Έντυπη Έκδοση

Ξεφυλλίζοντας την Ιστορία μας

Μέλαινα πατρίδα

Θανάσης Σκρουμπέλος

μαύρος Μακεδών

εκδόσεις Τόπος, σ. 300, ευρώ 14,13

Παραμυθιασμένοι και άλλοι που πατούν γερά στη γη, καιροσκόποι και οραματιστές, δίκαιοι και άδικοι, αναζητούν στη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα τα θεμέλια πάνω στα οποία προσδοκούν να στήσουν μια μεγάλη πατρίδα. Ο Θανάσης Σκρουμπέλος ενορχηστρώνει στο μυθιστόρημά του ένα «πανηγύρι της φρίκης», όπου πρωτοστατεί ένας ετερογενής, πολυφωνικός θίασος, ο οποίος απηχεί μέσα από ποικίλες γλωσσικές επιμειξίες και στοχεύσεις τη συνθετότητα της «μακεδονικής σαλάτας», το εκρηκτικό της μείγμα, που μέσα του οι πρώτες ύλες έχουν χάσει διά παντός την αρχική υφή τους. Η αφήγηση διαδραματίζεται το 1904 στο βιλαέτι του Μοναστηρίου και εκδιπλώνεται από τρεις φωνές ενός Κρητικού, του Μανώλη, ενός Βουλγάρου, του Στόγιαν, και από εκείνη του μαύρου Μακεδόνα, του Σελήμ, τέκνου μιας Θεσσαλονικιάς με κρητικές ρίζες και ενός Οθωμανού καδή. Οι τρεις αφηγητές εναλλάσσονται σε κάθε κεφάλαιο και, όπως αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου, οι αφηγήσεις τους προέκυψαν από την επεξεργασία του αυτοβιογραφικού χειρογράφου του Σελήμ, το οποίο ο ίδιος είχε τιτλοφορήσει «Μαύρος Μακεδών». Ο Σελήμ μολονότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στις σελίδες, αποδεικνύεται ο πιο ευάλωτος και ανοχύρωτος χαρακτήρας, καθώς αργεί να συνειδητοποιήσει πως τα προσωπικά του αγαθά κίνητρα ήταν αμελητέα μπροστά στους υπόγειους διπλωματικούς σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων. Αφόρητα ονειροπόλος και ιδεαλιστής, έχοντας μόλις φύγει από την εφηβεία, δεν διανοείται ότι τη μυθική πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σταθερή παρουσία στις επικές του φαντασιώσεις, θα χαράξουν σύνορα, που για να «στεριώσουν χρειάζεται αίμα». Από την Αλεξάνδρεια θα φτάσει στη Μακεδονία, συνεπαρμένος από το ταξίδι στην ελληνική γη, έχοντας ήδη ξεχάσει την προειδοποίηση της μητέρας του πως «οι Ελληνες δεν είναι έτσι όπως τους γράφουν τα παλιά βιβλία». Δεν θα λάβει υπόψη του ούτε αυτό που του έλεγε ένα βιβλίο, πως οι Ελληνες μπορεί να έχουν την ιστορία με το μέρος τους, «αλλά η ιστορία δεν είναι τουφέκι».

Στο προλογικό του σημείωμα ο Σκρουμπέλος αποκαλύπτει τον γόρδιο δεσμό της μυθοπλασίας, τις άδηλες συνδέσεις μεταξύ των τριών προσώπων, που καταλήγουν θρυαλλίδα του πεπρωμένου τους. Το σημείο όπου τέμνονται οι ζωές τους είναι ένας φόνος, ο φόνος ενός Κρητικού οινοπαραγωγού, του Σταυρακάκη, παππού του Σελήμ και ευεργέτη της οικογένειας του Στόγιαν, από τους κομιτατζήδες. Ο Στόγιαν είχε απορρίψει από νωρίς τα χιμαιρικά, όπως τα έβλεπε, ιδεώδη των γονιών του, οι οποίοι υποστήριζαν το αναρχοσοσιαλιστικό βουλγαρικό κίνημα και φαντασίωναν τα Βαλκάνια «πυρπολημένα από τις κόκκινες ιδέες τους», και είχε αρχίσει να συμμετέχει ενεργά στα πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων, που εντάθηκαν μετά την προσάρτηση της Ρωμυλίας στη Βουλγαρία. Ο Στόγιαν πίστευε πως υπηρετούσε έναν ιερό σκοπό, το όραμα μιας μεγάλης πατρίδας, αλλά αγνοούσε πως ακόμα και αν ήταν διατεθειμένος να χύσει αίμα γι' αυτή την ύψιστη υπόθεση, η συνείδησή του κάποτε θα αντιδρούσε και θα γινόταν διώκτης του. Ο Στόγιαν είχε συνεργήσει στη δολοφονία του Σταυρακάκη, προδίδοντας τον ευεργέτη του, μία προδοσία από τις πολλές που θα τον επιβαρύνουν στη συνέχεια της μυθιστορηματικής ζωής του. Αλλωστε ήταν ήδη προδότης του πατέρα του, καθώς δεν είχε διστάσει να παραδώσει στον επίτροπο της οργάνωσης τα ονόματα των παλιών του συντρόφων. Είναι ενδιαφέρουσα η βαθμιαία συντριβή του νεαρού Βουλγάρου, ο οποίος βλέπει τη μαχητικότητά του ολοένα να λιγοστεύει, ενόσω εκείνος ανακαλύπτει πως έχει μεταλλαχθεί σε ένα χέρι που «έδειχνε στον χάρο» αγαπημένα του πρόσωπα. Δεσμώτης των τύψεων, αποζητά εναγωνίως δικαιολογίες του αίματος, αλλά κανένα ψεύδος δεν μπορεί να τον αθωώσει. Εκείνος που τις στιγμές της πιο ξέφρενης αυτοπεποίθησης διατεινόταν πως «για τις μεγάλες ιδέες πρέπει πάντα να κάνεις πέτρα την καρδιά σου», στο τέλος του μυθιστορήματος γίνεται ράκος από τη μεταμέλεια, όλος μια πληγή, επειδή ακριβώς η καρδιά του, που δεν κατάφερε να πετρώσει, οίμωζε για τις αμαρτίες του.

Ενας νεαρός αγριμοκυνηγός, κάπου στον Ψηλορείτη, εγκαταλείπει προσωρινά τα άγρια τοπία της γενέτειρας και κατευθύνεται προς τη Μακεδονία, στο Μοναστήρι, για να εκδικηθεί τον θάνατο του Σταυρακάκη, μακρινού συγγενούς του. Ο θείος του, ο δάσκαλός του στην τέχνη της εξόντωσης αγριμιών, υπήρξε στο παρελθόν ερωτικός σύντροφος της μητέρας του Στόγιαν και ήταν εκείνος που τη σύστησε στον Σταυρακάκη. Ο ίδιος θα καεί μαζί με την παλιά του αγαπημένη, καθώς οι Κρητικοί πίστευαν πως αυτός είχε ανοίξει «την πόρτα στη συμφορά». Ο ανιψιός του, ο Μανώλης, φτάνει ύστερα από ένα μαρτυρικό οδοιπορικό στη Μακεδονία, όπου συμπτώσεις που μοιάζουν προκαθορισμένες, τον φέρνουν ενώπιον ενός νέου άνδρα, του μαύρου Μακεδόνα. Ο Σελήμ, που καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου καλπάζει στις ονειροφαντασίες του στον ρυθμό του Βουκεφάλα, φωνάζοντας την ελληνικότητά του, διάτορη κάτω από το παραπλανητικό χρώμα του δέρματός του, πείθει τελικά τους Κρητικούς για το κοινό εθνικό τους φρόνημα και ενσωματώνεται στην ομάδα του Μανώλη. Κοντά τους ασκείται στην τεχνική του κλεφτοπόλεμου με τον κρητικό τρόπο, «αγριμοκυνηγήσια και ανωπολίτικα». Η καθημερινή του εκπαίδευση στις λαβές τής πάλης σώμα με σώμα, στους σχηματισμούς άμυνας και επίθεσης, στους περίπλοκους ελιγμούς, του δημιουργεί την εντύπωση, ονειροπαρμένος γαρ, πως έχει εισχωρήσει στο στράτευμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στόχος της αντάρτικης ομάδας των Κρητικών είναι η δολοφονία του Στόγιαν, ως αντίποινα για τον θάνατο του Σταυρακάκη, και ταυτόχρονα ο εντοπισμός της ωραίας Ελένης, μιας Ελληνίδας δασκάλας από τη Φιλιππούπολη, την οποία είχε απαγάγει ένας στυγερός κομιτατζής, συνεργάτης του Στόγιαν, και σκόπευε να την παντρευτεί, αλλά ο πολυπόθητος γάμος έμελλε να καταλήξει, με τη συνεργία των Κρητικών, ματωμένος. Στην επιχείρηση αρπαγής της ωραίας Ελένης από τα χέρια των Βουλγάρων συμμετέχει και ο Στόγιαν, ζητώντας με αυτή την ύστατη προδοσία εξιλέωση.

Μετά τις επιτήδειες μεθοδεύσεις του Σκρουμπέλου, τα αποτελέσματα των οποίων προοικονομούνται σε κρίσιμα σημεία του βιβλίου, οι τρεις ήρωες, διανύοντας διαμετρικά αντίθετα μονοπάτια, διασταυρώνουν τις επιδιώξεις τους, με επισφράγιση μια πολύ δυνατή σκηνή, όπου ο Μανώλης προστάζει τον Σελήμ να σφάξει τον Στόγιαν ως έμπρακτη απόδειξη της αφοσίωσής του στην ομάδα. Ο Σελήμ, που πρώτη φορά αντιμετριέται με τη βία, απογυμνωμένη από ένδοξες φαντασιώσεις, καταλαβαίνει πως ο πόλεμος δεν είναι έπος, «μα είναι πόνος», και καρφώνει με μια κραυγή το μαχαίρι του στην παλάμη του Βουλγάρου. Καθώς το αίμα του Στόγιαν βρέχει το χέρι του Σελήμ, ο Μανώλης τον βαφτίζει «Σκεντέρη».

Η αναδιήγηση του Μακεδονικού Αγώνα στις σελίδες του Σκρουμπέλου θυμίζει αρκετά το μυθιστόρημα του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (2008), το οποίο μιλά για τη Μακεδονία του 1913 μέσα από το πρίσμα της σημερινής εποχής και το οποίο επίσης ενθέτει στη μυθοπλασία έναν ματωμένο μακεδονικό γάμο. Μολονότι είναι αδιαμφισβήτητες η επιμέλεια και η προσοχή του Σκρουμπέλου στην απόδοση ενός καλειδοσκοπικού τοπίου, ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο ερώτημα σχετικά με τη σημασία ενός βιβλίου τέτοιας θεματολογίας σήμερα. Γι' αυτό τον λόγο ανέφερα το μυθιστόρημα του Κούρτοβικ, στο οποίο η εστίαση δείχνει ευθέως σύγχρονα ζητήματα, που άπτονται της σύγχυσης περί εθνικής ταυτότητας και ιστορικής αλήθειας, και που ταυτόχρονα θέτουν υπό αμφισβήτηση εθνικούς μύθους και φαντασιοκοπήματα. Αντιθέτως, το παρόν μυθιστόρημα μοιάζει να παγιδεύεται στην επιδίωξη της πειστικότητας και της πολυμέρειας, και προσηλώνεται στο «τότε» χωρίς να αναζητεί το αποτύπωμά του στο «τώρα». Από το άλλο μέρος, η ελληνική συνείδηση του Σελήμ, που αποτελεί μια ιδιαίτερα ερεθιστική πτυχή του βιβλίου, δεν αξιοποιείται επαρκώς καθώς ο συγγραφέας αφήνει τον ήρωά του να επαναλαμβάνει μονότονα «μαύρος» και «Μακεδών», σαν να μηρυκάζει ένα προσωπείο. Γενικότερα, τα τρία πρόσωπα του βιβλίου (εξαιρείται εν μέρει ο Βούλγαρος) δεν αναπτύσσονται σε ολοκληρωμένους χαρακτήρες και κάθε φορά που μιλούν σε πρώτο πρόσωπο φαίνεται ότι παπαγαλίζουν τα λόγια ενός ρόλου. Στην εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος, ο Μανώλης δηλώνει πως κρατά στα χέρια του τρία χειρόγραφα, που είναι «τα λόγια τριών ρόλων».

Τα γλωσσικά υβρίδια που υπονομεύουν τη σαφήνεια των συνόρων, στο μέτρο που στη γλώσσα ενυπάρχει το παρελθόν ανόθευτο από εθνικές οριοθετήσεις, η φυσιογνωμία της μακεδονικής γεωγραφίας, ο ψυχικός κλονισμός που επιφέρει η βία είτε ως πάθημα είτε ως πράξη, οι πολιτικοί συσχετισμοί, η διελκυστίνδα μεταξύ ατομικών προσδοκιών και συλλογικών στόχων, όλα αυτά ο Θανάσης Σκρουμπέλος τα μετατρέπει σε μυθοπλαστικό υλικό, το οποίο δουλεύει με επιμονή, αλλά στο τέλος αμέλησε να σβήσει τη δουλειά του από τις σελίδες. Με άλλα λόγια, όσο πιο πολύ το μυθιστόρημά του κοπιάζει για να πείσει, τόσο περισσότερο μαρτυρεί την κατασκευαστική του επεξεργασία. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο πόνος ως σοφία του δημιουργού
Μεταξύ Ζαχαριάδη και Βελουχιώτη
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο διεισδυτικός ανατόμος της ταραγμένης ψυχής των ανθρώπων
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Από το τότε -1911- στο τώρα, 2011
«Η φιλολογική του συγγραφέως συνείδησις» και/ή το «μέσον αίσθημα των αναγνωστών»
Συνοπτικό σημείωμα για τον μεταφραστή Παπαδιαμάντη
«Η αίγλη του φωτός» με τον χρωστήρα του Μοράρου
«Εβλεπεν τα ίχνη του ιδίου εαυτού του και δεν επίστευεν»
Οι «μεταγραφές» του Παπαδιαμάντη
Γλώσσα, κοινωνία και λατρεία κατά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η αναίρεση του γλωσσικού ιδεολογήματος
Παπαδιαμάντης προσιτός στις νεότερες γενιές
Φύση και άνθρωπος: λογοτεχνικές συντεταγμένες
Το αίμα και το πνεύμα
Λογοτεχνία
Ο υπερρεαλισμός στην ποίηση του Εκτορα Κακναβάτου
Συνταγές επιβίωσης σε καιρούς Ελντοράντο
Εκστρατεία φιλαναγνωσίας από τα Public
Λάξμι, το άνθος της φωτιάς
Κριτική βιβλίου
Μέλαινα πατρίδα
Ο πόνος ως σοφία του δημιουργού
Μεταξύ Ζαχαριάδη και Βελουχιώτη
4η Διεθνής Λογοτεχνική Συνάντηση
4η Διεθνής Λογοτεχνική Συνάντηση DaseinFest από 4-8 Μαΐου στο Cafe Dasein
Νίκος Παπάζογλου
Μνήμη Νίκου Παπάζογλου (1948 - 2011)