Έντυπη Έκδοση

Μια ολομερής θεώρηση

Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Στυλιανός Αλεξίου

Ελληνική Λογοτεχνία

Από τον Ομηρο στον 20ό αιώνα

εκδόσεις Στιγμή, σ. 560, ευρώ 48

Εξ όνυχος τον λέοντα τεκμαίρεσθαι. Μεταφερόμενη αυτή η αποφθεγματική φράση στην περίπτωση ενός βιβλίου, θα μπορούσε να σημαίνει ότι από ένα χαρακτηριστικό σημείο του, όπως ο τίτλος, αναγνωρίζεται η αξία του. Και πράγματι, ο τίτλος της καινούριας μελέτης του Στυλιανού Αλεξίου προϊδεάζει για τον ρηξικέλευθο χαρακτήρα της. Ορίζει αυτό καθεαυτό το αντικείμενο της επισκόπησης και όχι την εξέλιξή του στον χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο, από μια άποψη, εξαίρει εκ προοιμίου την ελληνική λογοτεχνία ως ένα όλον ακατάλυτο, ενώ παρόμοια εγχειρήματα είθισται στα καθ' ημάς να τιτλοφορούνται ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας ή, το συνηθέστερο, ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, προσδιορίζοντας στους προλόγους τους το χρονολογικό σημείο της αφετηρίας. Εδώ, είναι ο υπότιτλος αυτός που διευκρινίζει το χρονικό εύρος του σώματος, που παρουσιάζεται ως ελληνική λογοτεχνία. «Από τον Ομηρο στον 20ό αιώνα», που σημαίνει από τον 7ο π.Χ. αιώνα, οπότε και εντοπίζονται τα πρώτα σπαράγματα ομηρικών ποιημάτων, μέχρι τον περασμένο αιώνα. Κάπως ασαφές δείχνει το τερματικό όριο, καθώς θα μπορούσε να αναφέρεται στην αρχή, το μέσον ή το τέλος του αιώνα. Αποσαφηνίζεται, όμως, στον πρόλογο. Στο σώμα που παρουσιάζεται, συμπεριλαμβάνεται η ελληνική λογοτεχνία του πρώτου ημίσεος του 20ού αιώνα, ενώ εξαιρείται αυτή του δεύτερου ημίσεος, ως μη έχουσα ακόμη υποστεί το ξεσκαρτάρισμα του πανδαμάτορος χρόνου. Σε αριθμούς, αυτό μεταφράζεται σ' ένα άνοιγμα 27 αιώνων. Με άλλα λόγια, στην εποχή μας, κατά την οποία προωθούνται συστηματικά και πανταχόθεν η εξειδίκευση και ο κατατεμαχισμός, η μελέτη προβάλλει την αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής λογοτεχνίας. Αυτήν την, από πολλούς, αμφισβητούμενη συνέχεια, ο μελετητής τη στηρίζει κυρίως στην αντίστοιχη μακραίωνη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, για την οποία και επιχειρηματολογεί εισαγωγικά, αλλά και προλογικά σε κάθε επιμέρους χρονική περίοδο. Τέλος, τονίζει πλαγίως αυτήν την ενιαία και διαχρονική Ελληνική Λογοτεχνία, αφιερώνοντας το βιβλίο «στη μνήμη του Γιώργου Σεφέρη», που θεωρεί ότι είναι ο μόνος λογοτέχνης που τη γνώρισε και την εκτίμησε στο σύνολό της.

Εχοντας εξαντλήσει τα του «όνυχος», ερχόμαστε στον «λέοντα». Με άλλα λόγια, στη θέαση της Ελληνικής Λογοτεχνίας, που επιχειρεί ο Αλεξίου. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές της παρουσίασης, όπως αυτές συνοψίζονται στον πρόλογο, φαίνεται να προχωρεί κόντρα στις τρέχουσες θεωρήσεις και προσλήψεις. Ετσι, παραμερίζει τον φιλολογικό σχολιασμό προς ανάδειξη αυτών καθεαυτά των έργων. Επίσης, αποφεύγει τις θεωρίες ανάλυσης και λογοτεχνικής κριτικής, τις οποίες αποκαλεί μόδες, που έρχονται και παρέρχονται. Το σημαντικότερο, αποκαθιστά ορισμένα έργα στη θέση που τους αντιστοιχεί και τα οποία στο παρελθόν είχαν παραγκωνιστεί ως ανάξια λόγου. Τέλος, προβάλλει το πρόσωπο του συγγραφέα αντί να αναφέρεται σε σχολές και ρεύματα, επιστρέφοντας έτσι σε μια προγενέστερη ιστορική αντίληψη. Ο τρόπος που παρουσιάζει αυτό το γιγαντώδες σώμα ελληνικής λογοτεχνίας, είναι διά της επιλογής όσων αποκαλεί κορυφαίους δημιουργούς, διακρίνοντας, παράλληλα, και τα αντιπροσωπευτικότερα έργα τους. Προκρίνει μια αφήγηση άνευ παραπομπών, που κατορθώνει και λημματογραφεί χωρίς να καταστρέφει τη συνέχειά της. Αρκείται, για το σύνολο του έργου, σε μόλις 58 υποσελίδιες σημειώσεις. Προτάσσονται τα βιογραφικά του προσώπου και έπονται όσα έργα του κρίνονται άξια μνημόνευσης, πολλές φορές αντιβαίνοντας την παραδεδεγμένη σήμερα αξιολόγηση. Αρχικά, δίνει την υπόθεση του έργου και μετά, τις μορφικές παρατηρήσεις. Επιμένει στη γλώσσα του κάθε συγγραφέα, ενώ η αναφορά στο εκάστοτε ιστορικό περιβάλλον γίνεται δευτερευόντως. Φροντίζει, πάντως, για την τοποθέτηση των προσώπων μέσα στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς περιγράφει την υποδοχή που είχαν από τους συγχρόνους τους, καθώς και την απήχησή τους στους κατοπινούς. Με δεδομένο το σχεδόν χαώδες υλικό, θα αναμενόταν μια αφήγηση περί διαγραμμάτου, με τάση προς τη γενίκευση. Αντιθέτως, ο Αλεξίου κεντά την αφήγησή του, με απροσδόκητες παρατηρήσεις και συγκρίσεις, καθώς και με παραθέματα στίχων σε δική του, όπου χρειάζεται, μετάφραση. Να σημειώσουμε ότι το σώμα τής κατά Αλεξίου Ελληνικής Λογοτεχνίας είναι ένα σώμα μάλλον ποιητικό παρά αφηγηματικό. Κάποιος, βεβαίως, θα σπεύσει να παρατηρήσει ότι αυτό δεν οφείλεται στις προτιμήσεις του συγγραφέα και τις μέχρι σήμερα εντρυφήσεις του, αλλά ότι συνιστά χαρακτηριστικό του ίδιου του λογοτεχνικού σώματος. Εμείς, πάντως, πιστεύουμε ότι αυτήν τη ροπή της παλαιότερης Ελληνικής Λογοτεχνίας την επιτείνει η αφήγηση του Αλεξίου.

Κατά τ' άλλα, η μελέτη ακολουθεί τον αυτονόητο διαχωρισμό του όλου σώματος σε τρεις χρονικές περιόδους: την ελληνική αρχαιότητα, τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και το Βυζάντιο και τέλος, τη νεότερη περίοδο μετά την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως, που είθισται να αποκαλείται «νέος Ελληνισμός». Το πρώτο έχει διπλάσια έκταση του δεύτερου και το τρίτο είναι κατά είκοσι σελίδες εκτενέστερο του δεύτερου. Ωστόσο, αυτό το δεύτερο μέρος πιθανώς και να παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Κατ' αρχάς, αποκαθιστά στο σώμα της Ελληνικής Λογοτεχνίας τη χριστιανική γραμματεία, συμπεριλαμβανομένων των «απόκρυφων» ευαγγελίων και της εκκλησιαστικής ποίησης. Υστερα, αναπτύσσει εν εκτάσει τη «δημώδη ηρωική ποίηση», σχολιάζοντας τα χαρακτηριστικά του λαϊκού βυζαντινού δεκαπεντασύλλαβου. Ωστόσο, τα τραγούδια του Αρμούρη, του Πορφύρη και του Διγενή τα βρίσκουμε και σε άλλες γραμματολογίες. Το λογοτεχνικό αποπαίδι που, κυρίως, αναδεικνύει, απονέμοντάς του τα καταπατημένα του πρωτοτόκια, είναι το είδος του «μυθιστορήματος». Επιτέλους, ένας ιστορικός που δεν θεωρεί το μυθιστόρημα γέννημα του Βοκκάκιου, αλλά το τοποθετεί στην εποχή και τα μέρη που πρωτοπαρουσιάστηκε. Αυτό σημαίνει 13 αιώνες νωρίτερα, όχι στην Εσπερία, αλλά στην ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για «μια δευτερεύουσα λογοτεχνική δημιουργία της όψιμης ελληνιστικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας», γραμμένη στην απλή ελληνική της εποχής. Στο κεφάλαιο της «πρωτοβυζαντινής περιόδου» παρουσιάζονται τα πέντε σωζόμενα μυθιστορήματα και, αντίστοιχα, στη «μεσοβυζαντινή» και «υστεροβυζαντινή», τα δημοφιλέστερα δείγματα της αναγέννησης του εν λόγω είδους.

Οσον αφορά τα δύο πρώτα μέρη της μελέτης, σχολιάζεται η συνολική γραμματεία της ελληνικής αρχαιότητας και του Βυζαντίου. Δηλαδή, πέραν της λογοτεχνίας, η φιλοσοφία, η ιστορία έως και οι επιστήμες, με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πρώτο μέρος και πιο επιλεκτικά στο δεύτερο. Στο τρίτο, ωστόσο, μέρος, τα κειμενικά περιθώρια φαίνεται να στενεύουν. Εδώ, η γλώσσα αποκτά τον πρώτο ρόλο. Εισαγωγικά, προσδιορίζονται οι διαφορές της μεσαιωνικής ελληνικής από τα νέα ελληνικά και στη συνέχεια, αναζητούνται οι τόποι όπου ευδοκίμησε ο νεοελληνικός λόγος: Κύπρος, Κρήτη, Επτάνησα. Μετά, έρχονται τα δημοτικά τραγούδια, που κρατούν από τους βυζαντινούς χρόνους. Ενώ, πριν φτάσουμε σ' αυτήν καθεαυτήν τη νεοελληνική λογοτεχνία, παρατίθεται ένα κεφάλαιο για το γλωσσικό ζήτημα.

Στα καταληκτικά κεφάλαια ο Αλεξίου ορίζει τους κορυφαίους του «νέου Ελληνισμού», πηγαίνοντας και πάλι κόντρα στις τρέχουσες ιεραρχήσεις. Εν αρχή, οι δύο Επτανήσιοι, όπου το εκτενές κεφάλαιο για τον Σολωμό και το σχετικά σύντομο για τον Κάλβο είναι αναμενόμενα από έναν σολωμιστή όπως ο Αλεξίου. Ενώ στην Αθήνα προκρίνει, σε αντιστοιχία με τον Σολωμό, τον Μακρυγιάννη και με συντομότερες αναφορές, τον Δημήτριο Βερναρδάκη και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Με αφορμή το γλωσσικό και μόνο μνημονεύει Ψυχάρη-Ροΐδη και μερικά ακόμη ονόματα: Στα Επτάνησα, Λασκαράτο, Μαβίλη, Θεοτόκη. Στην Αθήνα, Καλλιγά, Βικέλα. Τέλος, για «την εποχή της ωριμότητας», δηλαδή από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι τα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, συγκρατεί μόλις 13 ονόματα: Από τη λεγόμενη γενιά του 1880, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και εν συντομία τον συντοπίτη του Κονδυλάκη, εξαίροντας τα κρητικά του έργα. Από το πρώτο μισό του 20ού, «τρεις κορυφές της νεοελληνικής ποίησης», Καβάφη, Παλαμά, Σικελιανό, και μία της πεζογραφίας, Καζαντζάκη, ενώ εν συντομία αναφέρει έναν ακόμη Κρητικό, τον Πρεβελάκη. Ακολουθούν τέσσερις ποιητές, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, όπου χαμηλώνει κάπως τους δύο νομπελίστες, προσθέτοντας ύψος στους δύο άλλους. Ως προεξάρχουσα εμφανίζεται η δυάδα Παπαδιαμάντης-Καζαντζάκης. Εδώ μένει κανείς με την εντύπωση του αντίλογου στην Ιστορία του Κ. Θ. Δημαρά, που, όπως παρατηρεί ο Αλεξίου στον πρόλογο, τους υποτίμησε. Οσο για το 13ο όνομα, είναι ο Δημοσθένης Βουτυράς. Κι αν αυτή η επιλογή εκπλήσσει, ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη δημιουργεί το γεγονός ότι με αφορμή τον Βουτυρά και μόνο μνημονεύει τη «γενιά του '30», όπου και αποφθέγγεται ότι «η γενιά του '30 δεν έδωσε κανένα μεγάλο πεζογράφο». Να σημειώσουμε ότι περιορίζει τους πεζογράφους της εν λόγω γενιάς σε μόλις επτά. Οπως και να έχει, οι απόλυτες κρίσεις δείχνουν πάντοτε παρακινδυνευμένες.

Πάντως, το βιβλίο του Αλεξίου είναι ένα ξάφνιασμα. Είναι ξάφνιασμα γιατί όλο και λιγοστεύουν οι φυσιογνωμίες του φιλολογικού χώρου με καθολική εποπτεία και άμεση γνώση σε ό,τι συνθέτει το πολύχρωμο ψηφιδωτό της ελληνικής γλώσσας. Ως προς αυτό, ο Αλεξίου παίρνει το ρίσκο και δεν κάνει άλλο απ' το να ξεχωρίζει τις ψηφίδες που κατ' εκείνον εξακολουθούν να ιριδίζουν ώς σήμερα. Με άλλα λόγια, έχει την εντιμότητα ή, σωστότερα, την ειλικρίνεια να εκθέτει τις αποκλειστικά δικές του αισθητικές «αλήθειες», οι οποίες, λίγο-πολύ αντιτάσσονται στις καθιερωμένες σήμερα θεωρήσεις. Διαρρηγνύει, δηλαδή, το γνωστό πλαίσιο και το διαρρηγνύει όχι μόνο χρονικά. Το αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί ή οτιδήποτε άλλο, εμπίπτει στο πεδίο του διαλόγου. Καλό είναι να γίνει κάποτε κι αυτό, χωρίς τις συνηθισμένες αγκυλώσεις. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς