Έντυπη Έκδοση

Κραυγές και ψίθυροι

Κάθε χρόνο στην Επίδαυρο μας έγινε συνήθεια: Οι μισοί φωνάζουν για βεβήλωση χαλώντας τον κόσμο και το κλίμα και οι άλλοι μισοί προβληματίζονται για τις φωνές και για τις παραστάσεις. Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες. Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες. Με το ένα ή τον άλλο τρόπο επαναλαμβάνεται το «Αίσχος, Βέβηλοι!» που πρωτακούστηκε στο αργολικό κοίλο και πρωτογράφτηκε στον εθνικό τύπο μετά τη μεταπολίτευση, όταν πια η Επίδαυρος έπαψε να είναι η επικράτεια του Εθνικού Θεάτρου.

Τα τελευταία χρόνια οι φωνές προκαλούνται συνήθως από τις παραστάσεις των ξένων σκηνοθετών που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα, αφού οι έλληνες σκηνοθέτες δεν προσβάλλουν πια τους συμπατριώτες τους (άλλωστε, οι περισσότεροι απ' όσους το είχαν κάνει παλιά έγιναν σήμερα εθνικό κεφάλαιο, άλλοι προφανώς περιμένουν στην επετηρίδα, άρα δεν έχουν λόγους να πολυδείχνουν ότι κι αυτοί μπορεί να ήταν «αποδομιστές»).

Υποστηρίζεται ότι «είναι λάθος να γράφεται και να διαδίδεται πως ο κόσμος γιουχάρει τους ξένους σκηνοθέτες». Και ότι οι παραστάσεις των ξένων αποδεικνύονται «αιρετικές», δηλαδή «διαφορετικές», γι' αυτό και προκαλούν τις αντιδράσεις του κοινού της Επιδαύρου.

Ελληνοκεντρικές κορόνες

Ας ξεχάσουμε λοιπόν ότι πρόκειται για ξένους που προκαλούν πειραματιζόμενοι - καθώς και το πόσο παράδοξο είναι, ειδικά στο θεάτρο, το «διαφορετικό» να προσλαμβάνεται ως σκανδαλώδες. Και ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί εξεγείρεται αυτό το «μαζικό», «λαϊκό» και «αδιαφοροποίητο ταξικά» κοινό, που «προσέρχεται στην Επίδαυρο και συμφωνεί ασυνείδητα αλλά πειστικά με τον Αριστοτέλη»1.

Ταυτόχρονα, ας προβληματιστούμε για τον ρόλο όσων, κάθε χρόνο, απαγγέλλουν λίβελους ενάντια στις αυθαιρεσίες ραψωδώντας, παράλληλα, την ντόπια «παράδοση» ως μια μεστή ονομάτων και μύθων εποποιία. Τέλος, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αν αυτοί που τίποτα δεν τους πειράζει κι όλα τους φαίνονται πολύ κανονικά είναι πράγματι οι «πειραγμένοι θεατές». Εν ολίγοις μήπως επιτέλους αυτό το καλοκαίρι έφτασε η ώρα να καταλάβουμε πού πάμε γενικώς και να μιλήσουμε για τον στραβό γιαλό.

Εχει ίσως κι αλλού γραφτεί πως κάθε χρόνο στην Επίδαυρο οι Ελληνες ως θεατές κινούμαστε στο επίπεδο της καφενειακής αρχαιογνωσίας. Ανακαλούμε όλες εκείνες τις στρεβλωμένες από το χρόνο αναμνήσεις μας από τη σχολική παιδεία (αυτή την παιδεία που όλοι μας κατηγορούμε), όλα αυτά που κάποτε παπαγαλίσαμε για να πάρουμε ένα απολυτήριο, να μπούμε σε μια υποβαθμισμένη σχολή, για να μας δώσουν «αυτό το ρημάδι το πτυχίο». Στην ταβέρνα, ενώπιον φίλων και αμνών, μετά την παράσταση και με το κύρος διδασκάλου του γένους, μνημονεύουμε τον Αριστοτέλη, ταξινομούμε είδη και συγγραφείς, υπογραμμίζουμε το μέγεθος του τραγικού ήρωος, επικαλούμαστε την όψιν και την σκευήν του αρχαίου δράματος, τη διδασκαλία του.

Ανακαλούμε τη μεγάλη παράδοση των δασκάλων του είδους, που δημιούργησαν τη λεγόμενη χρυσή εποχή του Εθνικού Θεάτρου, για την οποία μιλούμε με τη βεβαιότητα του αυτόπτη μάρτυρα, παρά τη χρονική (και άλλη) απόσταση που μας χωρίζει από αυτήν. Ξεσκολίζουμε τους αγράμματους, τους έως ανθελληνισμού ασεβείς σκηνοθέτες.

Τέλος, γενικεύουμε τις απόψεις μας συνδέοντας το θέμα με την υποτιθέμενη «μανιασμένη επίθεση που δέχεται παγκοσμίως η κλασική αρχαιότητα», καθώς και η «σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που... ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία, αυτή που διαμόρφωσε τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό» - και, συνακολούθως, αποκαλύπτουμε εκείνες τις ύπουλες και συνεχείς επιθέσεις όλων των εχθρών του ελληνισμού, από τους οποίους διασώθηκε ανά τους αιώνες το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.

Καταλήγουμε με βεβαιότητα πως δεν είναι δυνατόν να «παραποιούνται» τα κείμενα όταν παίζονται στην Επίδαυρο. Αν βεβαίως παίζονταν οπουδήποτε αλλού, δηλαδή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί αλλά «όχι στην Επίδαυρο». Αλλωστε, «για όποιον έχει στοιχειώδη αρχαιογνωσία και έχει διαβάσει έστω δυο σειρές του Βερνάν, του Νίτσε ή του Ρενάν, αυτά είναι γνωστά: για τους αρχαίους Ελληνες το κοινωνικό και το θρησκευτικό πεδίο ήταν απολύτως συνδεδεμένα. Επομένως, ο βωμός του Διονύσου στην Επίδαυρο είναι σαν το ιερό των δικών μας ναών».

Οθεν και οι οργισμένες αντιδράσεις ορισμένων θεατών, οι οποίοι βλέποντας τους ηθοποιούς στην παράσταση των Περσών του Γκότσεφ να ερμηνεύουν τον ρόλο τους πατώντας τη θυμέλη, τους κάλεσαν με φωνές να κατέβουν αμέσως από εκεί και να παραβούν τις οδηγίες «του γερμανοβούλγαρου σκηνοθέτη».

Εκπρόσωποι, έρημοι και απρόσωποι

Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο όλες αυτές οι ακραίες διατυπώσεις, που ανακαλούν μια επικίνδυνα ελληνοκεντρική λογική, με ό,τι σημαίνει αυτό στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, γράφονται για να οδηγήσουν τους αναγνώστες στην αποδοχή και στην εδραίωση των απόψεων αυτών, ή αν γράφονται χωρίς να αντιλαμβάνονται οι συντάκτες τους τις ιδεολογικές και πολιτικές επιπτώσεις των απόψεών τους· ή, ακόμη χειρότερα, αν πραγματικά εκφράζουν τη σύγχρονη ελληνική συνείδηση, τον λεγόμενο «μέσο έλληνα θεατή», αν εκφράζουν αυτή την απροσδιόριστη, άγνωστη, «αδιαφοροποίητη ταξικά» ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχει μέσα στο θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης, και η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί.

Γι' αυτό και αναλαμβάνουν τη δράση και το λόγο εκείνοι που θεωρούν εαυτούς εκπροσώπους του «λαϊκού κοινού», κάποιοι που μιλούν εξ ονόματός του ή ακόμη κάποιοι που ξεκινούν τις φωνές εναντίον των βέβηλων και ο «λαός» τούς ακολουθεί.

Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι: εκείνοι που δεν ταράζονται με τις ασεβείς και προκλητικές παραστάσεις, τις αιρετικές και σκεπτόμενες, αλλά με τις βαρετές και αναμενόμενες, τις σεμνότυφες και ψευτοδιανοούμενες.

Οι θεατές που δεν αντιδρούν δυναμικά, αλλά χειροκροτούν άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, ίσως μερικές φορές καθόλου.

Αντιμετωπίζουν τα κείμενα σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της παγκόσμιας σκηνής, σκεπτόμενοι εάν και πώς μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο υλικό για την πραγματοποίηση ενός θεατρικού σχεδίου ή ακόμη σκέφτονται πως μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει η παράδοση του κειμένου από τη μουσειακή του χρήση παρά από ριζοσπαστικές μορφές διαχείρισής του, όπως επισημαίνει ο θεωρητικός του θεάτρου Χανς-Τις Λέμαν.

Ολοι εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν ως αυτονόητη την επιλογή ενός έργου, αλλά αναζητούν την εσωτερική λογική, την αιτία που κρύβεται πίσω από την παράσταση και κινεί τους δημιουργούς της να την παρουσιάσουν.

Εκείνοι που αντιμετωπίζουν το θέατρο ως έναν χώρο διαλόγου και ανεκτικότητας, που πηγαίνουν στο θέατρο για να δοκιμάσουν και να αλλάξουν τις βεβαιότητές τους, να ακούσουν και να σκεφτούν, να κάνουν δηλαδή αυτό που πάντα ήταν ζητούμενο από τους θεατές, να συγκροτήσουν το ήρεμο κοινό - το κοινό που κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλάζει θέσεις, που ακόμη κι αν δεν φωνάζει συνειδητοποιεί, μαζί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, πως το θέατρο δεν τελειώνει μέσα στην αίθουσα αλλά εκεί έξω, στην κοινωνία.

Ολοι εκείνοι που τους αρέσουν τα πειραγμένα κείμενα και οι πειραγμένες παραστάσεις οι «πειραγμένοι θεατές», δηλαδή οι σκεπτόμενοι πολίτες. *

1. Ολοι οι χαρακτηρισμοί και οι διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο, με τη μορφή των εντός εισαγωγικών παραθεμάτων, προέρχονται από ενυπόγραφα κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε έγκυρες εφημερίδες της πρωτεύουσας, στο μικρό χρονικό διάστημα που ακολούθησε τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο, δηλαδή στο διάστημα από τις 2 ώς τις 20 Αυγούστου 2009. Για λόγους οικονομίας χώρου δεν περιλαμβάνω τις πλήρεις παραπομπές τους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα επανέλθω στο ίδιο θέμα σε εκτενέστερο και πληρέστερο δημοσίευμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Φεστιβάλ Επιδαύρου
Ματαιώσεις, γιούχα και ανατροπές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογικό Μουσείο Αγίου Νικολάου
Αρχαία νομίσματα γύρισαν στην Κρήτη
Βιβλίο
Oh! χάπι days
Ο Λέων βρυχάται στο Βυζάντιο
Τα άνθη του καλού
Εικαστικά
Ο Μιρό μετακομίζει
Κινηματογράφος
Δύο μήνες, δέκα φεστιβάλ
Βιομηχανία θανάτου
Κόμικς
Οιδίπους επί Σόχο
Μεταπτυχιακό στη δημιουργική γραφή
Συγγραφείς με μάστερ
Μουσεία & Αρχαιολογικοί χώροι
Πυρασφάλεια: ένα θέμα που καίει
Μπιγκ Μπεν
Για ποιον χτυπά η καμπάνα
Ο νόμος για τον ελληνικό κινηματογράφο
Τοπίο στην ομίχλη
Συνέντευξη Ερίκ Καντονά
Από τα γήπεδα στο σινεμά
Συνέντευξη Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
«Ηρωές μας είναι οι φωτεινές ψυχές»
Συνέντευξη Χοσέ Καρέρας
«Χωρίς πειθαρχία, καριέρα δεν χτίζεται»
Φεστιβάλ Επιδαύρου
Ματαιώσεις, γιούχα και ανατροπές
Κραυγές και ψίθυροι
Φωτογραφία
Ο δρόμος του Ντούτσε