Έντυπη Έκδοση

Γκρο πλαν σε τέσσερα πρόσωπα

Υποτονικά τα πράγματα στο φετινό πεντηκοστό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Που δεν ήταν και τόσο εορταστικό, τελικά. Διάχυτη γκρίνια επικρατούσε στα πηγαδάκια: γιατί δεν ήρθαν οι «Ομιχλιστές»; Γιατί να «χτυπήσουν το φεστιβάλ»; Και στον αντίποδα: «Γιατί συμμετέχουν κάποιοι; Δεν είπαμε ούτε καρέ στη Θεσσαλονίκη;».

«Εχουμε συνηθίσει να κλείνει το αεροδρόμιο από την ομίχλη. Οχι το φεστιβάλ», ακούσαμε να λέει κάποιος. Ο νεαρός έλληνας σκηνοθέτης Αλέξανδρος Κωσταντάρας, που ζει στην Κένυα κι έχει βαλθεί να δημιουργήσει κενυάτικη κινηματογραφία χρησιμοποιώντας ντόπιους, εμφανίστηκε ζωσμένος με μια... ηλεκτρική σκούπα: «Μόνοι μας θα διαλύσουμε την ομίχλη!» είπε σκορπώντας γέλια.

Ελλείψει των «δυνατών» φετινών ταινιών, επικράτησε τάση απαξίωσης των ελληνικών ταινιών που παίχτηκαν τελικά. Κι όμως, υπήρχαν κάποιες ενδιαφέρουσες δουλειές («Διαχειριστής», «Χορεύοντας στον πάγο», «Μικρές εξεγέρσεις», «Καντίνα», «Μπιλόμπα»), μερικές πολύ καλές ερμηνείες (Κ. Γέρου, Β. Ανδρεαδάκη, Α. Λογοθέτης, Ε. Βεργέτη) και κάποιες εκπλήξεις: από τον Π. Χούρσογλου σε ρόλο πρωταγωνιστή, μέχρι την χαριτωμένη Ιωάννα Πιατά, κόρη του Δημήτρη Πιατά («Μπιλόμπα»).

Σήμερα σας παρουσιάζουμε τέσσερις καλλιτέχνες, διαφορετικών ηλικιών και προελεύσεων, που ξεχώρισαν.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Με την κάμερα μπροστά στα συρματοπλέγματα

Με τις εντυπωσιακές πρωταγωνίστριές του (Ε. Βεργέτη, Μ. Πρωτόπαππα. Α. Μαυρακάκη) κι ένα ολόκληρο κομβόι από τεχνικούς, ηθοποιούς και κινηματογραφικές κάμερες («η ψηφιακή κάμερα δεν απέδιδε τις λεπτές αποχρώσεις του φωτός και του χιονιού στο δάσος»), αλώνισε τα χιονισμένα βουνά: Βουλγαρία, Μακεδονία, Ηπειρο, Πάρνηθα. Διασχίζοντας επικίνδυνους καταρράκτες χωρίς κασκαντέρ.

Ο Σταύρος Ιωάννου ακολούθησε τρεις απεγνωσμένες γυναίκες στην προσπάθειά τους να περάσουν παράνομα στην Ελλάδα από το βουνό Μπέλες, πάνω από την Κερκίνη (τον λεγόμενο «πράσινο δρόμο»), την εποχή του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Με τη βοήθεια ενός διεφθαρμένου «οδηγού», ενός Ελληνα των Σκοπίων (Μ. Ιατρόπουλος). Τελικά, μόνο μία τα καταφέρνει.

Δεν είναι η πρώτη ταινία του ντοκιμαντερίστα και καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας Σταύρου Ιωάννου για τη μετανάστευση: στους «Κλειστούς δρόμους» (2000), την πρώτη φίξιον ταινία του που προβλήθηκε και στο Βερολίνο, οι κούρδοι ήρωές του αυτοπυρπολούνται. Στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του, τους «Ικέτες», στήθηκε «με την κάμερά μου μπροστά στα συρματοπλέγματα καταγράφοντας μια καραβιά λαθρομετανάστες που η αστυνομία έχει κλείσει σε ένα λιοτρίβι».

Υστερα ο σκηνοθέτης άρχισε να ασχολείται με το τράφικινγκ καταγράφοντας τις μαρτυρίες διάφορων γυναικών. «Σε δύο τέτοιες ιστορίες βάσισα την ταινία. Οι γυναίκες αυτές που μου μίλησαν, συνεργάστηκαν στενά με τις ηθοποιούς», λέει ο ίδιος. Η μία, χωρισμένη, είχε δύο παιδιά και φρόντιζε ηλικιωμένους. Η άλλη ήταν πόρνη. «Αυτό που δείχνω, ότι τελικά πάει με τον "οδηγό" για να έχει την εύνοια του, είναι γεγονός. Το ίδιο και οι άλλες. Ηθελαν να πάνε στη Δύση και ήταν αποφασισμένες για όλα».

Η κεντρική του ηρωίδα πάντως, που είναι χορεύτρια πάγου, είναι μυθοπλαστική φιγούρα. Και αντιστέκεται...

Β. ΡΑΪΣΗΣ

«Η χαρά των πρωινάδικων σε οδηγεί στα χάπια»

Από σκηνοθέτες-σεναριογράφους στην Ελλάδα άλλο τίποτε. Πόσους όμως σεναριογράφους που να γυρίζουν τις δικές τους ιστορίες γνωρίζουμε; Φέτος το φεστιβάλ μάς σύστησε έναν: τον Βασίλη Ραΐση που κέρδισε και το πρώτο βραβείο του προγράμματος Digitalwave, για την ψηφιακά γυρισμένη, νεανική ταινία του «Το τελευταίο τραγούδι του Ελβις». Στο φεστιβάλ, βέβαια, έχει ξαναβραβευτεί -ως σεναριογράφος όμως («Διόρθωση»).

Εχοντας και θεατρικά έργα αλλά και παιδικά παραμύθια στο ενεργητικό του, ο Β. Ραΐσης ζει διδάσκοντας φυσική στη Σχολή Μωραΐτη. Στα θεατρικά εργαστήρια της Σχολής εντόπισε και τους νεαρούς πρωταγωνιστές της πρώτης του αυτής ταινίας: ο ήρωας (Θ. Αγγέλης) βρίσκει τυχαία μια χαμένη εργασία με θέμα τη μελαγχολία στη ροκ σκηνή και τελικά ερωτεύεται τη φοιτήτρια (Ι. Σουρμελή-Τερζοπούλου) που την έγραψε. Ολη η ταινία δείχνει, με χιούμορ και φρεσκάδα, το πώς αμφιταλαντεύεται μεταξύ των «ανεγκέφαλων» φίλων του και της μουσικόφιλης κοπέλας του που έχει πιο «σοβαρά» ενδιαφέροντα. «Στο τέλος παίρνει τις αποστάσεις του και από τους δύο. Και συμφιλιώνεται με τη δική του μελαγχολική πλευρά», εξηγεί ο Β. Ραΐσης που απέσπασε και το βραβείο κοινού. «Και εγώ ανακάλυψα κάποια στιγμή τη δική μου μελαγχολική πλευρά. Και πιστεύω πως τότε άρχισα να γράφω καλύτερα. Αυτή η αποδοχή ίσως και να σε οδηγήσει στην πραγματική χαρά. Η άλλου τύπου χαρά, αυτή των πρωινάδικων, σε οδηγεί μαθηματικά στα χάπια».

Γράφοντας για το σινεμά έκανε μια θλιβερή διαπίστωση: «Ο σεναριογράφος δεν υπάρχει. Εγώ νόμιζα ότι θα είναι όπως στο θέατρο: άλλο πράγμα το κείμενο, άλλο η σκηνοθεσία. Τελικά, κατάλαβα πως απλώς βοηθάς τον σκηνοθέτη να υλοποιήσει το όραμά του. Είτε το δέχεσαι, είτε φεύγεις. Εγώ το δέχτηκα, αλλά τώρα φεύγω. Μου αρέσει να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες».

Την ταινία του τη γύρισε ολομόναχος. Κόστισε ελάχιστα. «Οσο η αγορά μιας ψηφιακής κάμερας. Και μπορεί να την κατεβάσει οποιοσ- δήποτε από το Ιντερνετ (www.elvislastsong.com). Αλλά είχα κουραστεί βλέποντας πως για να κάνεις ταινία πρέπει να περάσει μία πενταετία...».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

«Επέστρεψα στην πρώτη ύλη του σινεμά»

Είχε το βραβείο του «Digitalwave» στο τσεπάκι, μέχρι που εμφανίστηκε ο Ραΐσης. Οχι ότι μπορείς να συγκρίνεις τις δύο ταινίες. Τούτη εδώ, είναι μια αμιγώς πειραματική δουλειά, που κάποιοι αντιμετώπισαν με ανυπόκριτο θαυμασμό, αλλά κάποιοι άλλοι δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν.

Σινεμά; Φωτογραφία; Video art; Τον Δρίβα δεν τον ενδιαφέρει να απαντήσει. Πρόκειται άλλωστε για έναν εικαστικό κατά βάση καλλιτέχνη που έζησε δέκα χρόνια στο Βερολίνο, με θητεία στον πειραματικό κινηματογράφο, και έχει βραβευτεί πολλάκις από γκαλερί, μουσεία, φορείς σύγχρονης τέχνης και φεστιβάλ πειραματικού σινεμά του εξωτερικού.

Για την «ταινία» του αυτή, όπως και για όλες τις προηγούμενες, δεν χρησιμοποίησε κάμερα, αλλά ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βασίστηκε σε μια αλληλουχία μαυρόασπρων φωτογραφιών με απόλυτη αφηγηματική ροή. Χωρίς καθόλου διάλογο και με τη χρήση μεσότιτλων, εμπνεύστηκε από ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον ηθοποιό και μετανάστη Δαβίδ Μαλτέζε. Αυτός ενσαρκώνει και τον ήρωα: έναν άνθρωπο που αναζητά μια κοινωνική θέση και αλλάζει για να γίνει αποδεκτός στο νέο περιβάλλον.

«Ξέρω πως το ανυποψίαστο κοινό της Θεσσαλονίκης βρέθηκε προ εκπλήξεως», παραδέχεται ο 39χρονος Γ. Δρίβας που έχει τη δική του εταιρεία παραγωγής. «Αυτό που ουσιαστικά έκανα ήταν να επιστρέψω στην πρώτη ύλη του σινεμά, τις φωτογραφίες. Στη συνέχεια τις φόρτωσα σε ένα πρόγραμμα μοντάζ και τις δούλεψα σαν να είναι πλάνα από μια κινηματογραφική σκηνή. Το τελικό προϊόν δεν είναι ένα σλάιντ σόου, αλλά ένα high definition video. Ενα "φώτο φιλμ" που σου δίνει μεγάλη ελευθερία έκφρασης».

Τώρα του έδωσε την ευκαιρία να κάνω ένα σχόλιο για την αποξένωση, τους ανθρώπους εκτός συστήματος. Η ματιά του, ωστόσο, έχει μια αποστασιοποίηση. «Ηθελα να τοποθετήσω τον θεατή στη θέση, που συνήθως είναι σε τέτοιες περιπτώσεις. Αυτή του παρατηρητή από καθέδρας...».

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΤΣΑΠΑΡΕΛΗ

Παίζοντας με τον δάσκαλό της

Τρακ; Η πρεμιέρα του «Διαχειριστή» στη Θεσσαλονίκη ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της συμμετοχής μου στην ταινία!

Ούτε το γυμνό, ούτε η οντισιόν», μας εξομολογήθηκε η 24χρονη Ευσταθία Τσαπαρέλη που ενσαρκώνει τη νεαρή ερωμένη του διαχειριστή-ήρωα (τον υποδύεται πρώτη φορά ο σκηνοθέτης Π. Χούρσογλου, έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη και τα δύο παιδιά τους).

Η όμορφη ηθοποιός πριν από δύο χρόνια τέλειωσε τη σχολή του ΚΘΒΕ και τώρα πρωταγωνιστεί σε μια νεανική παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου στο ρόλο της «Αντιγόνης» (σε σκηνοθεσία του Τάσου Ράτζου). Μιας «Αντιγόνη» με δερμάτινο τζάκετ, μπότες ιππασίας και σάκο east pack. «Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε σημερινή κοπέλα που αντιστέκεται για τα πιστεύω της».

Στον «Διαχειριστή», που απέσπασε το βραβείο της Fipresci, έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο. «Ηταν σημαντικό για μένα πως μου πρότεινε τον ρόλο ο αγαπημένος καθηγητής μου, ο Περικλής Χούρσογλου. Εκεί που τα είδα λίγο σκούρα ήταν όταν αποφάσισε να παίξει ο ίδιος τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν ήμουν προετοιμασμένη να έχω ερωτικές σκηνές με τον πρώην καθηγητή μου!», λέει χαμογελώντας. «Και αρχικά με φόβισε ο ρόλος. Η ηρωίδα μου φάνηκε ανήθικη. Ομως ο σκηνοθέτης την καθησύχασε: «Μην φοβάσαι, θα τον χτίσουμε τον ρόλο».

Με τέτοια εμφάνιση, τη βλέπουμε γρήγορα στην TV. «Με φοβίζει λίγο. Στο σινεμά και το θέατρο νιώθω ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται και από μένα. Στην τηλεόραση δεν το ελέγχεις».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Δισκογραφία σε αργές στροφές
Του κόσμου τα τραγούδια
Μπάρμπαρα Λούνα στο «Χαφ Νόουτ»
Χορός
Το τάνγκο που ταξιδεύει
Χορεύοντας με τους Μόμιξ
Σταχτοπούτα από τη Ρωσία
Συνέντευξη: Νικ Χόρνμπι
Ο Χόρνμπι και τα sixties
50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Γκρο πλαν σε τέσσερα πρόσωπα
Συνέντευξη: Αντρέα Αρνολντ
Πρωταγωνίστρια από ένστικτο
Κινηματογράφος
Ερωτας είναι η αιτία
Για τα γεγονότα του Δεκέμβρη
Οταν η τέχνη βγήκε στον δρόμο
Θέατρο
Μετωπική με το παρελθόν
Το ρίσκο που αξίζει
Δημοπρασίες
Ωραία μου κυρία
Εικαστικά
Οι αντιθέσεις της ανθρώπινης φύσης
Η τελευταία πινελιά
Βιβλίο
Πιεστήρια στο φουλ
Ο προβοκάτορας της Ιστορίας
Αναγνώστες εν δράσει
Η πόλις θα σ' ακολουθεί