Έντυπη Έκδοση

Τυπωθήτω

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Κέντημα με φθαρμένες κλωστές

Νίκη Μαραγκού, Γεζούλ
μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ' αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ' όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ' άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.

Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.

Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ' ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.

Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;

«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».

Ασφαλώς δεν είναι Θεία, τουλάχιστον να είναι Ανθρώπινη

Αχιλλέας Κυριακίδης, Κωμωδία, νουβέλα, εκδόσεις Πόλις

Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ' άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες, του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ' τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω τον θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

Στο αντίστοιχο «Τυπωθήτω» για το Ψυχώ εμφανιζόταν ο ίδιος ο Χίτσκοκ, ο οποίος, για να μην προδώσει τα μυστικά της ταινίας του, ξεναγούσε απλώς τον θεατή στο φοβερό σπίτι πάνω απ' το φοβερό μοτέλ και, στο τέλος του τρέιλερ, τραβούσε απλώς την κουρτίνα τού φοβερού ντους. Η δική μου «κουρτίνα» είναι ότι η Κωμωδία πραγματεύεται τη ζωή (ή τις ζωές) ενός ανθρώπου. Τίποτα δηλαδή πιο απλό - ή πιο σύνθετο. Η διαφορά αυτής της «μυθοπλαστικής» ζωής από την «πραγματική» είναι ότι, εδώ, ο αναγνώστης μπαίνει στη ζωή μετά την αρχή της και καλείται να μην αποκαλύψει το τέλος της.

Κατά τον Μπόρχες (Οι τέσσερις κύκλοι), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στον χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) Θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ' ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Ανθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Η Κωμωδία μου ασφαλώς δεν είναι Θεία· ελπίζω, τουλάχιστον, να είναι Ανθρώπινη.

Κάθε βιβλίο ως τελευταίο

Θανάσης Χειμωνάς, Δεν την αγαπάω πια
νουβέλα, εκδόσεις Πατάκης

Στο ξεκίνημα της νουβέλας μου ο Γιάννης βλέπει έναν εφιάλτη. Μια παράξενη γριά χτυπάει το παράθυρο του σπιτιού του με τα δάχτυλά της. Ο Γιάννης είναι αγχωμένος. Περιμένει τη Νικόλ. Τη Νικόλ που είχε ερωτευτεί τρελά αρκετά χρόνια πριν, όταν ήταν φοιτητής στην Γαλλία. Τη Νικόλ που τον είχε εγκαταλείψει και είχε εξαφανιστεί. Τώρα όμως, ξαφνικά, μ' ένα e-mail ξαναμπαίνει στη ζωή του. Του λέει πως θα φτάσει στην Αθήνα με πτήση τσάρτερ και του ζητάει να τη φιλοξενήσει.

Ολα περιπλέκονται στο μυαλό του Γιάννη. Και η κατάσταση περιπλέκεται γενικώς όταν «μπαίνει στο παιχνίδι» ο Θοδωρής, ο καλύτερός του φίλος...

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, ο «Ραμόν», πίσω στο 1998, ήταν πολύ μικρό σε έκταση (μόλις 118 σελίδες) και μάλιστα είχε ξεκινήσει στο μυαλό μου ως διήγημα. Από τότε μεσολάβησαν τέσσερα άλλα βιβλία («Σπασμένα ελληνικά», «Ανεξιχνίαστη ψυχή», «Η Μπλε ώρα», «Ραγδαία επιδείνωση») «φυσιολογικού» μεγέθους και τώρα επιστρέφω στις (μικροσκοπικές) διαστάσεις του πρώτου μου πονήματος.

Επίσης, στο «Δεν την αγαπάω πια» ανακαλύπτει κανείς πολλά κοινά στοιχεία με τα προηγούμενα βιβλία μου. Μια γυναίκα που φτάνει μυστηριωδώς από το εξωτερικό, όπως η Σελίν στα Σπασμένα ελληνικά. Ενα «ερωτικό» (μέσα σε εισαγωγικά) τρίγωνο όπως στη Ραγδαία επιδείνωση. Μια σκηνή σε στριπτιζάδικο, όπως στην Μπλε ώρα. Στίχοι τραγουδιών (από τον Κώστα Καφάση στη Lady Gaga και από τον Δήμο Μούτση στη «Διεθνή»), όπως στην Ανεξιχνίαστη ψυχή.

Η κατάθλιψη του σήμερα. Ο ανεκπλήρωτος και ασυνήθιστος έρωτας. Ο ταραγμένος και γεμάτος με κακά όνειρα ύπνος. Η αυτοκαταστροφή. Ο θάνατος... Οι μετανάστες, μέσα από το επίμονο βλέμμα μιας νεαρής Ρωσίδας.

Το κλείσιμο ενός κύκλου; Το τέλος μιας εποχής; Το τέλος της συγγραφικής μου καριέρας; Δεν ξέρω. Δεν το νομίζω. Η αλήθεια είναι πως αντιμετωπίζω κάθε βιβλίο μου σαν να είναι το τελευταίο μου. Κάθε φορά που τελειώνω, που γράφω την τελευταία λέξη, βρίσκω εξαιρετικά απίθανο το ενδεχόμενο να ξαναγράψω. Είναι σαν κάτι να έχει λήξει για μένα. Σαν μια δουλειά -η οποία από τη μία πλευρά μού έδινε απίστευτη ευχαρίστηση, από την άλλη όμως έπρεπε να φέρω οπωσδήποτε εις πέρας- να ολοκληρώθηκε. Είναι φυσικά λογικό όσο αυξάνεται το συγγραφικό μου έργο να μειώνεται η ανάγκη, η «κάψα» μου, για δημιουργία. Οπως έχω πει και στο παρελθόν, έγινα συγγραφέας απότομα, ξαφνικά σε μια πολύ δύσκολη φάση της ζωής μου. Βίωσα ένα είδος Big Bang, που με ώθησε να γράφω συνεχώς. Το Αλλοθι, το πρώτο μου διήγημα. Η Επιστροφή, το δεύτερο. Ο Ραμόν. Αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατος του πατέρα μου ίσως τα Σπασμένα ελληνικά να είχαν κυκλοφορήσει νωρίτερα. Από ένα σημείο και πέρα όμως τα χρονικά διαστήματα συγγραφικής αδράνειας είναι όλο και μεγαλύτερα, όλο και πιο έντονα.

Ξέρετε όμως κάτι; Δεν μ' ενδιαφέρει. Ποτέ δεν ένιωσα το «σύνδρομο της λευκής σελίδας». Αν κάποια στιγμή πάψω να γράφω, αυτό πολύ απλά θα σημαίνει πως δεν υπάρχει λόγος να το κάνω πια. Η θεωρία μου είναι πως κάθε άνθρωπος σε κάθε μορφή τέχνης έχει ένα αυστηρά περιορισμένο χρονικό διάστημα στη ζωή του όπου είναι δημιουργικός και ουσιαστικά παραγωγικός. Οι όποιες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν το κανόνα κι εγώ δεν έχω την απαίτηση να γεράσω ως συγγραφέας. Διάβαζα πρόσφατα πως ο, μακαρίτης πλέον, Τόνι Κέρτις, όταν διαπίστωσε πως η καριέρα του στην υποκριτική είχε πάρει την κάτω βόλτα, έγινε ένας πολύ επιτυχημένος ζωγράφος. Ισως κι εγώ, λοιπόν, κάποια στιγμή δοκιμάσω την τύχη μου σ' έναν άλλο στίβο!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς