Έντυπη Έκδοση

Ο γλυκόπικρος μήνας Μάιος

Από το μακελειό του 1936 στον «Επιτάφιο»

Σημαδιακός μήνας ο Μάιος. Μήνας της άνοιξης -της χαράς και της αναγέννησης της ζωής- αλλά και οδυνηρών συμβάντων για τον τόπο. Κι ας σταθώ σε κάποια από αυτά, με τη σειρά που προέκυψαν, αρχίζοντας από αυτό που είναι η αφορμή του σημερινού σημειώματος.

Μια μεγάλη διαδήλωση εργατών -καπνεργατών κυρίως- στις 9 Μαΐου 1936 (πριν από 75 χρόνια), στη Θεσσαλονίκη, καταλήγει σε μακελειό όταν στρατός και χωροφυλακή ρίχνονται κατά των διαδηλωτών. Απολογισμός: 12 νεκροί, 280 τραυματίες. Τρεις μήνες αργότερα, θα επιβληθεί η δικτατορία του Μεταξά.

Την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελούνται στην Καισαριανή, από τους ναζιστές κατακτητές, 200 αγωνιστές που κρατούνταν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, χωρίς να είναι οι μόνοι -έχουν προηγηθεί και ακολουθούν κι άλλοι.

Στις 22 Μαΐου 1963 δολοφονείται από το δεξιό παρακράτος, έπειτα από φιλειρηνική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης.

Την 1η Μαΐου 1976 χάνει τη ζωή του σ' ένα περίεργο τροχαίο ο παραλίγο εκτελεστής του δικτάτορα Παπαδόπουλου και κατοπινός βουλευτής Αλέκος Παναγούλης.

Ο ποιητής

Η 1η Μαΐου, ωστόσο, έπειτα από αυτή τη μαυρίλα, συνδέεται μ' ένα σημαντικό για την πνευματική ζωή του τόπου γεγονός: τη γέννηση, το 1909, του Γιάννη Ρίτσου, του οποίου το όνομα συνδέεται με το πρώτο από τα αναφερόμενα γεγονότα: το μακελειό του 1936, που του ενέπνευσε τον «Επιτάφιο».

Η φωτογραφία μιας μάνας που θρηνεί γονατιστή μπροστά στον σκοτωμένο γιο της, δημοσιευμένη στον «Ριζοσπάστη» την επομένη του μακελειού, συγκίνησε τον τότε νεαρό ποιητή, που ήδη είχε κυκλοφορήσει δύο συλλογές («Τρακτέρ», 1934, «Πυραμίδες», 1935). Το ποίημα δημοσιεύεται αποσπασματικά στον «Ριζοσπάστη» και αμέσως μετά σε βιβλίο, από την ίδια εφημερίδα, και γίνεται ανάρπαστο.

Δεν πρόλαβε όμως να απλωθεί. Ηταν η μεταξική δικτατορία που, μαζί με άλλα «επιλήψιμα», το έριξε δημοσίως στην πυρά, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ποιητής και έργα δεν θα καλοπεράσουν και τα επόμενα χρόνια, που σημαδεύονται από εξορίες και απαγορεύσεις.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, που είχε κάνει κι αυτός εξορία, βρισκόταν από το 1954 στο Παρίσι για περαιτέρω μουσικές σπουδές. Εκεί, ασχολούμενος με συμφωνικά έργα, λαβαίνει το 1956 τον «Επιτάφιο». Και κάποια στιγμή, δυο χρόνια αργότερα, αυθόρμητα, καθώς περίμενε στο αυτοκίνητο τη σύζυγό του Μυρτώ, που είχε πάει για κάποια ψώνια, άνοιξε το ποίημα, που κατά σύμπτωση είχε μαζί του: «Με έπιασε ξαφνικά μια βαθιά επιθυμία για μελοποίηση. Ούτε κι εγώ θυμάμαι πια πότε και πόσα έγραψα από τα είκοσι μέρη του ποιήματος. Ισως και τα είκοσι», γράφει στο βιβλίο του «Μελοποιημένη ποίηση» (εκδ. «ύψιλον»).

«Την άλλη μέρα τα καθαρόγραψα σε διαφανές χαρτί με σινική μελάνη προσπαθώντας να γεμίσω τέσσερις σελίδες. Χώρεσαν μόνο επτά τραγούδια. Το όγδοο, το "Είσουν καλός", το συνέθεσα στην Αθήνα για να συμπληρωθούν δύο δίσκοι (extendet) τεσσάρων τραγουδιών».

Οι απαγορεύσεις

Ο «Επιτάφιος» κυκλοφόρησε σε τρεις φωνογραφικές εκδόσεις: η πρώτη με τη Νάνα Μούσχουρη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Η δεύτερη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Μανώλη Χιώτη και τον Μίκη Θεοδωράκη. Η τρίτη με τη Μαίρη Λίντα, τον Χιώτη και τον συνθέτη. Οι δύο πρώτες τον Αύγουστο του 1960, η τρίτη το καλοκαίρι του 1963.

Ακολούθησαν συναυλίες στην Αθήνα και ανά την Ελλάδα που, μαζί με άλλα έργα του συνθέτη, το έκαναν δημοφιλές και αγαπητό, αφού άλλωστε συμπορευόταν με τα γεγονότα της θυελλώδους εκείνης δεκαετίας, συμπεριλαμβανομένων βέβαια των απαγορεύσεων και των επεισοδίων από παρακρατικούς.

Ο «Επιτάφιος», ως έργο δύο αριστερών δημιουργών, δεν άρεσε -όπως ήταν φυσικό- στους κρατούντες, δεν άρεσε όμως και στην επίσημη Αριστερά. «Ο Βασίλης Αρκαδινός», γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στην αυτοβιογραφία του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», «κριτικός της "Αυγής", θα χρεωθεί τον άχαρο ρόλο να χτυπήσει τον "Επιτάφιο" ή, μάλλον, τη χρησιμοποίηση "χασικλίδικων" μέσων όπως το μπουζούκι και η "σπηλαιώδης" φωνή του Μπιθικώτση... Ετσι του φάνηκε...». (Ανάλογα χτυπήματα δέχτηκε το 1962 «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», ενώ το μπουζούκι, ο Μπιθικώτσης και ο «αντεθνικώς δρων» συνθέτης ήταν οι λόγοι που το καλοκαίρι του 1964 ματαιώθηκε η πρώτη παρουσίαση του «Αξιον Εστί» στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών -με την Ενωση Κέντρου στην εξουσία και τον Θεοδωράκη βουλευτή της ΕΔΑ...).

Τα έργα ωστόσο -και ο δημιουργός τους- αγαπήθηκαν, επιβίωσαν, άνοιξαν δρόμους, με τις διώξεις και τις απαγορεύσεις ωστόσο να κρατούν ώς την πτώση της απριλιανής χούντας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Πιερ Μπερζέ
Ο Ιβ Σεν Λοράν δεν σχεδίαζε για τις πλούσιες
Συνέντευξη: ΖΑΖ
Δεν θέλει Chanel, αλλά αγάπη
Χορός
Συλφίδες γένους αρσενικού
Συνέντευξη: Ταρίκ Αλι
«Πτωχεύστε και φύγετε από την Ε.Ε.»
Συνέντευξη: Νταϊάν Κρούγκερ
Είμαι ευάλωτη και θέλω να το δείχνω
Αρχαιολογία
Αρχαιολογικό, όχι αρχαίο
Κριτική θεάτρου
Η σεξουαλικότητα του ιμπεριαλισμού
Εικαστικά
Το σπίτι που έκλεισε, το σπίτι που άνοιξε
Κομικ(ς)οδρόμιο
Η επέλαση των τεσσάρων John Difool
Ανάκριση τρίτου βαθμού με τον «ορό της αλήθειας»