Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

ΑΝ-ΕΞΟΔΟΣ

  • Κοντά στο τζάκι

    ΚΑΠΟΤΕ η Πρωτοχρονιά ήταν το τόξο που έβρισκα δίπλα στο κρεβάτι μου, όταν ξυπνούσα το πρωί της πρώτης του έτους. Ενα μεγάλο τόξο με βέλη που κατέληγαν σε βεντούζες, ένα κάθε χρόνο, που ζήλευαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, τα οποία έφτιαχναν αυτοσχέδια και δεν είχαν «αγοραστό», όπως το δικό μου.

    Εννοείται πως αργά ή γρήγορα οι βεντούζες έβγαιναν και τη θέση τους έπαιρνε ένα σύρμα που κατέληγε σε μύτη. Και οι άλλοι τα ίδια έκαναν, όπως αποδεικνύουν κάτι ουλές που διατηρώ ως ενθύμιο, φαντάζομαι και τα άλλα γειτονάκια, ώριμοι άντρες πια. Πριν όμως βγάλω τις βεντούζες, έκανα εξάσκηση με αυτές, ειδικά μια φορά στον πισινό της γιαγιάς μου, που πότιζε σκυμμένη τις γλάστρες της αυλής.

    Θυμάμαι μια ξεχωριστή Πρωτοχρονιά, αργά το μεσημέρι ήταν, ο πατέρας μου συζητούσε μ' ένα γείτονα δίπλα από τη μάντρα του μπαρμπα-Στάθη, που μάλλον ήταν πλανόδιος μανάβης, αφού είχε ένα άλογο, τον Μπέμπη. Εγώ από κοντά κλότσαγα τις πέτρες που ήταν μπηγμένες στο χώμα του πεζοδρομίου, όταν αίφνης, να ο θησαυρός: προφανώς κάποιος πιτσιρικάς, που είχε πει τα κάλαντα, είχε θάψει τις δεκάρες, τις εικοσάρες, τα πενηνταράκια και τις δραχμούλες του για να μην του τις πάρουν στο σπίτι (τέλη του '50, άγρια φτώχεια). Δεν του τις πήραν στο σπίτι, τις πήρα εγώ και πρόσφερα στο γονιό μου έξοδο, στο τότε «Σινεάκ», δηλαδή στο υπόγειο του «Ρεξ».

    Πάντα στη Δάφνη, όντας φοιτητής πια, βίωσα ένα ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς μια μοναδική εμπειρία. Επιστρέφαμε από χαρτοπαίγνιο, όταν αίφνης ακούσαμε θεία μελωδία: μια ομάδα Αρμεναίων (έτσι τους λέγαμε τότε), εμπρός στο σπίτι ενός πατριώτη τους, του Σαρκίς, έψελναν έναν ύμνο.

    Εκτοτε κύλησε (υπερβολικά) πολύ νερό στ' αυλάκι. Οι Πρωτοχρονιές έγιναν ένα ατελείωτο γλέντι, υποχρεωτικό συχνά λόγω της μέρας, τα ρεβεγιόν περνούσαν κι έρχονταν με διαφορετικά σκούρα κουστούμια, με διαφορετικούς έρωτες, με διαφορετική διάθεση. Υπήρξαν οι Πρωτοχρονιές του φτωχού και του πλούσιου, οι Πρωτοχρονιές του μόνου και θλιμμένου, οι άλλες του ευτυχισμένου άντρα. Πέρσι, ανήμερα Πρωτοχρονιά, κέρδισα το φλουρί σε σπίτι φίλων και περιέργως πώς η χρονιά που πάει να κλείσει ήταν τυχερή, με τα πάνω και τα κάτω της. Δουλεύω, κάτι που πια είναι προνόμιο, και βιώνω ένα συγκλονιστικό συναίσθημα.

    Η κόρη μου, δε, μου έσκασε το μυστικό: θα γίνω παππούς, κάτι αναμενόμενο αλλά ενοχλητικό, αν το καλοσκεφθώ, αφού νιώθω ακόμα τζόβενο.

    ΔΕΝ ΞΕΡΩ πού θα με βρει η φετινή Πρωτοχρονιά. Δεν έχω λόγο να είμαι στην Αθήνα κι έτσι μπορώ να τη βιώσω ηθελημένα μόνος στο βουνό, κάτι που έχω να κάνω πολλά χρόνια. Κοντά στο τζάκι (και όχι αγκαλιά στην πολυθρόνα), με το αιώνιο ποτήρι μου στο χέρι θα μηρυκάσω μνήμες της χρονιάς, ευελπιστώντας πως στρωτά θα την ακολουθήσει αυτή που θα 'ρθει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Είμαστε όλοι Αμλετ...
«Ζοφερό το μέλλον των ΔΗΠΕΘΕ, όπως της πατρίδας μας»
Αφιέρωμα
Ημερολόγια μουσικής
Σινεμά
Σινεμά
Πήγα Cinema
Βιβλίο
Υπάρχει και δίκαιη βία
Μουσική
Μουσική
Παραμύθια
Το παραμυθί του Οδυσσέα