Έντυπη Έκδοση

Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς

Το καλοκαίρι έφυγε και ήρθε το φθινόπωρο με τα σαλιγκάρια του, για να τα ζηλεύουμε, αφού, ως χώρα, δεν μας έχει μείνει ούτε σάλιο. Και λοιπόν; Θ' αρχίσουμε την αναπόληση περασμένων μεγαλείων; Οχι!

Θ' αρχίσουμε την ανασυγκρότηση, έστω και των ελαχίστων δυνάμεων που απόμειναν εντός μας, ώστε να αποφύγουμε την ισοπέδωσή μας τόσο από τις ξένες επιβολές όσο και από τον εγχώριο εθνικισμό που αυτές διεγείρουν, καθώς έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί: μετά το προαιώνιο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», φαίνεται πια να ισχύει το «φοβηθείτε Δαναοί τα δώρα που σας φέρνουν», γιατί μπορεί αυτά να συνεπάγονται την υποτέλεια και, ως επακόλουθό της, τον αφανισμό.

Αγαπάμε την Ελλάδα, με τις αλήθειες και τα ψέματά της· με τα ερείπια και τις φυσικές της ομορφιές. Και είναι φορές που τα ερείπια δείχνουν ομορφότερα, καθώς δεν έχουν τίποτα να χάσουν, αφού η αλαζονεία του ακμάζοντος τα εγκατέλειψε πριν συσταθούμε ως σύγχρονο έθνος και κράτος, πριν τα εντάξουμε στην εδαφική μας ακεραιότητα.

«Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας», αναφώνησε ο Νίκος Εγγονόπουλος το 1944, όταν η χώρα βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή, επιτελώντας πράξη αντίστασης με το ομώνυμο έργο του, το οποίο φέρει τον υπότιτλο Ενα ελληνικό ποίημα1. Και η έννοια του ωραίου για τον Ελληνα δεν υπονοεί μόνο την εξωτερική ομορφιά: υπονοεί περισσότερο αρετές του χαρακτήρα, με πρώτη τη γενναιότητα. Διαφορετικά, προς τι ο ύμνος του Εγγονόπουλου για τον Βενεζουελανό Απελευθερωτή της Λατινικής Αμερικής;

Βεβαίως, οι περιστάσεις δεν είναι ίδιες ώστε να γεννούν ξανά και ξανά Μπολιβάρ και Ανδρούτσους, αλλά, όπως θα έλεγε και ο Μακρυγιάννης, να μη μας κάνουν και κοντόσηδες, γαμώ το Ρεσούλη2 τους! Να μη μας κάνουν προδότες και να διστάζουμε να λέμε ότι είμαστε Ελληνες, είτε από ντροπή για την κατάντια μας ως κράτος είτε από τον φόβο μας ως άτομα μη μας πουν εθνικιστές.

Πώς αναγνωρίζουμε στον Σουηδό, για παράδειγμα, την ταυτότητα του Σουηδού, στον Γερμανό, του Γερμανού, στον Γάλλο, του Γάλλου, στον Ισπανό, του Ισπανού;

Αλήθεια, ας σταθούμε, λόγω συγγενούς σήμερα πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, στην ταυτότητα του Ισπανού.

Το 1898 η Ισπανία, χάνοντας και τις τελευταίες υπερπόντιες κτήσεις της, κινδύνευσε να περιέλθει σε εθνικό μαρασμό. Η άλλοτε αυτοκρατορία, που στα εδάφη της ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, αναγκάστηκε να περιοριστεί στα σημερινά σύνορά της χωρίς ίδιους πόρους, αφού επί αιώνες βασιζόταν στον πλούτο των αποικιών που απομυζούσε, και μ' ένα ποσοστό αναλφαβητισμού εβδομήντα πέντε τοις εκατό κινδύνευσε ακόμα και να απορροφηθεί από την εκβιομηχανισμένη Ευρώπη.

Τότε, μία ομάδα συγγραφέων, που πέρασε στην ιστορία ως η γενιά του '98 και που πολύ πριν από την καταστροφή είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για την πολιτική, κοινωνική και πνευματική κατάσταση της Ισπανίας, ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας και απαίτησε ριζική μεταρρύθμιση στη χώρα. Οπως δήλωνε ο Αθορίν, από τους κύριους εκπροσώπους της γενιάς αυτής, με πρωτοστατούντα τον Μιγέλ δε Ουναμούνο, «η ομάδα δεν μπορούσε να παραμείνει απαθής μπροστά στη λυπηρή ισπανική πραγματικότητα. Οφειλε να παρέμβει»3.

Πώς; Με ιδεαλισμό, σοβαρότητα και, ταυτόχρονα, με οξύ ατομικιστικό πνεύμα, που επέτρεπε να υιοθετούν ποιητική και υποκειμενική στάση απέναντι στα πράγματα.

Είδαν τον τόπο τους, ιδίως το αυστηρό καστιλιάνικο τοπίο, ως σύμβολο των πνευματικών αξιών της φυλής τους. Ξαναδιάβασαν την Ιστορία τους. Ανέτρεξαν στους κλασικούς των ισπανικών Γραμμάτων και Τεχνών. Ξανανακάλυψαν ποιητές, όπως ο Γκόγκορα και ζωγράφους, όπως ο Θεοτοκόπουλος. Κυρίως, όμως, αναζήτησαν το πρότυπο, το αρχετυπικό σύμβολο, το ταυτόσημο της ισπανικής ψυχής· το βρήκαν στον Δον Κιχώτη και το κατέδειξαν με αμέτρητες φιλολογικές και φιλοσοφικές μελέτες γύρω από τον ήρωα και το έργο του Θερβάντες.

Μήπως, λοιπόν, χρειαζόμαστε κι εμείς τη δημιουργία μιας αντίστοιχης ομάδας ευπατριδών του πνεύματος; Ή μήπως υπάρχει ήδη και απλώς διστάζει να παρέμβει; Και το δικό μας πρότυπο; Οιδίποδας ή Αντιγόνη; Ή ακόμα πιο παλιό: Προμηθέας;

Ας αφήσουμε, προς το παρόν, το αίτημα να αιωρείται κι ας επιστρέψουμε στον σταθερό, προ-κατ, βηματισμό μας.

Τον Ιούνιο, που λέτε, οι Ισπανοί φίλοι μας, καθότι οι σχέσεις μας με την κουλτούρα τους είναι πολύ διευρυμένες, μας ρώτησαν αν θα τους συμβουλεύαμε να έρθουν για διακοπές στην Ελλάδα.

Να έρθετε, να έρθετε, τους είπαμε, και όσοι κυκλοφορούσατε στην Αθήνα ώς τα μέσα Ιουλίου, σίγουρα θα ακούσατε πολλά ισπανικά στους δρόμους της. Για μετά, δεν ξέρουμε. Δεν βγήκαμε από το σπίτι μας· γράφαμε το βιβλίο μας.

Οσο για τους φίλους μας, τους στείλαμε κατευθείαν στα νησιά μας. Και φυσικά, λόγω των συγκυριών που παραπέμπουν σε πλαίσιο φτηνού τουρισμού, τους λύσαμε, τουλάχιστον, το θέμα της διατροφής τους.

Τους εξηγήσαμε, λοιπόν: Μια παλιά αραβική παροιμία λέει ότι «όσο υπάρχουν καρπούζια, χύτρα δεν μπαίνει στη φωτιά». Και από καρπούζια, άλλο τίποτα: Για πρωινό, για κολατσιό, που το λένε και δεκατιανό, και για τ' απόγευμα.

Επειτα, για τα κύρια γεύματα, μια αιγαιοπελαγίτικη συνήθεια, ιδίως των ψαράδων, είναι να μουσκεύουν την κριθαροκουλούρα τους στο θαλασσινό νερό και, συνοδεύοντάς τη με μια ντομάτα, ένα ξερό κρεμμύδι, ένα κομμάτι σκληρή, αρμυρή φέτα και μερικές ελιές, άντε και καμιά κάππαρη, να αντέχουν την αναμονή για μια καλή ψαριά.

Πρόκειται, ασφαλώς, για ένα είδος ντάκου, που μπορεί, ωστόσο, να έχει και την παραλλαγή του, αν αφαιρέσουμε τη φέτα και προσθέσουμε παστά ψαράκια: σαρδελίτσες, αντζούγιες, γαύρους, τσίρους, σκουμπριά, ακόμα και καμιά λακέρδα, χωρίς, φυσικά, να ξεχνάμε και τα καπνιστά, τις ρέγγες και τις πέστροφες.

Αφήστε που με όλα αυτά ταιριάζουν καταπληκτικά τα λευκά ποτά μας: ούζο, τσίπουρο, ρακή, αλλά, κυρίως, το νερό, τόσο απαραίτητο για τον οργανισμό, που το θέλει άφθονο τους μήνες του καλοκαιριού.

Μ' αυτά, λοιπόν, και μ' άλλα, περάσανε εξαιρετικά, περάσανε θαυμάσια, περάσανε θεϊκά και θα ξανάρθουν, μας διαβεβαίωσαν, κάνοντας μια στάση στην Αθήνα, πριν επιστρέψουν στην πατρίδα τους, για να μας δείξουν, ποιητές οι περισσότεροι, τα ποιήματα ή τις ιδέες που τους ενέπνευσε το Αρχιπέλαγος και όχι μόνον, αφού η Ελλάδα, στον ποιητικό χάρτη, είναι μια χώρα τεράστια, σχεδόν αχανής.

«Για τον Σεφέρη», διατείνεται ο Θέσαρ Αντόνιο Μολίνα, προς τιμήν του Ερμή4, «η Ελλάδα είναι ένα όλον: γλώσσα, λογοτεχνία, τέχνη, αρχαιολογία, ιστορία, από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας. Και, αυτή, είναι η συνείδηση που προσπαθεί να επιβάλει, μέσα από τα γραπτά του, όχι μόνο στον ξένο αλλά και στον ντόπιο αναγνώστη». Και λέει για την ποίηση του πρώτου νομπελίστα μας πως, αν είναι ήχος, όπως επιμένει ο Μίλερ, είναι «ο ήχος του ανέμου ανάμεσα στα ερείπια, ανάμεσα στις πέτρες. Ο ήχος της ουσιώδους σιωπής, της ψυχής των πραγμάτων. Σε αυτά ο Σεφέρης ανακαλύπτει τον σκελετό μιας πατρίδας δολοφονημένης, κι επίσης τα σημάδια, τα ίχνη, τις μεταφορές της αιωνιότητας». Ενώ, σε μια άλλη παράγραφο, ο Μολίνα επεξηγεί: «Στον Σεφέρη ενεργεί η συνειδητή μνήμη, όταν δανείζεται πολλά θέματα, ακόμα και αποσπασματικά κείμενα, αλλά επίσης και η μνήμη η μη συνειδητή. Το διαβασμένο μπερδεύεται με τις προσωπικές του εμπειρίες, οι οποίες -ομοίως- αντιπροσωπεύουν αυτές ενός ολόκληρου λαού ζωντανού, ποτέ αφανισμένου. Συχνά ο στοχασμός που κάνει ο ποιητής γύρω από μύθους, όπως αυτός της Ελένης, υπερβαίνει το αμιγώς λογοτεχνικό, ώστε να άπτεται ενός σημερινού συμβολισμού: του άνισου αγώνα του κυπριακού λαού ενάντια στην ξένη κυριαρχία. Με τον ίδιο τρόπο που στην Τροία -σύμφωνα με την αναδιασκευή τού Ευριπίδη- πολεμούσαν για μια σκιά, αφού η αληθινή Ελένη δεν υπήρξε ποτέ, παρά μόνον η εικόνα της, οι Κύπριοι πέθαιναν για ένα άπιαστο όνειρο».

Κι αφού αναφερθήκαμε στην Κύπρο, επίτιμος πρόξενός της στη Βαρκελώνη υπήρξε ο σπουδαίος ελληνιστής και φίλος μας Αλέξης Εουδάλ Σολά, προς τον οποίο ο συμπατριώτης του Λιούις Λιακ -αν και τους μαθαίναμε πολύ συχνά στην Ιθάκη και κάποτε στη Σαμοθράκη- τραγουδάει Θα ιδωθούμε στη Φολέγανδρο5. Από το τραγούδι αυτό αντιγράφουμε ένα μέρος των στίχων σε μετάφραση Λευτέρη Καρυστιναίου:

Ζήσαμε σαν να μην υπήρχε ο θάνατος

και οδηγούμε αυτό το μονοπάτι

σ' έναν ατέλειωτο από απουσίες ορίζοντα.

Εσύ βρίσκεσαι εκεί και βλέπεις πως έρχομαι,

δώσε μου ένα πανωφόρι, Εουδάλ, φίλε μου,

και θ' αρχίσουμε το παιχνίδι των παλιών ναυτικών.

Στην Ιθάκη το νεύμα για την όμορφη επιστροφή,

στο Αμάλφι το φύλλο για να αφήσεις ένα όνομα

και στην Πόνσα για να ζήσεις εν ειρήνη τον θάνατο.

Κι αν κουραστούμε από την αιωνιότητα

στη Φολέγανδρο θα πιούμε κάτι,

ξέρεις πια την πλατεία όπου ξεκουράζεται ο Κόσμος...

Βεβαίως και την ξέρει, αφού, χρόνια τώρα, μας διαβεβαιώνει πως: «Ατελείωτος ο περίπλους, από το ένα νησί στο άλλο, γιατί είναι προτιμότερο να καθυστερείς να φτάσεις στον τελευταίο προορισμό. Επιτέλους, όλο το ταξίδι είναι μια καθαρή τέρψη που, αν εμπλουτίζει το πνεύμα, πρέπει επίσης να δίνει ηδονές στο σώμα και να ζωντανεύει τις αισθήσεις, πράγματα όλα αγαπητά και απαραίτητα για τους θνητούς. Κι έτσι, θα πρέπει να απολαύσουν οι θνητοί τις ηδονικές ακρογιαλιές κάτω από τα χάδια τα καυτά του ήλιου ή, ικανοποιημένοι απ' όλα, να ξεκουραστούν στη μαγευτική θέα του πύρινου ηλιοβασιλέματος πάνω από τις Κυκλάδες»6.

Ο Πέδρο Ματέο, όμως, προτίμησε τα Δωδεκάνησα· απόδειξη το τριμερές ποίημά του Πάτμος 7, από το οποίο μεταφέρουμε εδώ το τελευταίο μέρος:

Είναι καιρός να επιστρέψω στον αγαπημένο τόπο*

για να μαζέψω τους καρπούς των δέντρων,

μες στη βροχή, αναπνοή δική μας και του ήλιου;

Μονάχα μια ενθύμηση τις ώρες της σιωπής,

αποκάλυψη, συμφωνία -όχι τέλος του κόσμου,

μα σύμφυτη αρχή- αναζωογονητικού φωτός;

Ας ξεπηδήσει ένα φύσημα σαν να αναδυόταν τούτο το νησί,

ας αποκαλυφθεί το μυστικό των επτά ονομάτων

πριν μάθουμε από τον παντέρημο Αδη

πως η ζωή κι ο έρωτας στο πλάι του θα βρουν

τις νύχτες τις επτά που μας τρομάζουν.

Ανθίζει η άνοιξη στο όρος Λάτμος

και το καλοκαίρι πνίγει τις ονειρικές μας μέρες

όπως η μεγάλη νύχτα και η σελήνη αποκάρωσαν

τον Ενδυμίωνα μετά το όμορφο όραμά του.

Ας ξεπηδήσει, πια, από τα εύφορα βάθη

και μέσα στο μυστήριο του λόγου,

άπιαστος παλμός ενός αιώνιου πόθου.

Ο Γκιγιέρμο Καρνέρο, ωστόσο, μας έφερε τους προβληματισμούς του ατενίζοντας ένα άλλο νησί. Η επιβίβαση για Κύθηρα8 είναι ο τίτλος του ποιήματός του, που φέρει ως μότο το Sicut dii eritis, τη λατινική εκδοχή τού Cσεσθε ½ς θεοί, (Γένεσις, Γ', 5).

Σήμερα που το θλιβερό καράβι είναι έτοιμο να φύγει,

με την εντυπωσιακή μονοτονία του,

θέλω να μείνω στην ακτή, να βλέπω

τα χρώματα να πέφτουν σε μια θάλασσα σταχτιά

και όπως θα δονεί ο άνεμος αδύναμα

τα ξάρτια και τις χαίτες απ' τους χρυσαφένιους γρύπες

ν' ακούω μακρινά μες στο σκοτάδι

τα κουπιά, τους φάρους, και να 'μαι μόνος.

Πολλές φορές το 'δα να φεύγει από μακριά,

τα μπρούντζινα και τα στολίδια του και τα μουσικά παιχνίδια του:

η λαμπερή κραυγή

ενός τελετουργικού με κρυμμένες χάρες

και μιας σοφίας τόσο παλιάς όσο κι ο κόσμος.

Το 'δα να ξεμακραίνει

ανάλαφρο μ' ένα γλυκό φορτίο ονείρων,

που δεν εκχυδαΐζουν και που η δύναμη ελευθερώνει

απ' τον λαβύρινθο της φαντασίας,

και οι ζωγραφισμένοι μορφασμοί των προσωπείων

μια πολυτέλεια χαρούμενη μα και σοφή,

και όχι σύμβολα του φόβου και της λήθης.

Επίσης μια φορά έκανα το ταξίδι

προσπαθώντας να πιστέψω και να είμαι ευτυχής

και επαναλαμβάνοντας στον χτύπο των κουπιών:

εδώ τελειώνει το βασίλειο του θανάτου.

Και δεν κρατώ μνησικακία

αλλά μια αδέξια επιθυμία που δεν την ικανοποιούν

οι ακροβασίες της θέλησης,

και κάποια αγνωμοσύνη όχι πολύ βαθιά.

Ο Φρανθίσκο Μπρίνες, παραδόξως, πρόλαβε να ταξιδέψει και στην ενδοχώρα. Αυτό υπονοεί το ποίημά του Ο θρίαμβος του έρωτα9, που φέρει την αφιέρωση Σ' εσάς, όμορφα, μελλοντικά φαντάσματα.

Σ' αγάπησα στη Χαιρώνεια. Ημασταν ζωντανοί.

Στην γκρεμισμένη βαρύτητα

μια πνοή θανατερή: ήμασταν ζωντανοί.

Μεσολάβησαν αιώνες, κι άλλα μάτια

χαζεύουν τα ερείπια, ανέπαφα ακόμη.

Ποιος πέρασε από δω; Μόνο το κενό

υπήρξε ο ιστός του χρόνου σ' αυτή την πεδιάδα.

.....................................

Στο μοναχικό πρωί, αγαπηθείτε.

επιταχύνετε την καρδιά,

σαν να είναι το μόνο σημάδι της ζωής.

Διαρκείας τόσης είναι μόνο το κενό.

Οπως, επίσης, το υπονοεί και ένα άλλο ποίημά του με τον τίτλο Μέσα σε γέρικα κύματα ο έφηβος χρυσός 10.

Δεν ξέρω τι επιδιώκω που σας προσκαλώ

στο δρόμο τον μακρύ για Κόρινθο, στη δροσερή

ανάπαυση της θάλασσας αυτής.

Μάρτυρες, ή πρόσχημα.

Ακου, τυφλέ αναγνώστη,

το σώμα του μες στο νερό,

μες στα σπασμένα κύματα το σώμα γκρεμισμένο,

στα ριζά του ψηλού βράχου του Σκίρωνα·

κοίτα με στην άμμο, κάτω απ' το γαλάζιο,

νέος ακόμα, παρατηρητής του ζωηρού χαμόγελού σου,

του υπαρκτού φωτός σου, τώρα που γράφω στίχους

μες στην ορφανή τη νύχτα,

μες στο ναυάγιο του έρωτα.

Δεν ξέρω γιατί σας προσκαλώ,

μάρτυρες της ευτυχίας μου, λάθος πρόσχημα

ενός δημιουργού λέξεων από σκιά.

Τη μέρα εκείνη την κατέστρεψε η σιωπή,

δεν έμεινε τίποτα και για κανέναν.

Αλλά ίσως και να μη μιλήσω μάταια.

Πρόσχημα ικανοποιητικό, μαρτυρία ευσπλαχνική

αν είστε μάρτυρες της ίδιας της ζωής σας.

Ο Χοσέ Μαρία Αλβαρεθ περνώντας από το Σούνιο συγκράτησε μια εικόνα, την έκανε ποίημα με τον τίτλο Παιδιά παίζοντας μπάλα11, και το αφιέρωσε στον Τάσο Δενέγρη.

Κάτι παιδιά παίζουνε μπάλα

σε μια αμμουδιά κοντά στο Σούνιο.

Τα αυτοκίνητα τρέχουνε με ταχύτητα

πλάι στο νερό. Ο ουρανός

σχεδόν σε μαύρο που μπλεδίζει

γυαλίζει πάνω στην ασημένια θάλασσα

όπως η ράχη της σαρδέλας.

Προς δυσμάς,

σχήματα φωτός, υψώνονται

κολόνες του ναού του Ποσειδώνα,

Κυρίου της ιερής θάλασσας.

Οι σιλουέτες των παιδιών διαγράφονται

στην πυρακτωμένη δύση

σαν αγάλματα αθλητών.

Κάποιος

τρέχει προς το μέρος τους και τους φωνάζει

με έκφραση μεγάλης χαράς. Τα παιδιά

διακόπτουν το παιχνίδι τους

κι ακούν αυτόν που πλησιάζει. Τους αναγγέλλει

πως οι Πέρσες κατατροπώθηκαν

και πως μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν

και να είναι ευτυχισμένα.

Και να έχουν μια καλή σχολική χρονιά, προσθέτουμε εμείς.

*Οι μεταφράσεις των ποιημάτων που ακολουθούν, δεν πρέπει να εκληφθούν ως οριστικές.

1. Ο Μπολιβάρ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ικαρος.

2. Ρεσούλης. Από το τουρκικό resul, που θα πει προφήτης. Είναι φανερό πως η μακρυγιάννεια ρήση (Απομνημονεύματα, Α7) χρησιμοποιείται, τροποποιημένη από την υπογράφουσα, χάριν ύφους και όχι ως ύβρις προς τον Μωάμεθ.

3. Οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από:

Ubieto/Regla/Jover/Seco, Introducciόn a la Historia de Espan~a, TEIDE, Βαρκελώνη (1963) και Jose Garcia Lόpez, Historia de la Literatura espan~ola, VICENS-VIVES, Βαρκελώνη (1977)

4. Cesar Antonio Molina, En honor de Hermes, HUERGA&FIERRO, Μαδρίτη (2005)

5. Lluis Llach, Ens veiem a Folegandros από: Λευτέρης Καρυστιναίος/Antton Martίnez Artieda, Φολέγανδρος, εικόνες και κείμενα και το ναυάγιο του EROS, ΙΣΠΑΝΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ, Νάξος (2009)

6. Αλέξης Eudald Sola (κείμενο)/Joan Barbara (χαρακτικά), Εμπούριας, η αρχή ενός νόστου, μτφρ.: Francesc Morfulleda i Caralt, Πολιτιστικό Ιδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία (2004)

7. Pedro Mateo, Patmos, από την ανθολογία: Diversos (7) Demuestran, AGLAYA, Καρθαγένη (2004)

8. Guillermo Carnero, El embargo para Cyterea, από: Jose Paulino Ayuso, Antologίa de la poesίa espan~ola del siglo ΧΧ, 1900-1980, CASTALIA, Μαδρίτη (2003)

9+10. El triunfo del amor και Entre las olas canas el oro adolescente από: Francisco Brines, Poesίa completa (1960-1997), TUSQUETS, Βαρκελώνη (1997)

11. Muchachos jugando a la pelota από: Jose Marίa Alvarez, Museo de cera, RENACIMIENTO, Σεβίλη (2002)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς