Έντυπη Έκδοση

Οι «Μπόνι και Κλάιντ» ξαναπαίρνουν τα όπλα τους!

Καλοκαίρι των σημαντικών επανεκδόσεων είναι το φετινό, με την παρέλαση των αριστουργημάτων να συνεχίζεται.

Ετσι, τη βδομάδα αυτή έχουμε, από τις ΗΠΑ, την κλασική γκανγκστερική, δοσμένη με λυρική πνοή, ταινία «Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν, ενώ από την Ισπανία έχουμε μια δοσμένη με λυρισμό και ποίηση, αλληγορική ταινία, «Το πνεύμα του μελισσιού» του Βίκτορ Εριθε. Στο υπόλοιπο πρόγραμμα και οι νέες ταινίες: «Μπαάρια» του Ιταλού Τζιουζέπε Τορνατόρε, «Ο τελευταίος σταθμός» του Βρετανού Μάικλ Χόφμαν και «22 σφαίρες» του Γάλλου Ρισάρ Μπερί.

Μπόνι και Κλάιντ

Bonnie and Clyde. ΗΠΑ, 1967.

Σκηνοθεσία: Αρθουρ Πεν. Σενάριο: Ντέιβιντ Νιούμαν, Ρόμπερτ Μπέντον. Ηθοποιοί: Γουόρεν Μπίτι, Φέι Ντάναγουεϊ, Τζιν Χάκμαν, Μάικλ Τζέι Πόλαρντ, Εστέλα Πάρσονς.

111'

*****

Η ιστορία του παράνομου ζευγαριού, που στην Αμερική της μεγάλης οικονομικής κρίσης, έκλεβαν τις τράπεζες, μετατρέπεται σε καυστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία -και όχι μόνο. Ομορφη, συγκινητική, διανθισμένη με χιούμορ, λυρική ταινία, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από την τότε νεολαία.

Η ταινία του Αρθουρ Πεν αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού, του Κλάιντ Μπάροου και της Μπόνι Πάρκερ, που, από μικροαπατεώνας και γκαρσόνα, έγιναν περιβόητοι ληστές τραπεζών στην αγροτική Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του '30, στα πρώτα χρόνια του μεγάλου κραχ και της ξηρασίας που ερήμωσε τις μεσοδυτικές πολιτείες, και κατάφεραν να γίνουν λαϊκοί ήρωες ώσπου τελικά έπεσαν, κατατρυπημένοι από εκατοντάδες σφαίρες, σε ενέδρα της αστυνομίας.

Πριν από τον Πεν, τρεις άλλοι σκηνοθέτες είχαν κινηματογραφήσει την ιστορία του τραγικού αυτού ζευγαριού: ο Νικόλας Ρέι («Ο νόμος της μοίρας», 1948), ο Τζόζεφ Λούις («Ο πόλεμος του εγκλήματος», 1949) και ο Γουίλιαμ Γουίτνεϊ («The Bonnie Parker Story», 1958). Εκείνο όμως που κατάφερε ο Πεν στη δική του βερσιόν είναι να κάνει τους νεαρούς ήρωές του χαρακτήρες που έμοιαζαν να βγήκαν από την κοινωνία της δεκαετίας του '60 -την Αμερική του πολέμου του Βιετνάμ, της κοινωνικής αδικίας και της πολιτικής καταπίεσης- με την παιχνιδιάρικη, ανέμελη συμπεριφορά των μελών της συμμορίας, ιδιαίτερα της Μπόνι και του Κλάιντ, να έχει κάτι από τη νεολαία της εποχής που γυρίστηκε η ταινία. Το ζευγάρι των παρανόμων του είναι δυο ανώριμα, συμπαθητικά παιδιά που τους αρέσει να φωτογραφίζονται αλλά και να εξεγείρονται ενάντια στους άδικους νόμους και ειδικότερα στο σύστημα, σε μια κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται για τον απλό, φτωχό πολίτη. Μια κοινωνία που, όπως και σήμερα, άφηνε τις τράπεζες να εκμεταλλεύονται τους αγρότες, οδηγώντας τους στην πτώχευση.

Πλάι στην ανεμελιά τους, ο Πεν σικαγραφεί, με την ίδια λεπτομέρεια και δύναμη, και το βίαιο χαρακτήρα τους, ιδιαίτερα του Κλάιντ, που ξεσπούσε σε απρόβλεπτες, βίαιες σκηνές (στάση που εξηγείται από τη σεξουαλική ανικανότητα του χαρακτήρα). Η βία στην ταινία παρουσιάζεται με τα αληθινά της χρώματα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς στολίδια, αλλά άμεση, σκληρή, οδυνηρή, αβάσταχτη. Σε καμιά ταινία μέχρι τότε το αίμα, ο πόνος, η φρίκη και το άγχος του θανάτου δεν είχαν παρουσιαστεί με τόση αληθοφάνεια και τόση δύναμη. Ενώ, στην τελική σκηνή του θανάτου του ζευγαριού -που μοιάζει με εκτέλεση- ο Πεν διάλεξε να την αναπαραστήσει με πλάνα γυρισμένα με αργό ρυθμό, με τρόπο χορογραφικό, δίνοντας στη σκηνή μια νότα λυρισμού -στοιχείο που θα επαναλάβει ένα χρόνο αργότερα ο Σαμ Πέκινπα στην ταινία του «Η άγρια συμμορία».

Με βάση το εξαιρετικό σενάριο των Ντέιβιντ Νιούμαν και Ρόμπερτ Μπέντον, ο Πεν έφτιαξε ένα είδος λαϊκής μπαλάντας, τονίζοντας τη ρομαντική πλευρά των ηρώων του, πλευρά που στάθηκε η βασική αιτία της τεράστιας εμπορικής επιτυχίας της ταινίας με το τότε νεανικό κοινό, που κρεμούσε στα δωμάτιά του τις αφίσες της ταινίας δίπλα σ' εκείνες του Τσε Γκεβάρα. Στην επιτυχία αυτή πρέπει να προσθέσω και τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών, ιδιαίτερα όμως του δίδυμου Μπίτι-Ντάναγουεϊ, που εδώ δίνουν την καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας τους. Πέρα όμως από την εμπορική επιτυχία της, η ταινία παραμένει και σήμερα μια από τις πιο σημαντικές του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα που μας έδωσε το Χόλιγουντ.

Το πνεύμα του μελισσιού

El espiritu de la colmena. Ισπανία, 1973.

Σκηνοθεσία: Βίκτορ Εριθε. Σενάριο: Φρανσίσκο Γκερεχέτα, Βίκτορ Εριθε, Ανχέλ Φερνάντεζ Σάντος. Ηθοποιοί: Ανα Τόρεντ, Ιζαμπέλ Τελέρια, Φερνάντο Φερνάν Γκομέζ, Τερέζα Γκιμπέρα.

98'

*****½

Στην Ισπανία, προς το τέλος του εμφυλίου, η μικρή Ανα προσπαθεί να βοηθήσει ένα λιποτάκτη που θεωρεί ενσάρκωση του συμπαθητικού τέρατος του Φρανκενστάιν, σε μια όμορφη, δοσμένη με λυρισμό, αλληγορία πάνω στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και πάνω στο μυστηριώδη, συναρπαστικό κόσμο του παιδιού. Ενα σπάνιο αριστούργημα, σε επανέκδοση.

Σε επανέκδοση, η πρώτη από τις τρεις συνολικά ταινίες που γύρισε στα τριάντα χρόνια της καριέρας του ο Ισπανός σκηνοθέτης Βίκτορ Εριθε. Από τα σπάνια δείγματα μεγάλης τέχνης που μας χάρισε ο παγκόσμιος κινηματογράφος στη δεκαετία του '70, η ταινία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Καστίλης, το 1940, προς το τέλος δηλαδή του ισπανικού εμφυλίου.

Η μικρή Ανα (Ανα Τόρεντ) γοητεύεται από την ταινία τρόμου «Φρανκενστάιν» του Τζέιμς Χουέιλ, που βλέπει στον περιφερόμενο κινηματογράφο του χωριού της, ιδιαίτερα από τη συνάντηση του τέρατος μ' ένα μικρό κοριτσάκι. Η μεγαλύτερη αδερφή της τροφοδοτεί τη φαντασία της, λέγοντάς της πως το τέρας εξακολουθεί να ζει κι ότι μπορεί να καλέσει το πνεύμα του στον αχυρώνα τους. Ετσι, όταν, κρυμμένο στον αχυρώνα, η Ανα ανακαλύπτει ένα πληγωμένο στρατιώτη του Δημοκρατικού Στρατού, πιστεύει πως αυτός είναι η ενσάρκωση του τέρατος. Και η συνάντηση του τέρατος με το κοριτσάκι στην οθόνη αρχίζει να υλοποιείται με τρόπο αφάνταστο αλλά και τραγικό.

Γυρισμένη προς το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο, η ταινία ήταν μια αλληγορία πάνω στην υπό δικτατορικό καθεστώς Ισπανία, μια Ισπανία βουτηγμένη σε μια μαύρη, αγχωμένη όπως και στην ταινία του Χουέιλ, ατμόσφαιρα, με τον λιποτάκτη στρατιώτη να εκπροσωπεί τους εναπομείναντες παράνομους αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού. Ταυτόχρονα, η ταινία είναι κι ένα σχόλιο πάνω στη δύναμη του κινηματογράφου αλλά και σχόλιο πάνω στον πολύπλοκο, μυστικό, ταυτόχρονα συναρπαστικό, κόσμο της παιδικής ηλικίας. Με σκηνές δοσμένες με λυρισμό, με μια κάμερα που καταγράφει με πρωτοτυπία και ομορφιά, με χρώματα χρυσαφιά και κίτρινα (η φωτογραφία είναι του Λουίς Κουαντράντο), τις διάφορες καταστάσεις, αλλά και να διεισδύει στη φαντασία του παιδιού, ο Εριθε έφτιαξε ένα μοναδικό φιλμ με ομορφιά και πρωτοτυπία. Εξοχες οι ερμηνείες από τις δυο νεαρές πρωταγωνίστριες.

Μπαάρια

Baaria. Ιταλία, 2009.

Σκηνοθεσία-σενάριο: Τζιουζέπε Τορνατόρε. Ηθοποιοί: Φραντζέσκο Σιάνα, Μάργκαρετ Μαντέ, Ραούλ Μπόβα, Μόνικα Μπελούτσι, Αντζελα Μολίνα.

150'

***½

Η ιστορία τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας δίνει την ευκαιρία στον Τορνατόρε να φτιάξει μια εντυπωσιακή, ακριβή, αν και, σεναριακά αποσπασματική στην αφήγησή της ταινία, σχόλιο πάνω στην πτώση των αξιών της σύγχρονης κοινωνίας.

Μια τεράστια τοιχογραφία, κάτι ανάλογο με το «1900» του Μπερτολούτσι, που καλύπτει την ιστορία τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας, θέλησε να φτιάξει με την ταινία του αυτή ο Τζιουζέπε Τορνατόρε («Σινεμά ο Παράδεισος»). Μια ταινία-σχόλιο πάνω στη πτώση των αξιών αλλά και στη σημασία του πολιτικού πάθους, σύμφωνα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη.

Η ιστορία καλύπτει τη ζωή της οικογένειας από τη δεκαετία του '30 ώς τη δεκαετία του '80, στο χωριό Μπάρια (όπως αποκαλούν την Μπαγκερία οι κάτοικοί της), στην επαρχία του Παλέρμο, όπου πέρασε τα πρώτα 28 χρόνια της ζωής του και ο Τορνατόρε. Στις δυόμισι συνολικά ώρες που διαρκεί η ταινία, ο Τορνατόρε αφηγείται την πολυτάραχη ιστορία τριών γενεών, που ξεκινούν από τον πατέρα Τσίκο και το γιο του Πεπίνο και φτάνει ώς τον εγγονό του, Πιέτρο. Τρία πρόσωπα που μέσα τους περνά ολόκληρη η ιστορία της Ιταλίας σε μια περίοδο σχεδόν εξήντα χρόνων, ξεκινώντας από την περίοδο του μουσολινικού καθεστώτος, περνώντας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας ώς τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες με όλες τις κοινωνικές και πολιτικές, βίαιες συχνά, αλλαγές και ανακατατάξεις.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του Πεπίνο (Φραντζέσκο Σιάνα), γιου μιας φτωχιάς οικογένειας βοσκών, που ανακαλύπτει την πολιτική, ερωτεύεται και παντρεύεται μια νεαρή κοπέλα (Μάργκαρετ Μαντέ) και, μπροστά στις κοινωνικές αδικίες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, ασπάζεται τον κομμουνισμό, γεγονός που τον φέρνει σε σύγκρουση με το περιβάλλον του. Για την παραγωγή ξοδεύτηκαν πολλά χρήματα -κόστισε περισσότερα από 35 εκατ. ευρώ-πράγμα που φαίνεται στην όλη ανάπλαση της εποχής -από τα ντεκόρ και τα κοστούμια ώς τα πιο μικρά αξεσουάρ- ενώ για τους ρόλους -ακόμη και για πολύ μικρούς- προσλήφθηκαν δεκάδες γνωστά ονόματα του σύγχρονου ιταλικού σινεμά -ανάμεσά τους και η Μόνικα Μπελούτσι, που ερμηνεύει τη φιλενάδα ενός χτίστη. Εκείνο όμως που τελικά λείπει από την ταινία είναι η επική πνοή που απαιτούσε μια τέτοια ιστορία.

Ο τελευταίος σταθμός

The last station. Βρετανία/Γερμανία/Ρωσία, 2009.

Σκηνοθεσία-σενάριο: Μάικλ Χόφμαν. Ηθοποιοί: Κρίστοφερ Πλάμερ, Χέλεν Μίρεν, Πολ Τζιαμάτι, Τζέιμς ΜάκΑβοϊ, Κέρι Κόντον.

112'

***½

Ιστορικό δράμα γύρω από τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Λέοντος Τολστόι και με επίκεντρο τη σύγκρουση της γυναίκας του συγγραφέα με τον εκδότη και πιστό ακόλουθο της φιλοσοφίας του Τολστόι. Πολύ καλές ερμηνείες.

Στην τελευταία χρονιά της ζωής του Λέοντος Τολστόι εστιάζεται η ιστορία της ταινίας που έγραψε (με βάση το βιβλίο του Τζέι Παρίνι) και σκηνοθέτησε ο Μάικλ Χόφμαν («Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας»). Περίοδο σύγκρουσης ανάμεσα στον Τσέρτκοφ (Πολ Τζιαμάτι), τον πιστό ακόλουθο και εκδότη των βιβλίων του συγγραφέα, που ήθελε τον Τολστόι να κληροδοτήσει τα δικαιώματα των βιβλίων του στο ρωσικό λαό, και τη γυναίκα του συγγραφέα, Σοφία (μια εξαιρετική στις οικογενειακές συνωμοσίες της, Χέλεν Μίρεν), που ήθελε να εξασφαλίσει το μέλλον της κι εκείνο των παιδιών της.

Την πλοκή παρακολουθούμε βασικά μέσα από τα μάτια του νεαρού Βάλεντιν (Τζέιμς ΜάκΑβοϊ), που τον προσλαμβάνει ο Τσέρτκοφ για γραμματέα του Τολστόι αλλά και για να παρακολουθεί τη σχέση του με τη Σοφία. Η ανάπλαση της εποχής, τα ντεκόρ, η ωραία φωτογραφία, οι σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, οι ίντριγκες και η όλη ατμόσφαιρα, μου θύμισαν την πρόσφατη ταινία του Τζέιμς Αϊβορι «Τελευταίος προορισμός». Ολα δοσμένα με μια κάπως τηλεοπτική σκηνοθεσία, με τον Χόφμαν να καθοδηγεί σωστά τους ηθοποιούς του. Με τον Κρίστοφερ Πλάμερ να ισορροπεί την ερμηνεία του ανάμεσα σ' ένα επιβλητικό 82χρονο Τολστόι, ακόλουθο μιας ειρηνιστικής, παθητικής (ενάντια στο τσαρικό καθεστώς) πολιτικής, «άγιο» άνθρωπο για το λαό του, και έναν άλλο πιο ανθρώπινο, με τις διάφορες αδυναμίες του, μαζί και σεξουαλικές (που μαθαίνουμε στην ενδιαφέρουσα βόλτα του με τον Βάλεντιν), χαρακτήρα.

22 σφαίρες

L' immortel. Γαλλία, 2010.

Σκηνοθεσία: Ρισάρ Μπερί. Σενάριο: Ερίκ Ασού, Ρισάρ Μπερί. Ηθοποιοί: Ζαν Ρενό, Καντ Μεράντ, Ρισάρ Μπερί, Γκαμπριέλα Ράιτ, Ζαν-Πιερ Νταρουσέν.

115'

**½

Ανιση γκανγκστερική περιπέτεια, με τον Ζαν Ρενό στο ρόλο ενός μετανοημένου μαφιόζου της Μασσαλίας που, ύστερα από απόπειρα εναντίον του, επιστρέφει για να εκδικηθεί τους πρώην συντρόφους του.

Η ταινία αρχίζει με μια εντυπωσιακή, συναρπαστική σκηνή: την επίθεση, σε ένα γκαράζ, μιας ομάδας μασκοφόρων εναντίον του μεσήλικα, που έχει αποχωρήσει από ενεργό δράση, αρχιμαφιόζου Ματέι (Ζαν Ρενό). Παρά τις 22 συνολικά σφαίρες με τις οποίες γαζώνουν το κορμί του, οι γιατροί κατορθώνουν να τον «αναστήσουν» κι ο Ματέι αρχίζει να ψάχνει τα αίτια της απόπειρας και ν' ανακαλύψει τους δράστες (οι οποίοι στο μεταξύ απάγουν το μικρό γιο του) για να τους εκδικηθεί.

Ο Ρισάρ Μπερί καταφέρνει να δώσει ένα ξέφρενο ρυθμό στην ταινία του, με τα συνηθισμένα κυνηγητά (ανάμεσά τους κι ένα με τον ήρωα σε μοτοσικλέτα), με καλοστημένες συγκρούσεις και ενδιαφέροντα φλας-μπακ. Οι διάλογοι όμως μοιάζουν συχνά ψεύτικοι, πολλές σκηνές δεν ξεφεύγουν από τα γνωστά κλισέ, ενώ οι σκηνές δράσης δεν προσφέρουν τίποτα το καινούριο στο είδος. Με έναν ικανοποιητικό Ζαν Ρενό, αν και στις σκηνές όπου προσπαθεί να περάσει μέσα από αμέτρητα συρματοπλέγματα, μοιάζει υπερβολικός. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική κινηματογράφου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Βιβλίο
«Αν ξεχάσεις την καταγωγή σου θα σε σφάξω»
Συλλογή Ιόλα
Στα «αζήτητα» η μισή συλλογή Ιόλα
Συνέντευξη: Σαντιάγο Ρονκαλιόλο
«Γκουσμάν, ο διανοούμενος του τρόμου»
Θέατρο
«Η «Ερωφίλη» δεν σηκώνει καινοτομίες»
Αρχαιολογία
Ανεκτίμητο βυζαντινό εύρημα στη Θεσσαλονίκη
Κριτική κινηματογράφου
Οι «Μπόνι και Κλάιντ» ξαναπαίρνουν τα όπλα τους!
Τηλεόραση
Νέοι με λίγα ευρώ αλλά πολύ χιούμορ
Στους «δρόμους» του εγκλήματος
Στο Novasports 1 η «μάχη» του Ολυμπιακού