Έντυπη Έκδοση

ΜΠΡΕΧΤ- ΟΥΙΛΣΟΝ

Η αρμονία της διαφορετικότητας

Η «Οπερα της Πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ουίλσον από το Μπερλίνερ Ανσάμπλ

Φυσικά δεν χρειάζεται ο Μπομπ Ουίλσον για να αντιληφθεί το σύγχρονο κοινό την αποκαλυπτική επικαιρότητα της «Οπερας της Πεντάρας». Η Ελλάδα του 2010 ήταν πανέτοιμη για τον επιθετικό μπρεχτικό υλισμό που αναβλύζει από διαλόγους και τραγούδια, στοχοποιώντας την αγυρτεία των τραπεζών, το ξεπούλημα θεσμών (αστυνομία, εκκλησία, οικογένεια), την αποθηρίωση του ανθρώπου, στο όνομα του χρήματος.

«Οποιος φάει τον άλλο θα ζήσει», «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας» είναι σλόγκαν και στίχοι που έγιναν επιτυχίες στη μεσοπολεμική εποχή τους, λαϊκά σουξέ και στα χρόνια του Ναζισμού και εκφράζουν ακαριαία σήμερα το κοινό αίσθημα.

Στην Αθήνα παρακολουθήσαμε τη θριαμβευτική συνάντηση δύο ιδιοσυγκρασιακά ακραία διαφορετικών δημιουργών. Ενός αριστοκράτη σχεδιαστή χαμογελαστά στωικών, ανάγλυφα απόκοσμων εικόνων που δεν εξηγούν τίποτε και ενός μαρξιστή διανοούμενου ταμένου στην αφυπνιστική επιρροή του θεάτρου. Το εκπάγλου ειρωνείας και τριζάτης αποστασιοποίησης ουιλσονικό ξεσκόνισμα ενός κλασικού θεατρικού ντοκουμέντου του 1928 ανέδειξε τέτοια αλληλοσυμπληρωματική δυναμική θεατρικής απόλαυσης (το «γαστρονομικό» θέατρο, που το απεχθανόταν ο Μπρεχτ ως «αποβλακωτικό») και κριτικής σκέψης, που θα αιφνιδίαζε και τον ίδιο.

Εχουμε αίφνης έναν πολιτικοποιημένο Ουίλσον; Μάλλον έναν χαρισματικό καλλιτέχνη και πανούργο ψυχαγωγό, που μετά τις ταλαντεύσεις έμπνευσης των τελευταίων ετών, κατάφερε ένα αριστούργημα υψηλής αισθητικής, μουσικής τελειότητας και συγκλονιστικών ερμηνειών, με αιχμή μια εκπληκτικής καθαρότητας εκφορά του λόγου. Η αμεθόδευτη ταύτιση των εικαστικών εμμονών του με το περιβόητο «επικό θέατρο» ανέδειξε την αποστασιοποίηση ως φυσικό χαρακτηριστικό του φορμαλιστικού θεάτρου του, σαν τα στιλιζαρισμένα ουιλσονικά καρτούν να ήταν το άλλο ήμισυ του διδακτικού Μπρεχτ.

Παλλάς, πρώτη εντύπωση. Αλλη μια επαλήθευση της θεατρολογικής γενικότητας περί 100% αναγνωρισιμότητας ενός μετρ του αισθητισμού, που υποτάσσει κάθε ύλη στη σκηνοθετική συνταγή και θέλει τους ηθοποιούς εκτελεστές της. Ομως, ιδού η έκπληξη, η κατάσταση δεν ήταν τόσο μονολιθική όσο πιστεύαμε, κι ας χρειάζεται λίγος χρόνος μέχρι η «Οπερα της Πεντάρας» του Ουίλσον να υπερβεί τα όρια του αναμενόμενου. Δηλαδή, μέχρι ο μαέστρος της άναρθρης εκζήτησης αρχίσει να προηγείται της αναιδούς μπρεχτικής σάτιρας με ατσαλάκωτη αθωότητα και αγωνιστικότητα δεινού παίκτη.

Μία όπερα φθηνή

Καθώς μια εύηχα τρεμάμενη φωνή εξηγεί οφ τον ταπεινό τίτλο της πολυτελούς εκδήλωσης -«μια όπερα τόσο φθηνή που και ζητιάνοι να μπορούν να την πληρώσουν»- σκάνε τα πρώτα γελάκια στην πλατεία, που με αποφασισμένο ενθουσιασμό είχε καταβάλει μέχρι 120― για μια θέση στις σολντ άουτ παραστάσεις του Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Σε λίγο, παρελαύνουν με μαθηματική ακρίβεια κατά μήκος της άδειας σκηνής μια σειρά από ζωντανές κούκλες σε μαυρόασπρη αμφίεση, με περίτεχνα λακαρισμένες κομμώσεις, πουδραρισμένα πρόσωπα, έντονα μακιγιαρισμένα σαν μάσκες.

Αντηχούν οι πρώτες πασίγνωστες νότες. Νωχελικές, στακάτες, τραχιές, τζάζι, ειρωνικές, γλυκερές. Η θαυμάσια ενορχήστρωση με τη 10μελή ορχήστρα αναδεικνύει τον συμπαγή σκελετό της παρτιτούρας της πολύπλευρης μουσικής διάνοιας του Κουρτ Βάιλ. Προηχογραφημένοι ήχοι, αυστηρά χρονομετρημένοι, παρεμβάλλονται ανάμεσα στις μελωδίες -κουδουνίσματα νομισμάτων, τριξίματα, γουργουρητά, φιλιά, περιπολικά- συμπληρώνοντας τις αινιγματικές εικόνες στα χνάρια βωβού κινηματογράφου και εξπρεσιονιστικής παντομίμας με υψωμένα χέρια, ανοιχτό στρογγυλό κατακόκκινο στόμα, γουρλωτά μάτια.

Η κυρία Πίτσαμ (Τράουτε Χες) περιφέρει την γκροτέσκα παραγεμισμένη σιλουέτα της με μικρά βηματάκια ανάμεσα στις πολυάριθμες ράβδους-νέον, που συνθέτουν το σκηνικό ως γραφιστικά cool όπλο πολλαπλών χρήσεων: ράφια και κρεμάστρες για τον έμπορο της ζητιανιάς Πίτσαμ (Γίργκεν Χολτς, ρεντικότα, εβραίικο κιπά), που διατείνεται ορεξάτος «κι αν γέμισε ο κόσμος με ρουφιάνους, εγώ θα μείνω τίμιος χριστιανός».

Ντιζαϊνάτο σόου

Νυμφώνας - σταύλος για τη ναζιάρα παιδούλα Πόλι (Κριστίνα Ντρέξλερ), που διαχειρίζεται κατά γράμμα το αμαρτωλό τραγούδι της «Τζένης των Πειρατών». Ο Μάκι της (Στέφαν Κουρτ) είναι ένας χολωμένος δαμαστής με μαστίγιο, μια ανδρόγυνη Μαρλένε Ντίτριχ με κορσέ κάτω από το άψογο μαύρο κοστούμι, που εκτελεί το κινησιολογικό σχεδιάγραμμα του Ουίλσον ατάραχα, με την ασυνείδητη χάρη κλαϊστικής μαριονέτας, ενώ τα τρυφερά του αισθήματα φαίνεται να αφορούν περισσότερο τον αστυνομικό διευθυντή Τίγκερ Μπράουν (μια νεκροκεφαλή σε ημίψηλο: Αξελ Βέρνερ) παρά τη χαριτωμένη αρραβωνιαστικιά του.

Πολύ ακριβό αυτό το φτωχό θέατρο για φτωχούς ανθρώπους, που βάζουν «τη μάσα πάνω από την ηθική» και λικνίζονται στη δυστυχία σε μαύρες τουαλέτες και φράκα. «Μόνο στα πλούτη ζεις πραγματικά», όμως «φτωχά τα μέσα και οι άνθρωποι κακοί»... Στο ντιζαϊνάτο σόου του Ουίλσον, η ανάγωγη προλεταριακή ενέργεια υπερθεμάτισε σε ακαταμάχητη γοητεία. Κυνικό, αλλά καλό. Η αλήθεια είναι ότι διά της ανατροπής της κοινής λογικής και τις ειρωνείας η «Οπερα της Πεντάρας» προέβλεπε τη γελοιοποίηση των αστικών αρχών μέσα από έναν κατ' εξοχήν αστικό φορέα ψυχαγωγίας: την όπερα. Ο θρίαμβός της έδειξε στον Μπρεχτ ότι έπεσε ο ίδιος στην παγίδα που έστησε. Οι χαρακτήρες είναι τόσο χαριτωμένοι απατεώνες, η μουσική του Βάιλ μεθυστική, το θέμα εξόχως θεατρικό, ώστε το κοινό να διασκεδάζει με τη διφορούμενη εικόνα του, χωρίς τάση ταύτισης, άρα και αυτοκριτικής. Μέσα σε μία νύχτα, ο κόσμος τραγουδούσε τα τραγούδια συνοδεία πιάνου, σαν να ήταν οπερέτες.

Η μοχθηρή πρόθεσή τους δεν κατάφερε να επικρατήσει της τεράστιας σαγήνης του έργου, αντίθετα, συνέβαλε στην αναζωογόνηση του νυσταλέου παραδοσιακού θεάματος. Αποτέλεσμα: η στροφή του Μπρεχτ στην αλύπητα διδακτική περίοδο της επόμενης δεκαετίας.

Μία Τζένη διαφορετική

Πίσω στον Ουίλσον, όπου κάτι ακόμη μας βγάζει από συνήθειες. Φάνηκε εξ αρχής, όταν η πόρνη Τζένη διέσχισε τη σκηνή με τους άλλους, όμως ήταν διαφορετική. Μια έφηβη χωρίς ηλικία ως ματρόνα μπορντέλου. Το κοριτσίστικο χαμόγελο της Ανγκελα Βίνκλερ στο πάλλευκο πρόσωπο με τα τεράστια ζωγραφισμένα μάτια έχει κάτι το ανάερα διαταραγμένο, όχι του κόσμου τούτου. Ενα αερικό ανάμεσα σε κομψές ξύλινες κούκλες. Μια γυναίκα ερωτευμένη, όχι παραδόπιστη όπως τη γνωρίζαμε, που καταδίδει τον αγαπημένο της σαν υπνωτισμένη. Πίσω από τα φτιασίδια μια μεγάλη ψυχή.

Φανερό το κέρδος του Ουίλσον από τέτοιες ανατροπές. Στο ασηπτικό μιλιέ των στιλιζαρισμένων ανδρείκελων, το «Τραγούδι του Σολομώντα» της Τζένης ξεχωρίζει σαν μοναχικό, παράφορο παράδοξον. Οσονούπω καταφθάνει ο ταχυδρόμος της βασίλισσας με την απονομή χάριτος. Ο Μάκι γλιτώνει την κρεμάλα («στο θέατρο γίνονται αυτά»). Ακολουθεί το φινάλε με μεγαλοπρέπεια παραδοσιακής όπερας και μια παραμυθένια κατακόκκινη αυλαία πέφτει πάνω στις μαυρόασπρες σκιές. Ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Για εκείνη που δεν ήταν μαυρόασπρη, αλλά κυρίως για τον ουσιώδη νεοτεριστή Μπομπ Ουίλσον, που ευτυχώς δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι η ελληνική μετάφραση των τραγουδιών, αποδίδοντας μονάχα την περίληψή τους και αυτό στο περίπου, μας στέρησε τη χαρά του μισού έργου. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Κάτια Ζυγούλη
«Δεν είμαι μοιραία, εξαρτώμαι από τον Σάκη»
Θέατρο
Η αρμονία της διαφορετικότητας
Μουσική
Μουσικό ταξίδι στους δρόμους της Λισαβόνας
Κριτική θεάτρου
Μπέζος, ένας κουρασμένος επιβήτορας
Εκθεση
Βαν Γκογκ: αποκάλυψη τώρα
Συνέντευξη: Χαράλαμπος Μπούρας
Να κατεδαφιστεί το παλιό Μουσείο Ακρόπολης
Χορός
Το Φεστιβάλ Καλαμάτας έχει το παλάτι του
Συνέντευξη: Γιάννης Βογιατζής
«Υποκλίνομαι σε ηθοποιούς που δεν ξέρει ο κόσμος...»