Έντυπη Έκδοση

Εμείς είμαστε αυτοί;

«Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» - η Ελλάδα του Χένρι Μίλερ

«Στην Ελλάδα αποκτάς την πεποίθηση ότι ο κανόνας είναι η ιδιοφυΐα, όχι η μετριότητα. Καμιά χώρα δεν έχει βγάλει, αναλογικά με τους αριθμούς της, τόσους ιδιοφυείς όπως η Ελλάδα. Μόνο σ' έναν αιώνα αυτή η μικρή χώρα έδωσε στον κόσμο σχεδόν πεντακόσιους ιδιοφυείς ανθρώπους».

Τα άκρως κολακευτικά αυτά λόγια είναι του Αμερικανού συγγραφέα Χένρι Μίλερ (1891-1980), στο βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», με κεντρικό πρόσωπο ένα νεοελληνικό μύθο, τον Γιώργο Κατσίμπαλη (1899-1978), όπου εμφανίζεται ως λάτρης όχι μόνο της αρχαίας, αλλά και της νεότερης Ελλάδας, κι ας την επισκέφθηκε το 1939, μεσούσης της μεταξικής δικτατορίας, παραμονές της ιταλικής επίθεσης και της γερμανικής κατοχής.

Απόβλητος

Ας σταθούμε λοιπόν και σ' αυτόν τον δημοφιλή, και στον τόπο μας, συγγραφέα, μετά τους συγκαιρινούς ομοτέχνους του Χάρολντ Πίντερ και Αρθουρ Μίλερ (σαν μιαν άτυπη τριλογία) των δύο προηγούμενων «Διαχρονικών». Τόσο για το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και για το γεγονός ότι για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένος στη χώρα του, ενώ εφέτος συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το θάνατό του. Τα πασίγνωστα βιβλία του «Ο τροπικός του Καρκίνου» και «Ο τροπικός του Αιγόκερω» πρωτοκυκλοφόρησαν στη Γαλλία (όπου έζησε από το 1930 ώς το 1940), το 1934 και το 1939. Στην Αμερική, χαρακτηρισμένα ως πορνογραφικά, κυκλοφόρησαν το 1961.

Στην Ελλάδα λοιπόν ήρθε το 1939, παρακινημένος από φίλη του κι έπειτα από πρόσκληση του Λόρενς Ντάρελ (1912-1990), του συγγραφέα του «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου», ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα. Ηρθε για λίγες ημέρες κι έμεινε, γυρίζοντας ανά την Ελλάδα, έξι μήνες. Ιδέα δεν είχε γι' αυτόν τον τόπο, οπότε, ως παρθένος, και λόγω ιδιοσυγκρασίας, αφέθηκε στη μαγεία του. «Επειδή ο Μίλερ είναι ένας προικισμένος παραμυθάς, κατορθώνει να φτιάσει μια Ελλάδα θαυμαστή μέσα στα κουρέλια της», γράφει ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος σε αφιέρωμα στον Μίλερ του «Διαβάζω» (Οκτώβριος 1991). Και ο ίδιος ο Μίλερ στον «Κολοσσό του Μαρουσιού»:

«Χαίρομαι που ήρθα στην Αθήνα μ' εκείνο το απίστευτο κύμα καύσωνα. Χαίρομαι που την είδα κάτω από τις χειρότερες συνθήκες. Ενιωσα τη γυμνή δύναμη των ανθρώπων, την αγνότητά τους, την ευγένεια, την καρτερικότητά τους [...] Είδα ρακένδυτους ανθρώπους, και αυτό ήταν για μένα μια κάθαρση. Ο Ελληνας ξέρει πώς να ζει με τα κουρέλια του: αυτά δεν τον υποβιβάζουν καθόλου, ούτε τον ρυπαίνουν, όπως σε άλλες χώρες που έχω επισκεφθεί».

Και πιο κάτω: «"Και τι έχει η Ελλάδα, που σου αρέσει τόσο πολύ;" ρώτησε κάποιος. Χαμογέλασα. "Το φως και τη φτώχεια", είπα. "Είστε ρομαντικός", είπε ο άνθρωπος. "Ναι", είπα. "Είμαι αρκετά τρελός ώστε να πιστεύω ότι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη είναι εκείνος που έχει τις λιγότερες ανάγκες"».

Ο Κατσίμπαλης

Οι παρέες του στην Ελλάδα ήταν κυρίως, πλην του Λόρενς και του Κατσίμπαλη, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας και απλοί άνθρωποι που συναντούσε στις περιπλανήσεις του. Ξεχωρίζει, εννοείται, ο Κατσίμπαλης, ο οποίος, για την ελληνική γραμματεία είναι ο «πατριάρχης της βιβλιογραφίας», όπως αποκαλείται σε αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (Οκτώβριος 1980): «... μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στην προκοπή της λογοτεχνίας μας. Συγγραφέας μελετών, βιβλιογράφος ακαταπόνητος, εκδότης ιδιότυπος, μεταφραστής και συνάμα επιμελητής εκδόσεων, διευθυντής περιοδικών, εμψυχωτής της γενιάς του '30, ο Γ. Κ. Κατσίμπαλης είναι μια πρωτεϊκή μορφή των γραμμάτων μας». Και το πορτρέτο του από τον Μίλερ:

«...ο Κατσίμπαλης ήταν ένα περίεργο κράμα από πράγματα. Είχε τη γενική όψη του ταύρου, την επιμονή του γύπα, την ευλυγισία της λεοπάρδαλης, την τρυφερότητα του αμνού και τη συστολή της περιστεράς [...] Δεν πίστευε στο μέτρο ούτε στην κοινή αίσθηση ούτε σε ό,τι ήταν απαγορευτικό.

Πίστευε στις ακρότητες και μετά να τιμωρείσαι [...] Υπάρχει κάτι το κολοσσαίο σε οποιονδήποτε άνθρωπο όταν αυτός γίνεται αληθινά και ολοσχερώς ανθρώπινος. Ποτέ δεν γνώρισα πιο ανθρώπινο άτομο από τον Κατσίμπαλη». Ιδιαίτερα εξαίρει την αφηγηματική του δεινότητα.

«Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» πρωτοκυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1941, στην Ελλάδα το 1965 (σε μτφ. Ανδρέα Καραντώνη, εκδ. Γαλαξία) και σε νεότερη έκδοση το 2003 (σε μτφ. Ιωάννας Καρατζαφέρη, με πρόλογο Αλέξανδρου Αργυρίου, εκδ. Μεταίχμιο), απ' όπου τα αποσπάσματα στο παρόν κείμενο και η φωτογραφία του εξωφύλλου (από το αρχείο Γ. Σεφέρη).

Τον «Κολοσσό του Μαρουσιού» εκτιμά ο ίδιος ο Μίλερ, σε συνέντευξη στο Playboy (κι αυτή από το «Διαβάζω») τον Σεπτέμβριο του 1964, ως το καλύτερο βιβλίο του: «Σ' αυτό εμφανίζεται ο καλύτερός μου εαυτός: ένας άνθρωπος που διασκεδάζει στη ζωή και που είναι περίεργος για όλα». *

Ετσι & Αλλιώς

Επιτέλους, το νομοσχέδιο για τον κινηματογράφο.

Φτάνει να τηρηθούν οι υπουργικές διαβεβαιώσεις: Λιγότερη γραφειοκρατία, ενίσχυση των νέων κινηματογραφιστών, περισσότερα χρήματα, περισσότερες πηγές χρηματοδότησης -κυρίως από την εφαρμογή του 1,5% των καναλιών. Φτάνει να μην υπερισχύσουν τα συμφέροντα όσων εναντιώνονται -που μπορεί να έχουν κάποια δίκαια- σε ό,τι δεν ελέγχουν οι ίδιοι.

***

Παρακολουθώντας, τις ελάχιστες φορές που στήνομαι, τη νέα τηλεοπτική σειρά «Το Νησί», αναρωτιόμουν αν ένα θέμα που δεν είναι ευχάριστο θα κρατούσε και το τηλεοπτικό κοινό, που αλλιώς το έχουν εθίσει. Συζητώντας όμως, ειδικότερα με γυναικόκοσμο, και διαβάζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα, διαπίστωσα, για μια ακόμη φορά, ότι διαψεύδονται αυτοί που τους βολεύει να εκτιμούν ότι το κοινό αρέσκεται στη σάχλα. Ειδικότερα όταν το συν εισπράττει ένα ιδιωτικό κανάλι.

Δεν έχω διαβάσει το ομότιτλο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ, απ' όπου και το σενάριο της σειράς. Γνωρίζω όμως τις μαρτυρίες της Γαλάτειας Καζαντζάκη και του Θέμου Κορνάρου (κυκλοφορούν με τίτλο «Το νησί των σημαδεμένων» Σπιναλόγκα - η άρρωστη πολιτεία, εκδ. Καστανιώτη) για τα θύματα της θανατηφόρου, μαρτυρικής και ντροπιαστικής νόσου, που ευτυχώς αντιμετώπισε αποτελεσματικά η ιατρική. Υπάρχει λοιπόν ελπίς, που έλεγε ο Αντώνης Σαμαράκης (κι επαναλαμβάνει -για άλλο λόγο- γονιός, ο οποίος με πληροφορεί ότι με άλλους γονείς και καθηγητές Γυμνασίου της Καλλιθέας έχουν συγκροτήσει μια Λέσχη Ανάγνωσης, επιλέγουν βιβλία, τα μελετούν και συζητούν με τον συγγραφέα τους. Να βάλουν και τα παιδιά μέσα, για να 'χει ευρύτερο περιεχόμενο η ελπίδα).

Αντιπροσωπευτική φωνή του «Νέου Κύματος», του μπουατικού τραγουδιού της δεκαετίας του '60, στο οποίο κυρίως διέπρεψε η Καίτη Χωματά, «έφυγε» στα 64 της, αφού αντιμετώπισε επί χρόνια την αρρώστια που την χτύπησε. Κρατάμε την αισθαντική φωνή, την καλλιτεχνική συνέπεια, το ήθος, την καρτερικότητα, τη γενναιότητά της.

ΣΗΜ.: Προεκλογικό δίλημμα: «Είμαι κατά εκείνων που είναι υπέρ, αλλά δεν με εμπνέουν και αυτοί που είναι κατά».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Στάθης Σταμουλακάτος
Ο «Μαχαιροβγάλτης» δεν θα 'ξερε ποιος κυβερνά τη χώρα
Κριτική θεάτρου
Η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση στο θέατρο
Συνέντευξη: Στάθης Λιβαθινός
Είμαστε όλοι παιδιά που μεγαλώνουν δύσκολα
Μουσείο Μπενάκη
Εργα τέχνης από χάρτινες τσάντες
Βιβλίο
Ο Εμφύλιος στοιχειώνει το μυθιστόρημα
Ποιοι θέλουν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα;
Εικαστικά
Κόμικς από την ύλη των ονείρων του
Κομικςοδρόμιο
Οι νέοι «γονείς» του Spirou