Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Πεντάλ

  • Η νοσταλγία για το Αλλο

    ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

    (απόσπασμα)

    Φυσάει λεβάντες, μα η ζέστη δεν μπορεί να σταματήσει,

    Γαλάζιο χωρίς σύννεφα, ο ήχος των φύλλων ψιλός,

    Ξερός, σαν το τσαλακωμένο χαρτί, και πάνω του

    Της ακρίδας το τρίξιμο τραβώντας χαρακιές

    Θα 'λεγες πάνω σε γραφίτη.

    Το παίξιμο των πεύκων

    Είναι ένας ήχος πιο βαθύς. Στο πέρασμα του αγέρα

    Τα άγρια καρότα μυρίζουν πυρωμένον ήλιο.

    Γιατί να πρέπει να συλλογίζομαι τα δελφίνια στο Κάπο ντι Μέλε;

    Γιατί να πρέπει ο νους να βλέπει το φουσκωμένο πανί και το λόφο

    Πάνω απ' το Saint-Tropez και το χέρι σου στο δοιάκι;

    Γιατί η καρδιά μου να ταράζεται πάλι με τις φοινικιές;

    Δεν είμαι μήτε σκλάβος μήτε ένας κινέζος υπάλληλος

    Που έστειλαν να μαραζώσει στο Πα για ένα φαγητό του Λο-Γιαγκ.

    Αυτός εδώ είναι ο τόπος μου, ο ουρανός μου, το βουνό μου:

    Αυτός εδώ - δεν είναι τα πεύκα που βουίζουν και το κύμα κι ο ήχος

    Στη Ferme Blanche και το Port Cros στο λιόγερμα και το λιμάνι

    Σηκώνοντας την ακίνητη βάρκα και τ' άστρο στη θάλασσα πνιγμένο.

    Δεν είμαι ούτε ο Πο Τσούι μήτε κανένας απ' τους άλλους

    Πού ξενιτεύτηκαν σε παράξενους τόπους , και κάνουν τον παλαβό

    Για μια λέξη της γλώσσας τους και για τη γέψη των λαχανικών τους.

    Αυτός είναι ο δικός μου τόπος, εδώ γεννήθηκα. Κι όμως

    λαχταρώ τις κόκκινες στέγες και τα λιόδεντρα,

    Και την ξένη λαλιά και τη μυρωδιά του κυμάτου.

    Πώς μπορεί ένας φρόνιμος άνθρωπος να 'χει δυο πατρίδες;

    Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να 'χει τη γη και τον αγέρα και ν' αποζητά

    Μιαν απόμακρη χώρα, ξένη, μυρίζοντας φοινικόδεντρα

    Και τα κίτρινα σπάρτα το μεσημέρι μέσα στην πλατιά γαλήνη;

    ......................................................

    Είναι παράξενο να ζεις κάτω από τ' άστρα τα γυμνά και να πεθαίνεις

    Πάνω σε μια ξέσκεπη γης όπου λίγοι πριν από μας έχουν ταφεί:

    (Απ' το καινούριο χώμα δεν ξαναγυρνούν οι πεθαμένοι.)

    Είναι παράξενο να μην έχεις μήτε φυλή μήτε λαό.

    Στους παλιούς τόπους είναι πολλοί μαζί για να φυλάξουν

    Τη φρόνηση των περασμένων και τα λόγια που ειπώθηκαν συντροφεμένα.

    Θυμούνται τους πεθαμένους με τα χέρια τους, με τα βουβά τους στόματα

    Ρωτάνε κι αποκρίνονται με δυο λόγια στο συναπάντημά τους.

    Ζούνε μαζί σε μικροπράγματα. Τρώνε

    Το ίδιο ψωμί, το πιοτό τους είναι το ίδιο κι οι παροιμίες τους.

    Μοιάζουν τα νιάτα τους. Η αγάπη τους έχει τους ίδιους τρόπους.

    Είναι πολλοί άνθρωποι κι είναι ολοένα κι άλλοι ξωπίσω τους.

    Εδώ είναι ένας άνθρωπος κι ένας άλλος και πλατύς

    Πέρα στους λόφους που σκοτεινιάζουν ο φτενός καπνός των σπιτιών.

    Εδώ είναι ένας άνθρωπος κι ο άνεμος μες στα κλωνάρια.

    Γι' αυτό οι καρδιές μας έχουν καημό για τις θάλασσες του νοτιά

    Και στη νυχτερινή μας σκέψη έρχουνται τα σπάρτα κι η μυρωδιά τους.

    Λαχταρούν οι καρδιές μας τις κόκκινες στέγες και τα λιόδεντρα·

    Λαχταρούν οι καρδιές μας τη φωνή και τα πατήματα...

    Γι' αυτό δεν θα φύγουμε κι ας μας φωνάζει η θάλασσα.

    Εδώ, εδώ είναι ο τόπος μας, εδώ είναι ο λαός μας.

    Τούτο εδώ που δεν είναι μήτε τόπος μήτε φυλή.

    Πρέπει εδώ να θερίσουμε τον αγέρα στο χορτάρι για τη συγκομιδή της ψυχής μας.

    Εδώ πρέπει να φάμε το αλάτι μας για να μην πεινάσουν τα κόκαλά μας.

    Εδώ πρέπει να ζήσουμε για να μη ζήσουμε στον ίσκιο.

    Για μας που δεν έχουμε φυλή, αυτή είναι η φυλή μας.

    Για μας που δεν είχαμε τοίχους παλιούς μήτε φωνές τριγύρω μας.

    Αυτός είναι ο τόπος μας, αυτό είναι το παλιό μας χώμα -

    Η γης ωμή, τα αίματα νοθεμένα κι οι ξένοι,

    Τα μάτια διαφορετικά, ο άνεμος, κι οι καρδιές που αλλάζουν.

    Αυτά δεν θα τ' αφήσουμε κι ας μας φωνάζουν οι παλαιοί.

    Αυτός είναι ο τόπος μας, το αίμα μας, η γενιά μας.

    Εδώ θα ζήσουμε τα χρόνια μας όσο να μας τυφλώσει η γης -

    Φυσάει ο αγέρας της ανατολής. Τα φύλλα πέφτουν.

    Μια κίσσα πέταξε ψηλά πέρα στα πεύκα.

    Μυρίζει καταχνιά ο αγέρας κι άγρια γινωμένα μήλα.

    Συλλογίζομαι τα κατάρτια στη Cette και τη γλυκιά βροχή.

    Σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, ποίημα του Αρτσιμπαλντ Μακλής (1892-1982), αμερικανού ποιητή, συγγραφέα έμμετρων θεατρικών έργων και δοκιμιογράφου.

    Δικηγόρος μόνο για μικρό διάστημα ο Αρτσιμπαλντ Μακλής, αφού, καίτοι με άριστες σπουδές και προοπτικές, έγκαιρα παραιτήθηκε. Εκτοτε βιβλιοθηκάριος.

    Θαυμαστής της ποίησης που έγραφαν εκείνη την εποχή ο Πάουντ και ο Ελιοτ.

    Φυσικό να διακρίνει κανείς μια κάποια επιρροή, από ορισμένους κριτικούς, άλλωστε, κατηγορήθηκε πως δεν διέθετε «δική του» φωνή. Ισως και η επιλογή του Σεφέρη να μην ήταν τυχαία, φαντάζεται ο ποδηλάτης.

    Μοντερνιστής για ένα διάστημα. «Το ποίημα δεν οφείλει να σημαίνει, αλλά να είναι», περίφημος καταληκτικός στίχος του στο ποίημα Ars Poetica.

    Πρέσβευε πως η ανάμειξη στα κοινά δεν είναι απαραίτητη, αλλά αναπόφευκτη για τον ποιητή.

    Αναμείχτηκε σε αντιφασιστικές υποθέσεις, συναναστράφηκε συγγραφείς αριστερής ιδεολογίας και, όπως ήταν φυσικό, κατηγορήθηκε από τους συμπατριώτες του για φιλοκομμουνισμό. Δήλωσε λιγότερο κατάπληκτος από τους ίδιους τους κομμουνιστές.

    Το διάστημα 1923-1928 (την περίφημη δεκαετία του '30) έζησε με τη γυναίκα του στο Παρίσι κι έκανε παρέα με γερά ονόματα εκπατρισμένων και ντόπιων καλλιτεχνών (Λεζέ, Πόρτερ, ντος Πάσσος, Πικάσο, Πάρκερ, Στάιν, Χέμινγουεϊ, κι άλλους.)

    Πώς υπάρχει ο φόβος για το Αλλο, ο όλο και πιο διαδεδομένος φόβος για το Αλλο;

    Ετσι υπάρχει και η νοσταλγία, η όλο και πιο σπάνια νοσταλγία, για το Αλλο.

    Ο ποδηλάτης δεν λέει «επιθυμία», επειδή η νοσταλγία σκάβει πιο βαθιά και ήσυχα και δεν εξαιρεί φυσιογνωμίες τόπων και ανθρώπων, που αν και δεν τους γνώρισε κατά πρόσωπο, διατηρεί παρ' όλα αυτά την ανάμνησή τους· επειδή πρόκειται για μελαγχολία απώλειας και όχι για πόθο κατάκτησης.

    Αιωνιότητα

    Δεν έχει σούρουπο που θα 'ρθει

    Δεν έχει χάραμα που ήταν

    Μόνο το τώρα, και τώρα υπάρχει

    Κι ο άνεμος στο χόρτο.

    Θυμάμαι κάτι μέρες

    Τώρα στην καρδιά μου, είναι τώρα·

    Μέρες που ονειρεύομαι ν' ανθίζει

    Λευκό το κλαδί της ροδακινιάς.

    Ο θάνατος ποτέ δεν θα έρθει

    Τώρα στο ανεμόδαρτο χόρτο·

    Τώρα κάτω από φύλλα που τρέμουν

    Ο θάνατος δεν ήταν ποτέ.

    Της σημερινής σελίδας ποίημα του Αρτσιμπαλντ Μακλής, σε επιπόλαιη μετάφραση του ποδηλάτη, αλλά με τη βοήθεια της φίλης Βάλης Δεσποτοπούλου. Το «τώρα» ασφαλώς κυρίαρχο, αλλά στη δεύτερη στροφή δέχεται να ανασύρει στη σκηνή του και κάτι από το παρελθόν.

    Απλές λέξεις, άπιαστες στη ραφή τους. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ολομερής θεώρηση
Τέσσερα αστέρια για παιδιά
Στην ξενιτιά της δημιουργικής μοναξιάς
Λογοτεχνικές ανταποκρίσεις με υπογραφή Χέμινγουεϊ
Ενας θυμωμένος άνθρωπος
Γαρίφαλα της νύχτας, δάκρυα της πόλης
Η κοινωνία της βίας
Στρατηγικές επιβολής, τακτικές εκτροπής
Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω Γερμανίας
Οψεις της ανάγνωσης
Ο,τι δεν «πικραίνει» το μάτι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας τραγουδιστής για τη θλίψη και τα όνειρα
Άλλες ειδήσεις
«Νανά»
Συνταγές επιβίωσης για δύσκολους καιρούς