Έντυπη Έκδοση

Το βιβλίο για τις καθημερινές πρακτικές

Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής

Μισέλ ντε Σερτώ

Επινοώντας την καθημερινή πρακτική. Η πολύτροπη τέχνη τού πράττειν

πρόλ.: Luce Giard,

μτφρ.: Κική Καψαμπέλη

εκδόσεις Σμίλη, σ. 509, ευρώ 22

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μισέλ ντε Σερτώ για τις καθημερινές πρακτικές δύσκολα μπορεί κάποιος να συγκρατήσει ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας για επαναλαμβανόμενες, απίστευτα εύστοχες διατυπώσεις, που μπορούν να αποσπαστούν από το συμφραζόμενό τους εν είδει γνωμικών, και ταυτόχρονα βρίσκεται στην παράξενη θέση να πρέπει να σταματάει κάθε τόσο για να σκεφτεί ποιο είναι το θέμα για το οποίο μιλάει: τόσο πολύ παρασύρεται από την ποιητικότητα μιας πρόζας που τον βυθίζει στο είδος ηδονικής ανάγνωσης, το οποίο συνδέουμε με τη λογοτεχνία, και τόσο ο υπερχειλίζων λυρισμός των μικροκινήσεων και αποχρώσεων θρυμματίζει τον επιχειρηματολογικό βηματισμό που αναμένουμε από έναν πραγματευτικό λόγο. Ιδού η δύναμη και η αδυναμία ταυτόχρονα ενός έργου που εντυπωσίασε εξαιρετικά το κοινό και την εποχή του, και που η πρώτη τούτη ελληνική του μετάφραση πασχίζει με όλες της τις δυνάμεις για την καλύτερη δυνατή δεξίωσή του στο ελληνικό τοπίο.

Ιησουίτης θεολόγος κι εν συνεχεία ιστορικός, ο Μισέλ ντε Σερτώ (1925-1986) μπόρεσε όχι μόνο να κρατήσει χωριστά τις θεωρητικές του ενασχολήσεις, αλλά και να κερδίσει ομόφωνο κύρος για τη μεθοδολογική του αυστηρότητα και την παραγωγικότητά του σ' ένα φάσμα εφαρμοσμένων μελετών, που κυμαίνεται από τον θρησκευτικό μυστικισμό του 16ου και 17ου αιώνων μέχρι τους σύγχρονους επιστημονικούς μύθους, και από τις πολιτικές λειτουργίες της γαλλικής γλώσσας μέχρι την «κουλτούρα στον πληθυντικό». Σε αυτό τον τελευταίο θεματικό αστερισμό, που ανέρχεται σταθερά στις ενασχολήσεις του μετά τον αφυπνιστικό αντίκτυπο που είχε -όπως ο ίδιος ομολογεί- ο Μάης του 1968 στη σκέψη του, ανήκει το γνωστότερο από τα έργα του, με το οποίο παρουσιάζεται και στα ελληνικά. Στην πραγματικότητα, Η (πολύτροπη) τέχνη τού πράτειν είναι ο πρώτος, θεωρητικός τόμος μιας έρευνας, με ευρύτερο τίτλο Επινοώντας την καθημερινή πρακτική, που ολοκληρώθηκε και δημοσιεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70, της οποίας ένα δεύτερο, πιο εφαρμοσμένο μέρος ακολούθησε με τίτλο «Κατοικείν, μαγειρεύειν», υπογεγραμμένο από τους Luce Giard και Pierre Mayol. Το μεγάλο θέμα είναι πώς ακριβώς, μέσα από ποιες ευρηματικές και ανορθόδοξες τακτικές, άτομα και ομάδες, που συνήθως λαμβάνονται ως αντικείμενο των στρατηγικών της εξουσίας και της διαφήμισης, χειρίζονται -και κάμπτουν- κυρίαρχες κοινωνικές αναπαραστάσεις κι επιβεβλημένους τρόπους συμπεριφοράς, αναδιεκδικώντας εκείνο το μερίδιο δημιουργικότητας και αυτονομίας που απειλούν να τους στραγγαλίσουν οι δυνάμεις του εμπορίου, της κρατικής πολιτικής και του επιτελικά σχεδιασμένου πολιτισμού.

Ο,τι ακριβώς ονομάζουμε, δηλαδή, «κουλτούρα στον πληθυντικό». Ο συνεργάτης του Luce Giard, από την πλευρά του, συνοψίζει ως εξής το πρόγραμμα στην εισαγωγή που έγραψε για την έκδοση του 1990 (παραθέτοντας διάσπαρτα τον ίδιο τον Ντε Σερτώ): «Ηδη η "θεωρητική αποστολή" του, όπως θα πει, δηλώνεται καθαρά: πρέπει το ενδιαφέρον μας να στραφεί όχι στα πολιτιστικά προϊόντα που προσφέρονται στην αγορά των αγαθών, αλλά στο πώς χρησιμοποιούνται, στις τελέσεις της χρήσης τους· πρέπει να ασχοληθούμε με τους "διάφορους τρόπους να σηματοδοτηθεί κοινωνικά η απόκλιση την οποία επιφέρει σ' ένα δεδομένο μια πρακτική". Το σημαντικό [...] δεν μπορεί πια να είναι η "λόγια κουλτούρα", θησαυρός παρατημένος στη ματαιοδοξία των νομέων του. Ούτε όμως και η "λαϊκή κουλτούρα", ονομασία απονεμημένη έξωθεν από λογίους που απογράφουν και ταριχεύουν όσα έχει ήδη απαλείψει η εξουσία, διότι γι' αυτούς και για την εξουσία "η ομορφιά του νεκρού" είναι τόσο συγκινητικότερη κι εξυμνείται τόσο περισσότερο όσο καλύτερα κλεισμένος είναι στον τάφο. Συνεπώς, πρέπει να στραφούμε στον "διάσπαρτο πολλαπλασιασμό" ανώνυμων και "φθαρτών" δημιουργιών, που μας δίνουν ζωή και δεν κεφαλαιοποιούνται. [...] Ο τομέας αυτός θα αφορά "τις πολιτιστικές τελέσεις που είναι κινήσεις" και οι τροχιές των οποίων, που "δεν είναι απροσδιόριστες", αλλά "δεν μπορούμε καν να υποψιαστούμε ως πού φτάνουν", συγκροτούν ένα σύνολο, την τυπικότητα και τις τροπικότητες του οποίου πρέπει να μελετήσουμε» (σελ. 18-19).

Η πρόθεση μας φέρνει αμέσως στον νου το οξυδερκές έργο του Raymond Williams από τον αγγλοσαξονικό χώρο, και τις λεγόμενες Πολιτισμικές Σπουδές, τις οποίες βοήθησε να γεννηθούν στη δεκαετία του '60. Αναμφίβολα το έργο του Ντε Σερτώ διασταυρώνεται σε πολλά κρίσιμα σημεία με αυτή τη δέσμη προβληματικών, και οπωσδήποτε ιδέες του καρποφόρησαν μέσα στην εκπληκτική διασπορά του πεδίου έκτοτε, στον αγγλόφωνο όσο και στον ισπανόφωνο χώρο, διαχωρίζεται όμως αποφασιστικά χάρη σε μια σειρά γαλλικές ιδιοτυπίες. Πρώτη απ' αυτές -χρειάζεται να το πούμε;- η αναχώρηση από το «γλωσσικό παράδειγμα», την οποία μοιράζεται με στρουκτουραλιστές και μετα-στρουκτουραλιστές. Πηγή του είναι ο ύστερος Βιτγκενστάιν και ιδίως η έννοιά του της γλωσσικής χρήσης (usage). Οι γλωσσικές χρήσεις είναι, κυριολεκτικά μιλώντας, τακτικές του ομιλούντος για τη χειραγώγηση και οικειοποίηση μιας γλώσσας. Αν τώρα ονομάσουμε «στρατηγική» την κατάστρωση της γλώσσας μέσα από την επίσημη γραμματική και το συντακτικό της, έχουμε ήδη το γλωσσικό σύστοιχο της διάκρισης στρατηγικών-τακτικών που παίζει κεντρικό ρόλο στη σκέψη του Ντε Σερτώ: θεσμοί και δομές ισχύος αναπτύσσουν στρατηγικές επιβολής (π.χ. τηλεόραση, διαφήμιση), το λεγόμενο «παθητικό κοινό» αντιτάσσει τακτικές εκτροπής κι επανιδιοποίησης - όπως ένας πρόσφυγας μιλάει ιδιωματικά, και στην πράξη αλλοιώνει, την ξένη γλώσσα... Το δεσπόζον αυτό παράδειγμα έχει πολλαπλά πεδία εφαρμογής. Για παράδειγμα, αν η «πόλη» είναι προϊόν στρατηγικής χειραγώγησης του χώρου εκ μέρους κυβερνήσεων, εταιρειών και άλλων θεσμικών οργανισμών, η οποία αντανακλάται στο χωροταξικό διάγραμμα, το απλό περπάτημα, η περιπλάνηση (ναι, σωστά θυμάται κάποιος εδώ τον Μπένγιαμιν) είναι μια αυτοσχεδιαστική τακτική που παράγει απροσδόκητες χρήσεις κι εμπειρίες απρόβλεπτες από τον πολεοδομικό σχεδιασμό· αν ο Χριστιανισμός των conquistadores ήταν μια στρατηγική πολιτισμικής ενσωμάτωσης των υποτελών πληθυσμών, η κατάμεστη με παγανιστικά σύμβολα ιδιοποίησή του από τους βραζιλιανούς ιθαγενείς είναι μια τακτική πολιτισμικής επιβίωσης που υπονομεύει τον αποικιοκρατικό έλεγχο· και το ίδιο ισχύει, εν πολλοίς, στην ανάγνωση ενός διαφημιστικού ή πολιτικού μηνύματος, όπου ο παραλήπτης του κάνει κάτι δικό του με την κατευθυνόμενη πληροφορία, όπως ακριβώς στην ανάγνωση ενός βιβλίου ο αναγνώστης ανασυγκροτεί με τη φαντασία του έναν κόσμο διάφορο από του συγγραφέα, στην επιβεβλημένη εργασία, όπου ο πειθήνιος εργάτης «κλέβει χρόνο» για προσωπικές του χρήσεις και σκοπούς, στην ίδια την κατανάλωση, όπου ο καταναλωτής επιλέγει και συνδυάζει δημιουργώντας ένα αποκλίνον συμπεριφορικό «μήνυμα» κ.ο.κ.

Σαν να λέμε, υπάρχει μια εγγενής δημιουργικότητα των ανωνύμων που ποτέ δεν μπορεί να τιθασευθεί αποτελεσματικά από τις ποικίλες εξουσίες. Υπεραισιόδοξο; Τέτοιου τύπου πάντως είναι η κριτική του προς στοχαστές με τους οποίες έχει πρόδηλες συγγένειες, όπως ο Φουκώ και ο Μπουρντιέ. Ιδιότυπα ουμανιστής σε μια εποχή αντι-ουμανιστικής καχυποψίας, ο Μισέλ ντε Σερτώ σχεδιάζει το εγχείρημά του πρωτίστως σαν έναν ύμνο στον κοινό άνθρωπο. «Το παρόν δοκίμιο αφιερώνεται στον συνηθισμένο άνθρωπο», γράφει στο εναρκτήριο κείμενο· «ο ανώνυμος αυτός ήρωας έρχεται από πολύ μακριά. Είναι το μουρμουρητό των κοινωνιών» (σελ. 79). Και το επιστημολογικό κάτοπτρο του «κοινού ανθρώπου» είναι, πάλι με όρους του Βιτγκενστάιν, η κοινή γλώσσα. Ο Μισέλ ντε Σερτώ ακολουθεί τον Βιτγκενστάιν στην ιδέα ότι δεν μπορεί να υπάρξει μετα-γλώσσα για την κοινή γλώσσα με την ανοικονόμητη νοηματική της ετερογένεια και πολυμορφία. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι τόσο ο επιστημονικός λόγος, με τις αξιώσεις του για κυριολεξία και ακρίβεια, όσο και ο φιλοσοφικός λόγος, με τις προσποιήσεις για περιεκτικότητα και καθολικότητα, αποδεικνύονται φτωχές αφαιρέσεις ανεπαρκείς για να τιθασεύσουν, ως «αντικείμενο», την κοινή γλώσσα (όπως, φροϊδικά μιλώντας, το «συνειδητό» δεν μπορεί να τιθασεύσει τις παραδρομές και παραπραξίες του «ασυνειδήτου») - πράγμα που ορίζει και τις αποστάσεις του από μια φιλοσοφική φαινομενολογία... Το τίμημα όμως είναι, όπως υπαινίχτηκα ήδη, ο ίδιος ο λόγος του Ντε Σερτώ να υβριδιοποιείται σχιζόμενος παντού είτε σε μια περιγραφή που της λείπει ο αρχιμήδειος τόπος για να πραγματευθεί τον εαυτό της είτε σε μια πραγμάτευση ανίκανη να διενεργηθεί παρά ως περιγραφή (και σε αυτό το τελευταίο επίπεδο είναι που κερδίζει, ως μίμηση τέχνης, την όποια γοητεία του). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς