Έντυπη Έκδοση

Σώματα σε δοκιμασία σε εποχή κρίσης

«Μαύρο Φως»
**Σύλληψη-σκηνοθεσία: Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου
**Εταιρεία Θεάτρου Ανέμη. Χώρος Τέχνης 14η μέρα

Η θεατρική περφόρμανς δεν παύει να δίνει καρπούς στην ελληνική σκηνή. Και να εκπλήσσει ευχάριστα τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και σε σκηνικές ευρηματικές καταστάσεις. Η Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου -η οποία στις έως τώρα δουλειές της στηριζόταν σε προ-υπάρχον δραματικό κείμενο- ανέβασε φέτος μια μεταμοντέρνα παράσταση σε σύλληψη και δραματουργία δική της για να μιλήσει με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο για σύγχρονα προβλήματα. Μακριά από κάθε ρεαλιστική - διδακτική - καταγγελτική διάθεση, με χιούμορ και εύστοχα ευρήματα δημιούργησε μια ακολουθία σκηνικών δράσεων όπου το κέφι και οι αστείες καταστάσεις εναλλάσσονται με σοβαρές ή συγκινητικές στιγμές. Συμβολισμοί, λεπτοδουλεμένες αναφορές σε σύγχρονα γεγονότα με απρόοπτα μέσα, χρήση αρχαίων προτύπων και λαϊκής παράδοσης συμβάλλουν στο σχολιασμό τού σήμερα καθώς εμπλέκονται περίτεχνα με τους έντονους ρυθμούς που εξασφαλίζουν οι τέσσερις επί σκηνής περφόρμερ.

Πολύχρωμη σκηνή

Στη μεγάλη σκηνή που προσφέρει ο συγκεκριμένος καλλιτεχνικός χώρος τεράστια παραβάν στο πλάι αποκρύπτουν τις συνεχείς ενδυματολογικές αλλαγές των ηθοποιών ή μετακινούνται στο προσκήνιο για ποικίλα στιγμιότυπα ή για να λειτουργήσουν ως βάση για θέατρο σκιών. Ενα πλήθος από σκηνικά αντικείμενα εμφανίζονται στη σκηνή, μεταξύ τους κι ένα μεγάλο ψυγείο που συντηρεί μια πραγματική γουρουνοκεφαλή-μάσκα που φέρουν οι ηθοποιοί ή ένα κομμάτι πάγου πάνω στον οποίο θα ισορροπήσουν επικίνδυνα ή θα το μεταφέρουν επί μακρόν στα χέρια τους εικονογραφώντας μεταφορικά το κείμενο που ακούγεται σχετικό με το πάγωμα της κοινωνίας μας.

Περίτεχνες μάσκες (Αλεξάνδρα Σιάφκου, Τόγκα Σνάιντερ), σκηνικά αντικείμενα (Τέλης Καρανάνος, Τόγκα Σνάιντερ), εξωφρενικά ή θεαματικά κοστούμια πειραγμένα ανατρεπτικά (Αση Δημητρολοπούλου), όλα ιδιαίτερης αισθητικής, δημιουργούν ένα πληθωρικό σκηνικό περιβάλλον ασυνήθιστο για τα δεδομένα του είδους.

Τη ζωντανή μουσική παίζει επί σκηνής ο Κωστής Γαρδίκης, συνοδεύοντας και τα τραγούδια της παράστασης που κινούνται σε ευρύτατη μουσική γκάμα (από βυζαντινά έως σύγχρονα) και αποδίδει με θαυμάσια φωνή η Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου.

Συμμετοχικοί θεατές

Οι σε πλήρη ένταση και συνεχείς εναλλαγές τέσσερις ηθοποιοί (Οδύσσεια Μπουγά, Νατάσσα Νταηλιάνη, Λευτέρης Παπακώστας και η σκηνοθέτις), με τις εμβόλιμες εμφανίσεις σε χαρακτηριστικές σκηνές του Βασίλη Βασιλάκη, αλωνίζουν τη σκηνή πλήρως απενοχοποιημένοι, πολυδιάστατοι, δοτικοί και φιλικά απευθυνόμενοι στους θεατές, καθιστώντας τους συμμετοχικούς με ποικίλους απρόβλεπτους τρόπους.

Αν κάτι καθιστά ιδιαίτερη αυτή την παράσταση είναι το γεγονός ότι τα κείμενα που ακούγονται αλλά και ο τρόπος που αποδίδονται σκηνικά διακρίνονται από σπάνια αισθητική, από μέτρο και υψηλής στάθμης διανοητική εργασία, γεγονός που καθιστά το όλο εγχείρημα άκρως πνευματώδες αλλά και κοπιαστικό στην υλοποίησή του.

Στην τελειοποίηση της κίνησης συνέβαλε η Μαρία Αγγέλου, ενώ τους καθοριστικούς φωτισμούς σχεδίασε ο Βασίλης Κλοτσοτήρας. Μετά τις πρώτες της αθηναϊκές εμφανίσεις, η Ομάδα μεταφέρεται για ένα διάστημα στην έδρα της, τη Ζάκυνθο, για να επανέλθει αργότερα στην Αθήνα. Αξίζει να μην τη χάσει κανείς.

 

John Murray και Allen Boretz, «Room Service»

**Σκηνοθεσία: Εκτορας Λυγίζος

**Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Μικρή Σκηνή

Πώς μπορείς να μετατρέψεις μια παραδοσιακή -ίσως και βαρετή σήμερα- κωμωδία του 1937 με συχνά εξωφρενικά φαρσικά στοιχεία σε ένα σύγχρονο, περίτεχνα χιουμοριστικό θέαμα; Ο κινηματογραφικά βραβευμένος (για την έξοχη ταινία του «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού») Εκτορας Λυγίζος δίνει την απάντηση εφαρμόζοντας έναν συγκεκριμένο υποκριτικό κώδικα, που διαφέρει ριζικά από την τρέχουσα ελληνική κωμική υποκριτική συνήθεια των εμπορικών «αστέρων» και του τηλεοπτικού αχταρμά.

Μπουφόνικη εγκράτεια, ελεγχόμενη χειρονομία, μετρημένες στο έπακρον προσεγγιστικές σχέσεις μεταξύ ηθοποιών, χαμηλότονη εκφορά που επιτρέπει μόνο ως εξαίρεση τη φωνητική έξαρση που αμέσως μετά θα σβήσει ως παράφωνη, περιορισμένος παραλληλόγραμμος και χωρίς βάθος σκηνικός χώρος που θυμίζει μεσαιωνικές μορφές θεάτρου αλλά και ασιατικό θέατρο αποκλείοντας τη δημιουργία προοπτικής και επιτρέποντας αμεσότητα με το κοινό λόγω μετωπικού παιξίματος, είναι κάποια από τα συστατικά της σκηνοθετικής γραμμής του Λυγίζου, τα οποία εν μέρει είδαμε και στην περσινή του παράσταση πάνω στον «Αμλετ».

Πράγματι, η σκηνή στη φετινή παράσταση κλείνει από έναν «τοίχο» με πολλές πόρτες δηλώνοντας κατ' επίφασιν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Σε αυτό βρίσκεται ο παραγωγός ενός θιάσου υπό πτώχευση εν αναμονή εύρεσης χρηματοδότη, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να πληρώσει ούτε αυτό το δευτεροκλασάτο ξενοδοχείο όπου διαμένει όλος ο θίασος με δικά του «έξοδα». Από αυτό το δωμάτιο θα παρελάσουν ο σκηνοθέτης, ο νεαρός επαρχιώτης συγγραφέας, η ενζενί, ο Ρώσος γκρουμ και άνεργος ηθοποιός, ο μάνατζερ του ξενοδοχείου, ο εκπρόσωπος επίδοξου χορηγού και πολλοί άλλοι που θα υποδυθούν οι έξι ηθοποιοί του θιάσου.

Ενα παλαιό έργο λυπηρά επίκαιρο για τη σύγχρονη κρίση που πλήττει και το ελληνικό θέατρο σήμερα, όταν οι νόμιμα αποφασισμένες και υπογεγραμμένες επιχορηγήσεις του ΥΠΠΟ αραχνιάζουν στο γραφείο του αρμόδιου υπουργού εδώ και δύο χρόνια.

Υποκριτική δεινότητα

Με ομοιόμορφα κοστούμια (της και σκηνογράφου Κλειώς Μπομπότη) σε διαφορετικούς χρωματισμούς και πνεύμα παιγνιωδώς παλαιικό οι Γιάννης Κλίνης, Δημήτρης Μοθωναίος, Γιάννης Παπαδόπουλος, Αρης Μπαλής, Ελενα Μεγγρέλη και ο σκηνοθέτης δίνουν ο καθένας το προσωπικό του ρεσιτάλ ενέργειας, σωματικής δύναμης και αυτοκατανάλωσης, απολαυστικής, τέλος, υποκριτικής προσφέροντας ένα σπάνια αρμονικό και ισότιμο υποκριτικά σύνολο από νέους ταλαντούχους ηθοποιούς. Τα παπούτσια για κλακέτες που όλοι τους φορούν συνιστούν και το μουσικό υπόστρωμα της παράστασης, που επιτρέπει και μικρά χορευτικά διαλείμματα σε επιλεγμένες στιγμές, εκτελεσμένα άψογα και από τους έξι (σε διδασκαλία Θάνου Δασκαλόπουλου).

Η μετάφραση-διασκευή είναι του σκηνοθέτη, το εύστοχο μακιγιάζ της Ιωάννας Λυγίζου και οι παιγνιώδεις φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη. Μια παράσταση ευφρόσυνη, άψογης επιτέλεσης και εμπνευσμένης σκηνοθεσίας, που δείχνει ότι το νέο δυναμικό του θεάτρου μας υποδεικνύει νέους κώδικες και για την κωμωδία, αποτελεσματικά ψαγμένους, που δεν προσβάλλουν τη νοημοσύνη του κοινού με τη χυδαιότητα που συνεχίζουν να υιοθετούν -με τις ευλογίες των τιμητών τους- κάποιοι «κωμικοί» μας με το πρόσχημα ότι προσφέρουν διασκέδαση στο κοινό.

* Ο Δ. Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Κριτική θεάτρου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μυθιστορήματα
Βραβείο στη γενιά των 30άρηδων
Λογοτεχνία
Τα «Πορνογραφικά» του Μπορίς Βιάν
Αρχαιολογία
Δύο τα ναυάγια στα Αντικύθηρα
Αφηγήσεις
Μάθε, παιδί μου, τους νόμους της πατρίδας σου
Θέατρο
Εισβολή με Ι.Χ. στο Προεδρικό Μέγαρο!
Κριτική θεάτρου
Σώματα σε δοκιμασία σε εποχή κρίσης
Αφιέρωμα
Εβλεπε τον κόσμο από ψηλά
Κι εκείνα
Ο Μπαρενμπόιμ στο πόντιουμ
Το σινεμά έχασε τον «Πιανίστα» του
TV & Media
Αντίστροφη μέτρηση για τα ψηφιακά
Επέκταση ΑΝΤΕΝΝΑ στη Ρουμανία
Σε απόγνωση πρώην απολυμένη της ΕΡΤ
Επερώτηση στη Βουλή για τα ραδιόφωνα της περιφέρειας
Πρώτα διευθυντές και μετά ο λαουτζίκος