Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Ιδεογραφήματα

  • ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΙΑΝ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ ΠΑΝΤΕΛΩΣ

    Η πολιτική οικονομία του αρπακτικού καπιταλισμού

    Το κεφάλαιο και οι μεγάλες επιχειρήσεις επιδιώκουν ένα παρεμβατικό κράτος, που αποσυ-ναρμολογεί το κοινωνικό κράτος Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες χορεύουν στους ρυθμούς του νεοφιλελευθερισμού, όρος που επινοήθηκε στη δεκαετία του 1930 ως ήπια εναλλακτική του κλασικού φιλελευθερισμού, αλλά χρησιμοποιείται στην εποχή μας προκειμένου να εκδηλωθεί η προτίμηση προς ένα σύνολο οικονομικών πολιτικών που ευνοούν την ιδιωτικοποίηση, την απορρύθμιση και το «μινιμαλιστικό» κράτος.

    Είναι η έκδοση του νεοφιλελευθερισμού που αναπτύχθηκε από τον Μίλτον Φρίντμαν και τη λεγόμενη Σχολή του Σικάγου, και η οποία συνήθως συνδέεται με το καθεστώς του Πινοσέτ στη Χιλή και αργότερα με τις πολιτικές της «ελεύθερης αγοράς», που προώθησαν η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν. Η πιο δημοφιλής του χρήση είναι αυτή του αρπακτικού καπιταλισμού. (Για μια σημαντική και εξαιρετική μελέτη γύρω από το νεοφιλελευθερισμό, βλ. Daniel Stedman Jones «Masters of the Universe: Hayek, Friedman, and the Birth of Neoliberal Politics», Princeton University Press, 2012).

    Παράθυρο ευκαιρίας

    Η νεοφιλελεύθερη μετάβαση συνδέεται με την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τις απότομες αλλαγές στην κοινωνική δομή της συσσώρευσης του κεφαλαίου, με τις εξελίξεις στην οικονομία των ΗΠΑ να δείχνουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια οι περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες.

    Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας τη δεκαετία του '70 και οι πληθωριστικές πιέσεις που συνόδευσαν την πρώτη μεγάλη μεταπολεμική συστημική καπιταλιστική κρίση δημιούργησαν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την αντι-κρατικίστικη οικονομική σκέψη, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί από τη δεκαετία του '20, αλλά περνούσε τον περισσότερο καιρό σε χειμερία νάρκη, λόγω έλλειψης υποστήριξης από κυβερνητικούς και πολιτικούς κύκλους, ενώ είχε παράλληλα ελάχιστους οπαδούς ανάμεσα στα μέλη της φλύαρης τάξης.

    Η νέα παγκόσμια τάξη, που ξεκινά στον απόηχο της κρίσης του 1973, παίρνει τη μορφή ενός νέου κύματος παγκοσμιοποίησης, που στην πραγματικότητα δεν διαφέρει πολύ από τον κύκλο παγκοσμιοποίησης που είχε εμφανιστεί τη δεκαετία του 1870 έως την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: ένας ανοδικός κύκλος της κίνησης προς τη διεθνή ολοκλήρωση των εθνικών οικονομιών που επιβάλλεται μέσω της απελευθέρωσης των αγορών από πολιτικές που ασκούν τα ηγετικά κράτη.

    Η διαφορά στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αυτό που έχει τώρα το πάνω χέρι, παρά το γεγονός ότι ο τομέας αυτός αντιπροσωπεύει ένα πολύ μικρό ποσοστό του ΑΕΠ. Για παράδειγμα, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ αναλογούσαν σε λιγότερο από το 5% του αμερικανικού ΑΕΠ το 1980 και παρέμειναν σε μονοψήφια νούμερα, ακόμη και έως τη χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2008, όπως δείχνουν τα στοιχεία σε μια πρόσφατη επιστημονική εργασία [βλ. Robin Greenwood and David Scharfstein, «The Growth of Modern Finance», Journal of Economic Perspectives, Vol. 27, Νο. 2 (Spring 2013)].

    Με τη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας και την υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού ως προτιμητέου μοντέλου οικονομικής διακυβέρνησης, οι χρηματοοικονομικές αγορές αρχίζουν να κυριαρχούν στις διαδικασίες λήψης οικονομικών αποφάσεων και η χρηματοοικονομική ελίτ ξεκινά να ασκεί τρομερή επιρροή στις κυβερνητικές πολιτικές.

    Στις ΗΠΑ, η υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού ως οικονομικού προτύπου συμπίπτει με την περίοδο της αποβιομηχάνισης, η οποία υπέσκαψε τη βιομηχανική βάση της οικονομίας και περιόρισε σε μεγάλο βαθμό την ισχύ και την επιρροή του εργατικού κινήματος. Ως εκ τούτου, η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας σχετίζεται άμεσα με τις εξελίξεις στην πραγματική οικονομία. Τη δεκαετία του '70, η χρηματιστικοποίηση αντανακλά την κρίση στην οποία έχει εισέλθει ο βιομηχανικός καπιταλισμός έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια συνεχούς ανάπτυξης και επέκτασης.

    Υπό την έννοια αυτή, το πολυσυζητημένο φαινόμενο τη παγκοσμιοποίησης τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 δεν αποτελεί ούτε νέα ούτε προοδευτική εξέλιξη. Εχει τις ρίζες της στην αναδιάρθρωση της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης λόγω των αναπόφευκτων κρίσεων στη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας και τη συμπίεση του κέρδους. Αλλά δεν είναι ούτε η «λογική των αγορών» ούτε οι νέες τεχνολογίες που δίνουν την απαραίτητη ώθηση για το νέο κύμα της παγκοσμιοποίησης.

    Η πίεση προς την «παγκοσμιοποίηση» προέρχεται από εθνικούς θεσμούς (κυρίαρχα και ανερχόμενα κράτη), ισχυρούς οικονομικούς παίκτες (βιομηχανία και χρηματιστικό κεφάλαιο) και διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα). Οι νέες τεχνολογίες πληροφορικής απλά διεκπεραιώνουν την ώθηση προς την παγκοσμιοποίηση. Οι αποφάσεις για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας είναι πολιτικές και λίαν αντιδημοκρατικές. Η φωνή του κόσμου της εργασίας αγνοείται παντελώς. Αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την οικονομική δημοκρατία.

    Στην πραγματικότητα, η επέκταση του καπιταλισμού λαμβάνει χώρα με τη χρηματοδοτική (καθώς πολιτική και στρατιωτική) στήριξη του κράτους μέσω επιχορηγήσεων και τη διευκόλυνση της εγχώριας εκμετάλλευσης, που περιλαμβάνει τη μεταβίβαση χρήσιμων πόρων από την εγχώρια κοινωνία για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Το άνοιγμα νέων αγορών και η δημιουργία επενδυτικών τοποθεσιών αποτελούσε ανέκαθεν κομβικό σημείο του ρόλου που εκτελεί το καπιταλιστικό κράτος -κι αυτό δεν αληθεύει λιγότερο κάτω από τη νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων που ξεκινά μετά την κρίση του 1973.

    Οι μεγάλες επιχειρήσεις και το κεφάλαιο δεν διακατέχονται από αντι-κρατικιστική νοοτροπία. Αντιθέτως επιδιώκουν ένα παρεμβατικό κράτος, που περιστέλλει το βιοτικό επίπεδο για τον εργαζόμενο πληθυσμό και αποσυναρμολογεί το κοινωνικό κράτος για την πλήρη φιλελευθεροποίηση της αγοράς. Οι πολιτικές που αυξάνουν τις ροές εισοδημάτων προς τα πάνω και τη διαθεσιμότητα της δημόσιας περιουσίας για ιδιωτικοποιήσεις βρίσκονται στον πυρήνα του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου πρότζεκτ, όπου ο αρπακτικός καπιταλισμός κυριαρχεί. Το ίδιο ισχύει για την ιδιωτικοποίηση του κέρδους και την κοινωνικοποίηση των απωλειών.

    Κρίση διαρκείας

    Ο αρπακτικός καπιταλισμός οδηγεί τις κοινωνίες σε διάλυση. Εχοντας ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική κρίση μετά το Κραχ του 1929, καθώς και την αποσύνθεση του κοινωνικού κράτους όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός ωθεί εκατομμύρια ανθρώπους σε Ευρώπη και ΗΠΑ στην ανεργία και στη φτώχεια και σκάβει ακόμη μεγαλύτερους τάφους για τις γενιές που ακολουθούν.

    Εως τώρα, η αντίσταση στις θανατηφόρες επιπτώσεις του αρπακτικού καπιταλισμού είχε πολύ περιορισμένη επίδραση. Οι προοδευτικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο παραμένουν κατακερματισμένες και σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτες, την ίδια στιγμή που οι οικονομικές ελίτ έχουν απαγάγει τις εθνικές κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει υποβαθμιστεί σε πολιτικό εργαλείο για τη διατήρηση, την προώθηση και τη νομιμοποίηση της πλουτοκρατίας.

    Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αριστερά, ιδιαίτερα μια Αριστερά αποπροσανατολισμένη από τη μεταμοντέρνα σκέψη και την έλλειψη στρατηγικής που τη διέπει, είναι τρομερές. Ο αρπακτικός καπιταλισμός έχει δημιουργήσει συνέργεια σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Η ανάπτυξη συστημάτων αλληλεγγύης και διεθνούς δράσης πρέπει, ως εκ τούτου, να καταστεί πρωταρχικός στόχος για τις προοδευτικές δυνάμεις -παλιά οράματα της Αριστεράς, με πολύ μεγαλύτερη σημασία σήμερα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Είμαστε όλοι Αμλετ...
«Ζοφερό το μέλλον των ΔΗΠΕΘΕ, όπως της πατρίδας μας»
Αφιέρωμα
Ημερολόγια μουσικής
Σινεμά
Σινεμά
Πήγα Cinema
Βιβλίο
Υπάρχει και δίκαιη βία
Μουσική
Μουσική
Παραμύθια
Το παραμυθί του Οδυσσέα