Έντυπη Έκδοση

Η ώρα της Ρωμιοσύνης

Μίκης Θεοδωράκης - Γιάννης Ρίτσος, πριν από 45 χρόνια...

«Εξη του Γενάρη [1966 - πριν από 45 χρόνια]. Γιορτή των Θεοφανείων», γράφει ο Φώντας Λάδης στο βιβλίο του «Μίκης Θεοδωράκης - Το χρονικό μιας επανάστασης» (εκδ. Εξάντας, 2001).

Και συνεχίζει: «Στο λιμάνι του Πειραιά η τελετή του αγιασμού των υδάτων γίνεται και φέτος με τη συμμετοχή του βασιλιά και της κυβέρνησης. Ομως ο (καταργημένος ένα χρόνο πριν από τον Κωνσταντίνο πρωθυπουργός) Γ. Παπανδρέου δήλωσε ότι θα παραστεί κι εκείνος στην τελετή. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να πάει με τους επίσημους... λίγο πιο κει, στο Τουρκολίμανο. Στη μια τελετή, δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Στην άλλη, μερικοί υπουργοί (από την κυβέρνηση των αποστατών) και διακόσια άτομα.

«Θεοδωράκη Βούλγαρε!»

» Στο κεντρικό λιμάνι, γύρω στις 11, έφτασε κι ο Μίκης Θεοδωράκης με την αντιπροσωπεία της ΕΔΑ. Οταν ο μητροπολίτης άρχισε να ψέλνει την καθιερωμένη δέηση για τη μακροημέρευση της βασιλικής οικογένειας, ένα μυριόστομο ρυθμικό σύνθημα σκέπασε και τη φωνή του και την μπάντα που παιάνιζε και τις σειρήνες των καραβιών: "Κάτω το διάγγελμα!" (Εννοούσαν το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του Κωνσταντίνου, στο οποίο αποκαλούσε τον κομουνισμό μίασμα). Σε λίγο ένα τεράστιο, αυθόρμητο συλλαλητήριο είχε δημιουργηθεί. Μπροστά - μπροστά ο Μίκης: "Δημοκρατία! 1-1-4! Εκλογές!"

Ενας υπαστυνόμος ούρλιαξε: "Ακούς εκεί να μην πάει κανένας στο βασιλιά και να 'ρθούν όλοι στον Παπανδρέου και την ΕΔΑ!" Αρχισε η επίθεση της αστυνομίας. Επεφταν με λύσσα σ' όποιον έβρισκαν στο πέρασμά τους. Ρίχτηκαν πάνω στο Μίκη. Τον τραυμάτισαν. Ενας αρχιφύλακας ούρλιαξε με τη σειρά του: "Θεοδωράκη Βούλγαρε!"

Ο "Βούλγαρος" γύρισε στο σπίτι τρέμοντας από οργή και συγκίνηση. "Εφτασε η ώρα της Ρωμιοσύνης!" σκέφτηκε. Οι στίχοι τον περίμεναν. Κείνη τη μέρα δε βγήκε από το σπίτι, ούτε έφαγε. Αρχισε και τέλειωσε τη σύνθεση της Ρωμιοσύνης».

Αυτά από τον Φώντα Λάδη.

Μια μέρα αργότερα, στις 7 Ιανουαρίου, δόθηκε προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου του συνθέτη για ένα νέο έργο του, το «Μαουτχάουζεν», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, από το ομότιτλο χρονικό της κράτησής του (και της από θαύμα επιβίωσής του) στο ναζιστικό κολαστήριο. Ιδού όμως που εν τω μεταξύ είχε προκύψει ένα ακόμη έργο, οπότε ένα μέρος της συνέντευξης αναλώθηκε σ' αυτό:

«Μετά τα χθεσινά γεγονότα στον Πειραιά, άρχισα να δουλεύω πάνω σε εννέα ποιήματα από τη "Ρωμιοσύνη" του Γιάννη Ρίτσου. Το είχα από καιρό, αλλά δεν καταπιανόμουν. Τα γεγονότα με ενέπνευσαν. Είναι ο καιρός της Ρωμιοσύνης. Ο λαός μας έχει ανάγκη από αδρά μουσική. Πρέπει να του μιλήσουμε άμεσα. Και η "Ρωμιοσύνη" του Ρίτσου έχει αυτά τα στοιχεία. Μένει σε μένα να δώσω τη μουσική».

Και ο ίδιος στο βιβλίο «Μελοποιημένη ποίηση» (α' τόμος, εκδ. Υψιλον):

«Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα και απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής [...] όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία»...

Ολα απαγορευμένα

Το παλάτι και η κυβέρνηση δεν αφήνουν το πράγμα έτσι. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου, απαγορεύεται η μετάδοση όλων των τραγουδιών του Θεοδωράκη από τα κρατικά ραδιόφωνα (έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν άλλα), προκαλώντας την έντονη αντίδραση του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Και φυσικά του ίδιου του συνθέτη:

«Οι σκοτεινές δυνάμεις της υποτέλειας σπεύδουν να υλοποιήσουν το βασιλικό διάγγελμα του μίσους. Ομως, ό,τι και να κάνουν δεν θα μπορέσουν ποτέ να πείσουν έστω και έναν Ελληνα ότι τα τραγούδια μου είναι... μίασμα. Αν είχαν και ελάχιστη ιστορική μνήμη θα έβλεπαν ότι και κάποιοι άλλοι με διάλεξαν για στόχο τους, όμως η δίωξή μου δεν τους έφερε... γούρι. Είναι φαίνεται μοιραίο όποιος χτυπά τη Ρωμιοσύνη (με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιαδήποτε αιτία) να παίρνει τελικά το δρόμο της εξορίας - και με ψεύτικο όνομα» (εδώ εννοεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος μετά την εκλογική του ήττα, το 1963, αναχώρησε με ψεύτικο όνομα για το Παρίσι, απ' όπου επέστρεψε έπειτα από 11 χρόνια, μετά την πτώση της χούντας).

«Θα αντιδράσω δημιουργικά», δήλωνε στη συνέχεια ο συνθέτης. «Θα κάνω εξόρμηση καλλιτεχνική. Θα οργώσω σπιθαμή προς σπιθαμή τις συνοικίες και τα χωριά. Θα επικοινωνήσω με το λαό και τη νεολαία...»

Πράγμα που έκανε, με μύρια προσκόμματα από τους ενάντιους, ώς την επιβολή της δικτατορίας, οπότε τα τραγούδια του, απαγορευμένα πάντα, απέκτησαν ευρύτερη διάσταση, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της διαχρονικής «Ρωμιοσύνης»:

«Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,/ αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτω από ξένα βήματα,/ αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,/ αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο»... *

Ετσι & αλλιώς

«Πώς πάμε;», ρώτησα έναν ηλικιωμένο που, έχοντας προφανώς βγει για έναν περιπατάκο, είχε ακουμπήσει σ' ένα πεζούλι να αναλάβει κομμάτι. «Δεν πάμε...», απάντησε. «Οπως η Ελλάδα», αποφάνθηκε κάποιος στην παρέα. «Η κατάσταση είναι κρίσιμη, αλλά όχι απελπιστική», φώναζε πριν από χρόνια ένας εφημεριδοπώλης, καθώς έτρεχε κρατώντας και διαλαλώντας την πραμάτεια του.

Τότε που οι εφημερίδες ήταν λίγες και αχαμνές - που δεν χρειαζόταν φορτηγό για να κουβαληθούν.

***

Αντε να βγει μια νότα αισιοδοξίας, με την έναρξη ενός νέου έτους -συν το παράπλευρο θέμα- σ' αυτό τον τόπο, μ' αυτή την κρίση, που μοιάζει με φυσική καταστροφή. Με απροετοίμαστους πολιτικούς (οι κύριοι υπεύθυνοι), συνδικαλιστές, απλούς πολίτες. Και όπου ο καθένας αντιδρά ανάλογα με το πόσο θίγεται, το ταμπεραμέντο, τα μέσα που διαθέτει - και με το καίριο ερώτημα: θα πιάσουν τόπο οι θυσίες;

Ας ξαναειπωθεί: Ζούμε σ' έναν τόπο που τίποτα δεν έρχεται φυσιολογικά: Από το γάιδαρο στο αεροπλάνο, από το χαμόσπιτο στην πολυκατοικία, από το κλαρίνο στη χρωματιστή τηλεόραση, από την πολύτεκνη οικογένεια στο μονάκριβο. Κι από κοντά η ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση, ο καταναλωτισμός, τα ασυλλόγιστα δάνεια. Σ' έναν τόπο με αλλεπάλληλες χαμένες ευκαιρίες -κι ας μην πάμε πολύ πίσω: Μετά την επανάσταση του 1821 -για χρόνια με ξένους αφέντες ή κάποιο ντόπιο δικτάτορα του χεριού τους. Μετά την αντίσταση και το 1949 -με τη νικήτρια παράταξη να κρατάει τον Εμφύλιο ώς το 1974. Με την αποκατάσταση (ύστερα από εκατονταετίες) της δημοκρατίας και, λίγο πιο μετά, την επικράτηση των λεγόμενων δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων -με το φαγοπότι ωστόσο των εκάστοτε ισχυρών να συνεχίζεται. «Για σένα θα 'χω πάντα ένα δάκρυ, Ελλάδα», έλεγε ο λόρδος Μπάιρον.

«Θα χυθεί αίμα» -κάποιος από τηλεοράσεως, και προφανώς δεν εννοούσε το δικό του ή κάποιων δικών του. «Να φύγουν», ένας άλλος. «Για να τους διαδεχθεί ποιος -τι επιλογές έχουμε;», ένας τρίτος. Και μια διαφήμιση: «Η τσιγκουνιά είναι μαγκιά» -μιζέρια είναι. Η οικονομία, η γενναιοδωρία, μάλιστα.

ΣΗΜ. «Πάλι Θεοδωράκης;». Ναι - μαζί με όσους είναι απέναντι στους απέναντι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Προσωπικές κρίσεις για ένα θέατρο της κρίσης
Επίγονοι του Σοφοκλή και βελγική πρωτοπορία
Κομικ(ς)οδρόμιο
Ο ελεύθερος σκοπευτής του Jacques Tardi
Ντον Ρικλς: Ο κωμικός και το δισδιάστατο άλτερ-έγκο του
Μουσική
Τα 10 καλύτερα άλμπουμ του 2010
Τριάντα χρόνια τουρτούρισμα
Συνέντευξη: Γιώργος Νταλάρας
Το όνομά μου, όχι η ψυχή μου, συνδέεται με την κυβέρνηση
Τι περιμένουμε από το 2011
Ηρθε ο νέος με τα δώρα