Έντυπη Έκδοση

Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης

Κώστας Γ. Γανωτής

Περιμένοντας τον Λάκη Ρα

εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 152, ευρώ 13,70

Από τις σελίδες του Κώστα Γανωτή απουσιάζουν οι ευτυχείς στιγμές της πορείας του ως μουσικού. Μόνο περιστασιακά η γραφή αποκαλύπτει τους καρπούς και τις δικαιώσεις αυτής της πολύχρονης ενασχόλησης. Το βλέμμα του Γανωτή ιχνηλατεί τα πρώτα του μουσικά βήματα, στα πατάρια του Βόλου και σε επαρχιακά νυχτερινά κέντρα, για να αποδώσει ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης και αποξένωσης, που στις τελευταίες σελίδες προβάλλει ασφυκτικό. Σημείο αναφοράς στις αναδρομές του είναι η μορφή ενός εκκεντρικού καλλιτέχνη, του Λάκη Ρα («τιμητής πανάξιος του περιθώριου»), που, σε αντίθεση μ' εκείνον, υπήρξε συνεπής απέναντι στις φιλοδοξίες του και σε αυτό που έκανε, έστω και αν πολλές φορές έγινε κυματοθραύστης της σκαιότητας ενός κοινού εξαγριωμένου και χαμερπούς. Στην αρχή της βιωματικής του αφήγησης, ο Γανωτής περιμένει τον Λάκη Ρα έξω από τη μάντρα ενός κατ' ευφημισμόν μπουζουξίδικου, φτιάχνοντας στο μυαλό του «το μπουζουκορεπερτόριο που θα μου έδινε ψωμί να φάω». Ομως, όσο η αναμονή παρατείνεται τόσο πιο έντονα έχει την εντύπωση πως ο χώρος και οι άνθρωποί του τον διώχνουν. Οταν ο Λάκης Ρα έρχεται, εκείνος έχει ήδη πάρει την απόφαση να αποδράσει οριστικά από τα σκυλάδικα της επαρχίας, το «σκυλοπανηγυριτζίδικο» ρεπερτόριο και γενικότερα το ξεπούλημα.

Αν και μόλις είκοσι εφτά χρόνων, νιώθει εξουθενωμένος από την επαρχιακή νύχτα και πια δεν αποζητά τη δροσιά των γαρίφαλων του νεκροταφείου πάνω στο πρόσωπό του, στο ναδίρ του κεφιού που έσβηνε κάθε ξημέρωμα, αφήνοντας πάνω στις αυτοσχέδιες πίστες ένα σκουπιδαριό. Στην Αθήνα φτάνει κουβαλώντας όλα τα απωθημένα της ζωής σε μια κλειστή κοινωνία. Ωστόσο, τίποτε φωτεινό δεν δρασκελίζει το ημίφως στο υπόγειο της Μαυρομιχάλη. Μολονότι είχε πει το μεγάλο «όχι» στη «νυχτόβια μπουζουκονοοτροπία», δεν έβλεπε από πουθενά την παραμικρή ανταμοιβή για το νεανικό του θάρρος. Οι περιπλανήσεις του από το Πεδίον του Αρεως, το καταφύγιο ανομολόγητων συναπαντημάτων, στην πλατεία Εξαρχείων με τους παράφορους αμφισβητίες και κατόπιν στη Σκουφά, που έσφυζε από ηχηρές ρητορείες, ισοδυναμούν για τον ίδιο με σπουδή στην πολυφωνία του αστικού τοπίου και ταυτόχρονα συνθέτουν το σκηνικό της αποτίμησης του εαυτού του και των επιθυμιών του. Κάποιες ανέλπιστες συνεργασίες, η ανοιχτή πόρτα μιας δισκογραφικής εταιρείας, υποσχέσεις μεγαλόσχημων παραγόντων, πολύτιμες γνωριμίες, όλα αυτά τα μικρά θαύματα που του επιφυλάσσει η μεγάλη πόλη, πυρπολούν τις φαντασιώσεις του για καλλιτεχνική δόξα. Σταδιακά όμως οι αδόκητες προδοσίες αλλά και η απόρριψη από πολλούς πάνω στους οποίους είχε στηρίξει σοβαρές ελπίδες, εγκατασπείρουν μέσα του την αμφιβολία για τους ίδιους τους στόχους του και του δημιουργούν ένα αμετακίνητο αίσθημα ερημίας. Αισθάνεται πως και πάλι μετατρέπεται σε θήραμα κανιβαλικών βλεμμάτων, πως ο υπερφίαλος νάρκισσος της νεότητάς του άρχισε ξανά να του βάζει τρικλοποδιές. Οπως σημειώνει σε κάποιο σημείο του βιβλίου: «Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, δεν με αναγνωρίζω. Είμαι ό,τι με ενοχλεί και βρίζω». Εκ των υστέρων συλλογίζεται πως το πικρό χαμόγελο του Λάκη Ρα τη στιγμή που τον αποχαιρετούσε έξω από τη μάντρα ενός άθλιου μαγαζιού, ένα απομεσήμερο του Αυγούστου του 1982, του έλεγε πως «μικρόκοσμοι με απωθημένα μπουζουκολεζάντας συνθέτουν και τον μεγαλόκοσμο της Αθήνας». Βουβή παραίνεση, η οποία έγινε ετεροχρονισμένα αντιληπτή μέσα από «άλαλα κρυφά δάκρυα».

Η εξομολόγηση του Γανωτή υιοθετεί αποχρώσεις και τονισμούς ποιητικού λόγου. Οι αναπολήσεις του σκιαγραφούνται σαν θραύσματα εικόνων, μέσα στις οποίες έχει αποτυπωθεί όλος ο άρρητος αντίκτυπος, που τις έκανε εντέλει ανεξάλειπτες. Η σφοδρότητα των συναισθημάτων και η φόρτιση από τις παλινωδίες τους εγκλείονται σε μικρές φράσεις, οι οποίες οφείλουν τη συγκινησιακή τους ισχύ στη δεξιότητα της αποσιώπησης. Η ειρωνεία επαγρυπνεί για την εγνωσμένη ροπή στη ματαιοδοξία, ενώ η θλίψη για τις κάθε λογής ματαιώσεις και η κούραση από την έμμονη αυτοπαρατήρηση εκτονώνονται με την επίκληση ενός παιγνιώδους προσωπείου, το οποίο ο Γανωτής επιστρατεύει στην επιλογική συνάντησή του με τον Λάκη Ρα. Εχοντας συγχωρήσει στον εαυτό του ανομήματα του παρελθόντος, όπως η δειλία, ο κομφορμισμός, οι καριερίστικες αγωνίες, οι επιπόλαιοι ενθουσιασμοί, η ευκολία της υποταγής, η φίμωση των «όχι», αδήριτων σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί πλέον να συστηθεί στο τέλος του βιβλίου ως «Ευδαίμων Κοντοθώρης». Ενα προσωπείο που, όπως όλη η αφήγηση του Κώστα Γανωτή, μετεωρίζεται ανάμεσα στον αυτοσαρκασμό και στην αυταρέσκεια. Με το εν λόγω πλαστό ονοματεπώνυμο είχε βαφτίσει το 1995 το πρώτο του βιβλίο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Για το ίδιο θέμα
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς