο Βιθέντε έφυγε μαζί τους. Σιγά σιγά, η Κάρμεν άρχιζε να νιώθει χήρα. Συλλυπητήρια. Πρόσεχε τον εαυτό σου, Κάρμεν, τα μικρά σε χρειάζονται. Ανοίχτε μια χαραμάδα, έστω· δεν μπορούμε ν' ανασάνουμε εδώ μέσα. Οι μπόγοι μπαινόβγαιναν. Η Κάρμεν έσφιγγε πότε χαλαρά χέρια και πότε νευρικά. Εγερνε το κεφάλι πρώτα αριστερά και, κατόπιν, δεξιά και φιλούσε τον αέρα, το κενό, την αβεβαιότητα. Ευχαριστώ, αγαπητή μου, δεν ξέρεις πόσο πολύ σε ευγνωμονώ».3

    «Δεν με βασάνιζε τις μέρες αυτές η αγωνία μήπως αισθανθώ την ασφυκτική προστασία της μακρόστενης και μαύρης σκιάς κάποιου κυπαρισσιού. Το θαύμα κάποιας μεταμόρφωσης είχε δουλέψει και φανταζόμουν ότι το ίδιο που θαύμασα μια μέρα στο πάρκο κάποιας μακρινής πόλης συνέβαινε τώρα στην καρδιά μου. Θαύμασα πώς είχε βλαστήσει ένας σπόρος πεύκου στη σχισμή ενός φοίνικα. Τώρα εκτίθετο αυτό σαν φυτικό φαινόμενο, σαν ένα είδος τέρατος με δυο κεφάλια ή σαν αναπαράσταση του διμέτωπου προσώπου ενός θεού Ιανού. Πάνω στον κορμό του κυπαρισσιού που σκίαζε την καρδιά μου, η Τζέιν είχε εναποθέσει με τον ίδιο τρόπο έναν διαφορετικό σπόρο που είχε ριζώσει και ανθίσει κάτω από τον ουρανό των σταθερών φροντίδων της.

    Ενιωσα με αυτό να μετριάζεται ο φόβος μου προς τον θάνατο που μας περιτριγυρίζει. Ηξερα ότι με το πέρασμα του χρόνου ο ένας από τους δυο μας θα χρειαζόταν να θάψει τον άλλον, αλλά δεν υπερέβαλλα την πιθανή αυτή πραγματικότητα, αντίθετα, την αποδεχόμουν ως επιβεβλημένη από τους φυσικούς νόμους που απαιτούν την αποποίηση, την απελευθέρωση της αγάπης πριν τη μετάβαση σε μια καινούρια μη επίγεια ζωή. Είχα καταφέρει, τελικά, να τοποθετηθώ στο ομόψυχο επίπεδο της σχετικότητας του πόνου απομακρυνόμενος από το άγονο πεδίο της απόλυτης θυσίας και της τρομακτικής εγκεφαλικής επεξεργασίας της. Το πάθος μου για την Τζέιν ήταν σαν το αντίβαρο στη στρυφνή διάθεσή μου, στην εσφαλμένη ιστορία μου, σε αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ως το προσωπικό μου πιστεύω σε θεμελιώδεις αρχές. Αντιλαμβανόμουν τώρα ότι είναι λάθος στη ζωή να οδηγείσαι μόνο από τον εγκέφαλο· γιατί στην εσωτερική ζωτικότητα, όπως και στην εξωτερική, όπως και σε αυτήν του κόσμου στον οποίο κινούμαστε, όλα πρέπει να βασίζονται στο κριτήριο της αναλογίας και της ισορροπίας· γιατί ό,τι η χρήση έχει ανθρώπινο, το έχει απάνθρωπο η κατάχρηση, η υπερβολή και η δυσαναλογία. Είχα καταλήξει στην αρμονική αυτή σύμπτωση από το μέρος στο όλον, από τον εαυτό μου στον περιβάλλοντα κόσμο. Σπάνια πια με τρόμαζαν οι ανησυχητικές παραστάσεις που σχεδίαζε η φαντασία μου στη λευκή οθόνη ενός απρόβλεπτου μέλλοντος. Κι αν μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, φρόντιζα να οδηγήσω το νοσηρό ρεύμα προς μια κανονική και ανθρώπινη εκβολή, απόλυτα βολική. Μέχρι σήμερα βάδιζα στα σκοτάδια, έλεγα, γιατί κανένας δεν μου έμαθε πριν να βλέπω το φως· αλλά τώρα που το ξέρω δεν θα το εγκαταλείψω όσο ο Θεός δεν μου το απαιτεί».4

    «-Ηρεμα, χαθιντοσανχοσέ, μην κουνιέστε. Είναι μια τυπική εξέταση· θα τελειώσουν αμέσως. Ευτυχώς φτάσαμε εγκαίρως. Ποιος να φανταζόταν ότι το αμερικανικό υβρίδιο θα είχε τέτοια εξέλιξη;

    Ο χαθίντο προσπαθεί να απαντήσει, αλλά νιώθει σαν κάτι να του έχουν κολλήσει στο στόμα, επάνω και κάτω, έτσι που ούτε το σχήμα της γλώσσας ούτε του ουρανίσκου να μπορούν να προφέρουν λόγια και, κατόπιν αυτού, υποχωρεί. Οι γιατροί τού ανοίγουν τα πόδια τώρα και τον ακουμπούν στα μέλη του, όμως ο χαθίντο δεν αισθάνεται την παραμικρή αιδώ, αφήνεται, και ο μεγαλύτερος στην ηλικία γιατρός γυρνάει προς τον Δαρίο Εστέμπαν με έναν μορφασμό θαυμασμού και του λέει:

    -Θεέ μου! Είναι ένας εξαιρετικός επιβήτορας για προβατίνες.

    Επειτα δίνει στον χαθίντο ένα φιλικό χαστουκάκι στον πισινό και προσθέτει:

    -Ετοιμος!

    Ο χαθίντο πηδάει από το τραπέζι στο δάπεδο με τα τέσσερα, τρέχει χωρίς να ξαφνιαστεί από τον πλατύ διάδρομο που χωρίζει το φράχτη σαν αντιπυρική ζώνη και βγαίνει στο φως. Στον δρόμο είναι σταματημένο το βυσσινί αυτοκίνητο, και λίγο πιο μακριά, μέσα στα θυμάρια και στη χλόη, το κοπτικό βαμμένο κόκκινο με το ξενικό όνομα κάτω από το μοτέρ. Πλάι, ο Σεραφίν καπνίζοντας. Περνάει από μπροστά του (από τον Σεραφίν) ο χαθίντο, χωρίς να τον χαιρετήσει. Ο χαθίντο έχει ήδη ξεχάσει την ιατρική εξέταση. Απλώς αισθάνεται τον ήλιο να πέφτει πάνω του, την αύρα του βουνού, την ευωδιά του θυμαριού και του δενδρολίβανου, μια ευχάριστη αίσθηση πατώντας τα χαλιά της χλόης, τα συρίγματα των πουλιών, τιιτ-τσιπ-πιου-πίου, και τον φλοίσβο του ρυακιού που γλείφει τις ιτιές, τσουάπ-τσουάκ, τα αντικείμενα γύρω (γκρεμισμένος μύλος, κυψέλες, βάτα, δρυς) χωρίς αντικείμενο. Αλλά τίποτε απ' όλα αυτά δεν του λέει κάτι, δεν του ξυπνάει μια επιθυμία, δεν τον διεγείρει. Απλώς του ενισχύει την ιδέα ότι είναι ζωντανός· ότι είναι. Ξαφνικά διακρίνει στην απέναντι πλαγιά μια όαση αγριάδας και, χωρίς να το σκεφτεί, αρχίζει να τρέχει τον κατήφορο. Καθώς τρέχει, ακούει ένα κοντινό κουδούνισμα, τιν-τιν-τιν, και σταματάει για να εξακριβώσει την προέλευσή του, μπρος στην υποψία ότι τον ακολουθούν, και, διαπιστώνοντας πως όχι (ότι δεν τον ακολουθούν), συνεχίζει να κατεβαίνει, ολοένα και πιο ανυπόμονος, και, όπως τρέχει, αντιλαμβάνεται ότι αυτό που κρέμεται από τον λαιμό του δεν είναι ένα μενταγιόν, αλλά ένα κουδουνάκι και ότι δεν το κρατά (το κουδουνάκι) αλυσίδα, αλλά ένα άκαμπτο πέτσινο περιλαίμιο, και με κάθε πηδηματάκι, μέσα στις χωμάτινες μπάλες και στα λιθάρια, ηχεί το αρμονικό κουδούνισμα (αυτό του κουδουνιού), τιν-τιν-τιν, και η μουσική αυτή συνοδεία τον εμψυχώνει και τον γαληνεύει, και ο χαθίντο νιώθει ευτυχισμένος που ξέρει να προκαλεί αυτόν τον ήχο, και διεγερμένος από αυτό (και από την όαση της αγριάδας) πηδάει επιδέξια πάνω από το νερό του ρυακιού (παίρνοντας φόρα με τα πόδια και πέφτοντας στην απέναντι όχθη με τα χέρια, που του έχουν μικρύνει και σκληρύνει σαν δυο ροζιασμένα κουλά) και αντιλαμβάνεται τώρα πως, σκαρφαλώνοντας προς τα πάνω την πλαγιά, μέσα από βελανιδιές, αγκάθια και πουρνάρια, ούτε κουράζεται ούτε γλιστράει ούτε πληγώνει τα γυμνά του άκρα, αλλά ότι αυτός είναι ο τρόπος του, και με το που φτάνει στη νησίδα της αγριάδας, στέκεται, σκύβει το κεφάλι χάμω, αμέσως όμως θυμάται τον Δαρίο Εστέμπαν και παρόλο που του τρέχουν τα σάλια (γιατί το στόμα του έχει γεμίσει) συγκρατείται, σκαρφαλώνει σε έναν κοντινό βράχο και από ψηλά τον διακρίνει (τον Δαρίο Εστέμπαν) στην αντίθετη πλαγιά, μαζί με τους γιατρούς κοντά στο βυσσινί αυτοκίνητο, μπροστά από τον Σεραφίν και το κόκκινο κοπτικό, και θέλει να του φωνάξει: Ει! Είμαι εδώ, Δαρίο Εστέμπαν, μην ανησυχείς, κατεβαίνω αμέσως!, θέλει να του φωνάξει, και προσπαθεί να προσαρμόσει τη γλώσσα σε αυτή την επιδίωξη και ανοίγει το στόμα (ο χαθίντο), αλλά φωνάζει απλώς:

    -Μπεεεεεεεεεέ!

    Και η κοιλάδα επαναλαμβάνει στη στιγμή:

    -Μπεεεεεεεεεέ!»5

    Οχι! Το αρνάκι που έχουμε φυλάξει από το Πάσχα στην κατάψυξη, δεν βελάζει. Γι' αυτό θα το βάλουμε στη γάστρα, πάνω σε αγριάδα που θα βρούμε στα μαγαζιά που πουλάνε βότανα, θα κάνουμε με το μαχαίρι τρύπες στο ψαχνό που θα τις γεμίσουμε με χοντρό αλάτι και κόκκους μαύρου πιπεριού, θα το αλείψουμε με μέλι, θα το πασπαλίσουμε με θυμάρι και δεντρολίβανο και θα το ψήσουμε σε μέτριο φούρνο για δύο ώρες περίπου. Επειτα, θα το γαρνίρουμε με ό,τι ρύζι έχουμε και με πράσινη σαλάτα της αρεσκείας μας.

    Και όταν ξαναγυρίσουμε στα βιβλία μας, μ' ένα ποτηράκι μπράντι θα ευχηθούμε: Καλό κυνήγι, δον Μιγκέλ Ντελίμπες!6

    *Η μετάφραση των αποσπασμάτων δεν πρέπει να εκληφθεί ως οριστική.

    1. Las ratas, 1962, από τον τόμο: Miguel Delibes, Castilla como problema, DESTINO, Βαρκελώνη (2001)

    2. La mortaja, από τον τόμο: Miguel Delibes, Siestas con viento sur, DESTINO, Βαρκελώνη (1957)

    3. Miguel Delibes, Cinco horas con Mario,1966, DESTINO, Βαρκελώνη (1996)

    4. Miguel Delibes, La sombra del cipreιs es alargada, 1947, DESTINO, Βαρκελώνη (1948)

    5. Parabola del naufrago, 1969, από τον τόμο: Miguel Delibes, Nuevas formas narrativas, DESTINO, Βαρκελώνη (2003)

    6. Τα έργα του Ντελίμπες που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι τα εξής δύο:

    α) Οι αθώοι άγιοι [Los santos inocentes, 1981], μτφρ.: Δέσποινα Μάρκου, εκδ. Γκοβότση (2001).

    β) Ο αιρετικός [El hereje, 1998], μτφρ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. opera (2003).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα: Ιστορικό μυθιστόρημα
Ιστορικό μυθιστόρημα
Η λογοτεχνία και οι άνεμοι της Ιστορίας
Ιστορικό μυθιστόρημα: μια μόνιμη επικαιρότητα
Μύθος σε πλαίσιο ιστορικό
Προβληματισμοί σχετικά με τον όρο «ιστορικό μυθιστόρημα»
Το ιστορικό πρόσωπο ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας
Η διαχείριση του κενού
Ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας ως μυθιστορηματικό πρόσωπο
Πολιτική σε βάθος χρόνου είναι η Ιστορία
Απόψεις για το ιστορικό μυθιστόρημα
Οι αρχές του νεότερου ιστορικού μυθιστορήματος
Αρχαία αναδρομή
Ιστορικό ή όχι, πάντως μυθιστόρημα
«Με τα μαθηματικά είμαστε σε κάποιο βαθμό εξοικειωμένοι»
Ιστορικό μυθιστόρημα για παιδιά
Κριτική βιβλίου
Παράδοξη ουτοπία
Ονειρικές γυναίκες με ταγέρ
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και η διαμάχη για τον ανθρωπισμό και τον ορθό λόγο
Φως πάνω από την αγχόνη
Η ζωή και το έργο του Αγγελου Σικελιανού
Από τις 4:00 στις 6:00
Λουλούδια και τραγούδια
Joe Cocker
Άλλες ειδήσεις
Οι ψυχές των ποιητών