Έντυπη Έκδοση

Ο Θωμάς Κοροβίνης μιλάει για το ανέβασμα του βραβευμένου έργου του «Ο Γύρος του Θανάτου» στο ΚΘΒΕ

Δεν έχουμε στην Ελλάδα έναν Μπολιβάρ

Δυστυχώς, έχουμε προδοθεί από συντρόφους και φίλους που κατεβάσαν' τα βρακιά πολύ εύκολα, χωρίς να τους το ζητήσουνε

Ρεμπέτης -φύσει και θέσει-, συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Δάσκαλος με την ευρεία έννοια και φιλόλογος με την κυριολεκτική. Βραβευμένος συγγραφέας. Μελετητής του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού. Μποέμ. Ανθρωπος, με άλλα λόγια, από στόφα παλαιάς κοπής.

Ο Θωμάς Κοροβίνης, ένα «προσωπικό χρέος» του σήμερα το βλέπει να αποκτά... σάρκα και οστά. Ο «Γύρος του Θανάτου», το βραβευμένο με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας βιβλίο του για τον Αριστείδη Παγκρατίδη, το Δράκο του Σέιχ Σου, γίνεται πρώτη φορά θεατρική παράσταση. Κι απόψε κάνει πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη. «Ο Μαστοράκης είναι πολύ άξιος, μπορεί να δώσει στο έργο μιαν άλλη διάσταση που ούτε τη φαντάζομαι».

- Εχετε γράψει ότι το βιβλίο σας γεννήθηκε από την «ανάγκη ενός βαθύτατου χρέους». Τι εννοείτε;

«Εγώ είμαι βιωματικός δημιουργός. Υπάρχουν κάποια γεγονότα που γίνονται μια ζύμη και έπειτα ο φούρνος ξεφουρνίζει ένα ψωμί. Το δουλεύεις μέσα σου το βίωμά σου, αλλά δεν φανταζόσουνα ποτέ σε τι οργασμό μπορούσε να φτάσει επεξεργαζόμενο».

- Ποιο ήταν το δικό σας βίωμα από την ιστορία του «Δράκου του Σέιχ Σου;

«Μεγάλωσα στη Νέα Μηχανιώνα μέσα σε ένα μεγάλο καφενείο, δουλεύοντας μαζί με την οικογένειά μου. Από το σούσουρο που γίνεται με τη δολοφονία του Λαμπράκη και το Δράκο του Σέιχ Σου απ' τους θαμώνες του καφενείου, αγρότες, ψαράδες και λίγους γραμματιζούμενους, από τον τρόπο που αντιδρούσαν, διαμορφωνόταν μια κοινή συνείδηση, μια κοινή γνώμη στη μικρογραφία της επαρχίας. Εγώ αντιλαμβάνομαι ότι αυτά τα δύο γεγονότα ήταν τα μεγάλα θέματα. Μάλιστα είχα κρατήσει από εφημερίδα της εποχής το μετέπειτα εξώφυλλο του βιβλίου μου, τη φωτογραφία του Αριστείδη Παγκρατίδη. Την κρατούσα σαν φυλαχτάρι, σαν να ήξερα ότι κάποτε θα ασχοληθώ μ' αυτό το θέμα».

Τα πρόσωπα που συνδέονται στο βιβλίο του Θ. Κοροβίνη με τον Παγκρατίδη, συμμαθητές, φίλοι, χωροφύλακες, περιπτεράδες, τραβεστί και λαϊκές τραγουδίστριες, ενσαρκωμένοι από τους ηθοποιούς του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας Τα πρόσωπα που συνδέονται στο βιβλίο του Θ. Κοροβίνη με τον Παγκρατίδη, συμμαθητές, φίλοι, χωροφύλακες, περιπτεράδες, τραβεστί και λαϊκές τραγουδίστριες, ενσαρκωμένοι από τους ηθοποιούς του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας - Ποιο είναι, όμως, το χρέος σας απέναντί του;

«Το χρέος είναι σε ένα παιδί της μοίρας και του πάθους, το οποίο η κοινωνία θυματοποιεί για να σκεπάσει ενοχές και συμπλέγματα ανθρωποφαγικής μορφής. Στοιχεία που συνθέτουν μια εικόνα της μετεμφυλιακής Ελλάδας ζοφερή. Αν μάλιστα τα συσχετίσω με το σήμερα, με αυτά που αποκαλύπτονται, παρ' ότι ήδη όλοι τα γνωρίζαμε, για τους άρχοντες της Θεσσαλονίκης αποκαλύπτεται ότι υπήρχε μια υπόγεια, πολύ ισχυρή γραμμή που τα ενώνει».

- Εχετε πει «συχνά πίσω από το προσωπείο των δρακοντοκτόνων κρύβονταν έντεχνα οι καθαρόαιμοι δράκοι». Ποιους εννοείτε;

«Υπάρχει μια δικογραφία συγκλονιστική για την υπόθεση Παγκρατίδη, όπου εμφανίζεται ένας από τους διαφθορείς του παιδιού και κοκορεύεται μέσα στο δικαστήριο. Η παιδεραστία, δηλαδή, νομιμοποιείται ενώπιον των ενόρκων, των δικαστών και του ακροατηρίου. Ξεμπροστιάζει τον εαυτό του αυτός ο άνθρωπος και κανείς δεν σαλεύει. Μιλάμε για μια φαρισαϊκή εποχή, ηθικολογική. Μέσα σε αυτό το σκηνικό του φόβου, των συμπλεγμάτων και της πολιτικής δίωξης των ανθρώπων -ούτε φτωχός δεν μπορούσες να πεις ότι είσαι, όχι μόνο κομμουνιστής- εμφανίζεται κι αυτό το παιδί, ο Παγκρατίδης, που είναι ένα τραγικό πρόσωπο σαν τα τραγικά πρόσωπα της αρχαιότητας. Είναι διωγμένο, απολωλός πρόβατο, αποδιοπομπαίος από το σπίτι, βιασμένος μικρός. Εχει κάνει όλα τα επαγγέλματα του δρόμου. Το γεγονός είναι ότι στήνεται μια δίκη με προειλημμένη απόφαση. Ο τρόπος που θέλανε να την κλείσουν είναι σκανδαλωδώς ύποπτος».

- Ο «Γύρος του Θανάτου» αναδεικνύει πολλές λαλιές, που πλέον έχουν εκλείψει.

«Εχουν περιοριστεί, έχουν υποβαθμιστεί, έχουν συρρικνωθεί. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι τις δεκαετίες του '50 και του '60 η επιβεβλημένη καθαρεύουσα, η γλώσσα της γραφειοκρατίας, των δικαστηρίων, της αστυνομίας, των σχολείων, του στρατού αντιστρατευόταν την αργκό και τα λαϊκά. Είχαμε εντούτοις την ανάπτυξη μιας λαϊκής γλώσσας με τις ιδιορρυθμίες της, όπως τα καλιαρντά, που έχουν ξεχαστεί εντελώς. Μόνο δάνεια μείνανε. Το βιβλίο αναδεικνύει στοιχεία και ατμόσφαιρες της γλώσσας μας».

Μια εικαστικά «καθαρή», μινιμαλιστική και σύγχρονη όψη δίνει στη νεοελληνική τραγωδία του Δράκου του Σέιχ Σου ο Νίκος Μαστοράκης Μια εικαστικά «καθαρή», μινιμαλιστική και σύγχρονη όψη δίνει στη νεοελληνική τραγωδία του Δράκου του Σέιχ Σου ο Νίκος Μαστοράκης - Πενθείτε καθόλου για τη σημερινή γλωσσική φτώχεια;

«Εγώ πενθώ για άλλα πράγματα. Αγανακτώ. Αγανακτώ για το γεγονός ότι ο λαός αυτός, πολύ προτού περάσει αυτή τη φάση, παρουσίασε στοιχεία ραγδαίας ενδοτικότητας και παθολογίας. Και σιγά σιγά, ετεροκαθοριζόμενος μέσα από την παγκοσμιοποίηση και άλλα κέντρα, οδηγήθηκε σε μια σταδιακή αλλοίωση της ταυτότητάς του. Η ανάγκη να προσδιοριστούμε ως ελληνική ταυτότητα είναι σήμερα ένα είδος συνείδησης. Ενα ξαναστήσιμο αυτού που γκρεμίστηκε».

- Γύρω από τον Παγκρατίδη ανασυνθέτετε μια ολόκληρη εποχή και ανθρωπότυπους λησμονημένους, όπως ο δωσίλογος ή ο παρακρατικός.

«Ή ο συντηρητικός καθαρευουσιάνος. Ο χωροφύλακας. Δεν ήταν όλοι οι χωροφύλακες φασίστες. Εγώ βάζω στο βιβλίο ένα χωροφύλακα που έχει δημοκρατικά φρονήματα. "Ο Γύρος του Θανάτου" έχει επίσης και τα περιθωριακά στοιχεία, γιατί ο Αριστείδης ήτανε περιθωριακός τύπος -παρ' όλο που προσωπικά δεν συμφωνώ με το χαρακτηρισμό περιθώριο».

- Ενώ έχει χαθεί το κομμάτι της περιθωριακής, ρεμπέτικης Θεσσαλονίκης, που περιγράφετε, από την άλλη έχει αναβιώσει σήμερα το ταραγμένο πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο εκείνων των καιρών. Η καταστολή, ο φασισμός των νοοτροπιών, εν μέρει ο χαφιεδισμός...

«Εχουν εκλείψει εντελώς το περιθώριο και η ρεμπέτικη Θεσσαλονίκη. Εδώ ο Πειραιάς χάλασε, που ήταν η μάνα του ρεμπέτικου. Η Θεσσαλονίκη εξέθρεψε πράγματι την εποποιία του Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη στα χρόνια της Κατοχής. Σήμερα, δεν υπάρχει τίποτα. Εγώ που τραγουδώ ρεμπέτικο κάνω κάτι πολύ ιδιαίτερο, που δεν γίνεται πια και το κάνουν 4 - 5 άνθρωποι. Το ρεμπέτικο έχει μια ολόκληρη μυθολογία. Τα πρόσωπα και το αξιακό σύστημά του έχουν πεθάνει προ πολλού. Εχει περάσει στην ιστορία το ρεμπέτικο, παρ' όλο που υπήρξε μια αναβίωσή του μετά τη Δικτατορία με εκπροσώπους του νεο-ρεμπέτικου».

- Το αξιακό του ρεμπέτη τι εμπεριείχε;

«Την μπέσα. Εφυγαν τα πρόσωπα, έφυγε η μαγκιά...»

- Εχετε επισημάνει ότι τη δεκαετία του '50 είχε διαμορφωθεί στη χώρα μας ένα «ανθρωποφαγικό σκηνικό όπου όποιος πολίτης δεν είχε συμπεριφορά δουλική όφειλε να λογοδοτεί ή να κολάζεται». Είναι κάτι που θα μπορούσατε να έχετε γράψει και για σήμερα.

«Απολύτως. Ο αυτοπροσδιορισμός τότε ήταν κάτι αδιανόητο. Εδινες λόγο παντού, στον παππού, στη γιαγιά, στη μάνα, στο δάσκαλο, στον αγροφύλακα. Γι' αυτόν το λόγο, είχαμε και διάφορα ψυχοπαθολογικά εκτρώματα. Σήμερα επιστρέφουμε σε ένα νεοσυντηρητισμό. Γιατί η ελευθερία θέλει προπόνηση, θέλει δουλειά, γνώση και διεκδίκηση. Ξαναγυρνάμε πάλι πίσω, μαζί με τα φυτώρια του νεοφασισμού που θερίζουν την Ελλάδα. Οι οπισθοδρομήσεις είναι και πολιτικού και ηθικολογικού τύπου. Σταδιακά εκχωρούνται οι ελευθερίες μας. Αφήσαμε να χαθεί πολύς χρόνος το περασμένο διάστημα. Υπήρξε μια παγωμάρα, αν δεν την πω ενδοτικότητα. Ηταν ένα είδος παθολογίας του ελληνικού λαού. Συνεχίζεται. Χρειάζεται ειδική ανάλυση για το πώς συμπεριφερόμαστε ως λαός. Δεν είναι μόνον ότι αρχίζουμε και χάνουμε τη μαγκιά μας εντελώς. Συντελείται πλέον μια θεσμική καταστολή, που δεν είναι απλώς προφορική. Εγώ δεν πιστεύω στην έννοια "παρακράτος". Ο μεγάλος φόβος εδώ είναι ότι ο φασισμός περνά στο κράτος και γίνεται θεσμικός. Σημασία έχει τι ρόλο θα παίξει ο λαός. Οπότε θα φανεί και τι είναι αυτός ο λαός. Αλλά οι συμπολίτες μου, εκτός από μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού, δεν μπορούν να αλλάξουν νοοτροπία. Δεν αλλάζει η νοοτροπία του συντηρητικού Θεσσαλονικιού, ο οποίος μέχρι χθες λάτρευε τον Παπαγεωργόπουλο και τον Ψωμιάδη. Πώς θα γίνει διαφορετικός; Θα μασκαρευτεί και θα κάνει τα ίδια αργότερα. Αρα κάτι συμβαίνει και με τον κόσμο, με αυτόν το λαό».

- Εχετε κάποια ερμηνεία;

«Δεν έχω μια απάντηση για αυτή την ψυχοπαθολογία. Από τα 30 χρόνια εμπειρίας, ως εκπαιδευτικός, ξέρω ότι οι ίδιοι και οι ίδιοι πηγαίναμε στις απεργίες. Ο λαός, δηλαδή, και στα καλύτερά του δεν ήτανε καλύτερος για να είναι τώρα, που έπρεπε να είχε χυθεί στους δρόμους. Και η στροφή προς τα αριστερά κάνει κάμψη. Γιατί ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός φοβικός και φοβισμένος. Δεν είναι λαός με τσαμπουκά, που θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του».

- Η σημερινή κρίση σάς θυμίζει καθόλου παλαιότερες εποχές;

«Δεν έχω να τη συγκρίνω. Ρώτησα το νονό μου, που είναι 99 ετών, κομμουνιστής παλιός, απ' τη Σμύρνη, και μου λέει "τέτοιο πράγμα δεν έχουμε ξαναζήσει. Κι ας ζήσαμε την υποτίμηση της δραχμής - τα λεφτά στην Κατοχή δεν πιάνανε μία". Αυτού του είδους την επίθεση στα σπίτια του κόσμου και το ξεβράκωμα δεν το έχουμε ξαναδεί. Δεν υπάρχει εμπειρία παρόμοια».

- Η πολιτική έχει αυτοϋπονομευτεί ανεπανόρθωτα;

«Χρειάζεται να βρεθεί ένας πολιτικός σαν τον αείμνηστο τον Τσάβες, που να πάρει τη φτώχεια με το μέρος του μέσα από πρακτικές συγκεκριμένες. Εδώ δεν έχουμε αντίστοιχα φαινόμενα, δεν έχουμε στην Ελλάδα Μπολιβάρ. Η μόνη ελπίδα που υπάρχει μέσα από την Αριστερά συρρικνώνεται. Η αυτοϋπονόμευση της πολιτικής οδήγησε σε μια ακύρωση της εμπιστοσύνης του κόσμου γενικότερα. Ο λαός δεν είναι άμοιρος των ευθυνών του. Οι λαοί έχουν πολλές ευθύνες».

- Η τρικομματική;

«Είναι εντολοδόχοι μιας καταστροφής ενός λαού. Πρέπει να δώσουν λόγο κάποια στιγμή. Μοιάζουν ασύδοτοι. Εχετε μήπως την εντύπωση ότι αν πρέπει να υπογράψουν νέα μέτρα, που θα πετάνε τον κόσμο από τα σπίτια του, θα διστάσουν να το κάνουν; Αυτοί δεν έχουν ιερό και όσιο».

- Επομένως, ο ελληνικός λαός έχει προδοθεί.

«Σε ένα βαθμό, μπορεί να έχει προδοθεί. Αλλά έχει προδώσει και τον εαυτό του. Σε ένα γράμμα που μου έστειλε ο Ελύτης, όταν είχα ζητήσει την ευχή του, έγραφε να μην ξεχάσουν οι μαθητές μου ότι είναι φορείς της μεγάλης και ένδοξης ελληνικής παράδοσης. Ομως αυτό δεν μπορεί να αποτελεί το άλλοθι για το σημερινό τίποτα ενός λαού!»

- Μπορείτε να είστε αισιόδοξος;

«Παλαιότερα ήμουν. Δυστυχώς, έχουμε προδοθεί από συντρόφους και φίλους που κατεβάσαν' τα βρακιά πολύ εύκολα, χωρίς να τους το ζητήσουνε. Αυτό έγινε σε ένα φάσμα μεγάλο από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα. Οχι καθολικά, αλλά έγινε από ανθρώπους που ευαγγελίζονταν την επανάσταση, αλλά στην πορεία πήραν θέση μέσα στο σύστημα».

- Οι νεότερες γενιές, κύριε Κοροβίνη, σε τι να πιστέψουν; Από πού να κρατηθούν;

«Πρέπει να κάνουν τη μάχη τους. Δεν είναι άλλοθι της απραξίας το ότι σπουδάζουν. Κι εμείς σπουδάζαμε. Αν η πρόκληση των καιρών δεν αφυπνίσει τους νέους και είναι αραχτοί, ελπίδα δεν υπάρχει. Τώρα πρέπει να κάνεις την επανάσταση. Τι θα πεις; Οτι φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου; Οτι φταίνε οι πολιτικοί; Οτι φταίει το Μνημόνιο; Κι εσύ τι κάνεις γι' αυτό; Φταίνε οι γονείς που σε κακόμαθαν και ο παππούς που σε χαρτζιλικώνει ώς τα 45; Τι κάνεις εσύ για να αντιδράσεις; Περιμένω κάτι που δεν έχω δει ώς τώρα. Πέσανε δακρυγόνα πρώτη φορά σε προαύλιο σχολείου. Δεν είδα όμως τη σπουδάζουσα νεολαία να βγει στους δρόμους. Εχει πιάσει τις καφετέριες. Μιλώ για παιδιά ψαγμένα, με ένα επίπεδο, αριστερά. Δεν είναι αυτό που λέω μια βίαιη απαίτηση, αλλά μια απαίτηση των καιρών. Οι νέοι καλούνται απ' τους καιρούς να γίνουν μπροστάρηδες. Δυστυχώς, δεν κάνουν τίποτα. Θα έπρεπε οι αντιδράσεις να είναι μαζικές. Οχι στη μικροκλίμακα που γίνονται. Να τρομάξει η εξουσία. Ο λαός έχει δόντια. Πρέπει να τα βγάλει έξω. Είμαστε αντίπαλοι εμείς που διακυβεύεται η ζωή μας, η υγεία μας, οι άνθρωποί μας, η παράδοσή μας και οι νεκροί μας».

- Εσάς τι σας κρατάει αληθινά όρθιο;

«Η δημιουργία. "Ανοιξα" ένα προσωπικό πολιτισμό που με κρατάει. Οπως και η αγάπη για τον κόσμο, για τους ανθρώπους. Εχω δυνατό συναισθηματικό "νταμάρι"».

* Στο «Γύρο του Θανάτου» παίζουν οι Φωτεινή Μπαξεβάνη, Γιάννης Σιαμσιάρης, Βασίλης Ευταξόπουλος, Ρούλα Παντελίδου, Κατερίνα Γιαμαλή, Αννέτα Κορτσαρίδου, Βασίλης Σπυρόπουλος, Δημήτρης Κολοβός, Βασίλης Σεϊμένης και Κώστας Ιτσιος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
ΚΘΒΕ
Θέατρο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
«Ενας άνθρωπος δολοφονήθηκε μπροστά μου!»
Εσωτερική ένταση
Η «Χιονάτη», ερωτικό γράμμα στο ευρωπαϊκό σινεμά
Θέατρο
Δεν έχουμε στην Ελλάδα έναν Μπολιβάρ
Βιβλίο
Κρυμμένος και ατελής
Μεταξύ φωτός και σκότους
Ο Καβάφης του Δημήτρη Γέρου
«Η ένωσις είναι η φυσική λύσις»
Επίσκεψη από τον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο*
Βιβλιοθήκες
Το γιουσουρούμ θα γίνει παλάτι παραθαλάσσιο
Άλλες ειδήσεις
Η επιστήμη συναντά την τέχνη