Έντυπη Έκδοση

Τα παιδικά χρόνια του φασισμού

Δύο φορές βραβευμένος στο παρελθόν στο Φεστιβάλ των Κανών, με το βραβείο σκηνοθεσίας για την ταινία του «Η δασκάλα του πιάνου» και το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής για το «Κρυμμένος», ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίκαελ Χάνεκε κατάφερε τελικά φέτος να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα με την ταινία του «Η λευκή κορδέλα».

Ταινία που καταπιάνεται με την τρομοκρατία και τον φασισμό, εξερευνώντας ταυτόχρονα τις ρίζες του κακού μέσα από την ιστορία των μαθητών και των κατοίκων ενός μικρού χωριού στη βόρεια Γερμανία, το 1913. Μια κλειστή, υποκριτική κοινωνία, που σιωπά και κρύβει τα εγκλήματα των μελών της, κοινωνία στην οποία εκκολάπτεται η γενιά εκείνη που θα στηρίξει τον ναζισμό.

Με μαυρόασπρη φωτογραφία και μια προσέγγιση αποστασιοποιημένη, ο Χάνεκε έφτιαξε μιαν από τις καλύτερες και πιο δυνατές ταινίες του. Συναντήσαμε τον 67χρονο σκηνοθέτη στις Κάνες και μας μίλησε γι' αυτή.

- Θελήσατε να φτιάξετε μια ταινία διαφορετική από τις προηγούμενές σας;

«Κάθε φορά που φτιάχνεις μια ταινία, πρέπει να βρεις τη μορφή που της ταιριάζει. Οι τελευταίες ταινίες που γύρισα πριν από αυτή σχολίαζαν τα μίντια, ενώ στην περίπτωση της "Λευκής κορδέλας" θέλησα να φτιάξω μια κλασικού τύπου ταινία. Γι' αυτό και το διαφορετικό στιλ».

-Για την ιστορία αυτή εμπνευστήκατε από φωτογραφίες την εποχής, ιδιαίτερα του Ογκουστ Ζέντερς. Γι' αυτό επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε μαυρόασπρο φιλμ;

«Ολα τα ντοκουμέντα που έχουμε για εκείνη την περίοδο είναι μαυρόασπρα. Οταν σκέφτεσαι μια ταινία αυτής εποχής, συνήθως σκέφτεσαι μαυρόασπρα. Δεν είναι το ίδιο με περιόδους όπως ο 18ος αιώνα, αυτές τις δίνουμε σε χρώμα γιατί τότε εμπνεόμαστε από πίνακες ζωγραφικής που οι περισσότεροι είναι σε χρώμα.

Μια διαφορετική τρομοκρατία

»Ενώ στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, όταν άρχισε να αναπτύσσεται η φωτογραφία και να γυρίζονται φιλμ, τότε όλα είναι δοσμένα μαυρόασπρα. Βέβαια, κοίταξα τις φωτογραφίες του Ογκουστ Ζέντερς και τις έδειξα και στον διευθυντή φωτογραφίας και τους υπεύθυνους για τα ντεκόρ και τα κοστούμια για να εμπνευστούν από αυτές. Μας χρησίμευσαν ακόμη και στην επιλογή των προσώπων. Είναι κι ένας ακόμη λόγος που επέλεξα το μαυρόασπρο φιλμ: γιατί η ταινία δεν είναι νατουραλιστική αλλά είναι αφαιρετική, κι αυτό με βοήθησε να δημιουργήσω μιαν απόσταση από όσα συμβαίνουν».

-Γιατί επιλέξατε το 1913; Αναφέρεται σε κάποιο είδος φασισμού και τρομοκρατίας;

«Η τρομοκρατία που υπάρχει σήμερα είναι διαφορετική από την τρομοκρατία που υπήρχε τότε. Αλλά είναι αλήθεια πως επέλεξα εκείνη την περίοδο γιατί μου επέτρεπε να κάνω ένα σχόλιο πάνω στην τρομοκρατία γενικότερα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Γερμανία, πρόκειται για μια περίοδο στην Ιστορία που δεν είναι γνωστή γενικότερα αλλά που επηρέασε όλα όσα ακολούθησαν. Θα μπορούσε, βέβαια, κανείς να γυρίσει μιαν άλλη ταινία, που να είναι βασισμένη στην τρομοκρατία της άκρας αριστεράς, ή στον ισλαμικό κόσμο που θα είχε άλλα στοιχεία αλλά θα καταπιανόταν με το ίδιο θέμα.

»Οταν μια ιδέα μετατρέπεται σε ιδεολογία, ο κίνδυνος είναι οι εκπρόσωποί της να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως κριτές των άλλων ανθρώπων και να αισθανθούν πως μπορούν να τους μεταχειριστούν όπως αυτοί θέλουν, ακόμη και να τους εξαφανίσουν. Οι καταστάσεις που οδηγούν στην τρομοκρατία είναι διαφορετικές σε κάθε περίπτωση. Αλλά εδώ βρίσκεται όλη η ρίζα του κακού».

-Καταπιάνεστε μ' ένα θέμα παγκόσμιο, γιατί δεν είναι μόνο ο φασισμός που στηλιτεύεται εδώ, αλλά και κάθε ολοκληρωτικό σύστημα. Σ' όλες τις ταινίες σας, από το «Funny Games» μέχρι σήμερα, καταπιάνεστε με το κακό, την ωμότητα και τη βία. Μοιάζει να σας έχει γίνει έμμονη ιδέα...

«Δεν είναι έμμονη ιδέα (γελά)... Είναι, βέβαια, για μένα ένα πολύ σημαντικό θέμα. Υπάρχουν σκηνοθέτες που θέλουν να ψυχαγωγήσουν το κοινό και να το κάνουν να ξεχάσει τα προβλήματα που μας κατατρύχουν. Δεν έχω τίποτα εναντίον τους. Ξέρετε, 90-95% των ταινιών που γυρίζονται είναι απλή ψυχαγωγία. Εμένα μ' ενδιαφέρει η κοινωνία και τι συμβαίνει σ' αυτήν. Είναι πολύ υγιές για μια κοινωνία να υπάρχει κι αυτό το 10% που να κάνει κάτι το διαφορετικό, να καταπιάνεται με κοινωνικά προβλήματα. Θέλω να δείξω στο κοινό αυτά που συμβαίνουν, να το αφυπνίσω αν μπορώ. Δεν θέλω βέβαια να κάνω κάποιο δίδαγμα, απλώς θέλω να του δείξω τι συμβαίνει και ν' αφήσω τον ίδιο να σκεφτεί, ν' αποφασίσει».

-Οταν γυρίσατε το «Funny Games», είχατε κατηγορηθεί πως παρουσιάζετε το απόλυτο κακό χωρίς να το αναλύσετε. Ενώ, σ' αυτήν εδώ την ταινία, κάνετε μια, πιστεύω, σε βάθος ανάλυση.

«Δεν σκόπευα να δώσω μια συνέχεια στο "Funny Games". Αλλά αν του δίνετε αυτή την εξήγηση, πάει καλά. Οσες περισσότερες εξηγήσεις, τόσο το καλύτερο για μια ταινία. Αυτό δεν μπορεί να το ελέγξει ο καλλιτέχνης. Εξαρτάται από το κοινό και από τους κριτικούς».

Εξάρτηση από τα στούντιο

-Γυρίσατε σε ριμέικ το «Funny Games» στην Αμερική. Πώς ήταν η νέα σας αυτή εμπειρία εκεί;

«Ηταν πολύ δύσκολο γιατί δεν μιλούσα αγγλικά, μόνο γερμανικά. Ευτυχώς, όμως, με προστάτευε το συμβόλαιο που είχα υπογράψει με την αμερικανική εταιρεία κι έτσι μπόρεσα να γυρίσω την ταινία με την ίδια ελευθερία που τη γύρισα και στη Γερμανία. Μερικοί προσπάθησαν να με επηρεάσουν και να επέμβουν, αλλά δεν το κατάφεραν. Αλλά, όπως ξέρετε, στις ΗΠΑ τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο στην Ευρώπη. Τα στούντιο επεμβαίνουν, κι αν τους δώσεις το δικαίωμα μπορούν να αλλάξουν την ταινία σου... Εγώ, πάντως, δεν τους έδωσα την ευκαιρία. Με ικανοποίησε το γύρισμα, αλλά όχι η εμπορική αποτυχία του. Δυστυχώς, η διανομή της ταινίας είναι ένα άλλο, πολύ μεγάλο, πρόβλημα. Οταν τα στούντιο δεν πιστεύουν στη δουλειά σου, τότε χάθηκες».

-Σ' αυτή την ταινία σας υπάρχουν κάποιες δύσκολες σκηνές που σας κάνουν να αισθάνεστε περήφανος, και για ποιο λόγο;

«Οι σκηνές που με προβλημάτιζαν, πριν αρχίσω το γύρισμα, ήταν οι σκηνές με τα παιδιά. Γιατί δεν είναι εύκολο να βρεις τόσο πολλά παιδιά για μια τόσο μεγάλη ταινία. Αλλά ήμουν τυχερός. Πιστεύω πως η παιδική ηλικία είναι η πιο σημαντική περίοδος στην ανάπτυξη του χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Είναι ένα γεγονός, δεν είναι απλώς μια άποψη».

-Πώς ήταν η δική σας παιδική ηλικία;

«Ημουν πολύ προστατευμένος ως παιδί».

-Η ταινία σας ήταν από τις καλύτερες και, επιπλέον, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν μια πρωταγωνίστριά σας, η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν πρέπει να σας εκπλήσσει ο Χρυσός Φοίνικας...

«Δεν ξέρω αν τα πράματα είναι έτσι. Πάντως, το να κερδίσεις ένα τέτοιο βραβείο είναι σημαντικό. Είναι μια αναγνώριση που σε ενθαρρύνει να συνεχίσεις ένα έργο στο οποίο πιστεύεις. Παρ' όλα τα λάθη που μπορείς να κάνεις. Και όλοι μας κάνουμε λάθη». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
53η Μπιενάλε Βενετίας
Ο καλλιτέχνης είναι γυμνός
Η μηχανή των ποιητών
Αγορά βιβλίου
Εκρηξη στο μυθιστόρημα
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Στη θάλασσα με τους ντετέκτιβ
Βιβλίο
Αρειανοί στον πλανήτη Μελιτζάν
Η αγία ελληνική οικογένεια
Αντίο, κύριε Ζούκερμαν
Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου
Ανθρωποι και ποντίκια
Εκθεση
Με το πενάκι του Φελίνι
Εκθεση ζωγραφικής
Με πέτρα, νερό και έντονα χρώματα
Θέατρο
Μια παράσταση σαν συναυλία
Κινηματογράφος
Ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι
Προσοχή, πτώμα στον κήπο
Κοινοτικές επιδοτήσεις
820 εκατ. ευρώ ζητούν διαχειριστή
Μουσική
Ρόκερ απ' τον τόπο σου
Ακολουθώντας τα είδωλα
Συνέντευξη με τη Μόνικα Μπελούτσι
Monica Bellucci
Συνέντευξη: Μίκαελ Χάνεκε
Τα παιδικά χρόνια του φασισμού
Συνέντευξη: Σίνεντ Ο' Κόνορ
«Ο Ομπάμα ήρθε όπως ο Χριστός»
Συνέντευξη: Σαρλότ Γκενσμπούργκ
«Εφτασα στα άκρα και το απόλαυσα»
Συνέντευξη: Στέλιος Μάινας
Ο μαφιόζος της διπλανής πόρτας
Συνέντευξη: Φώτης Κρικζώνης
Μισόν αιώνα μπάρμαν
Φεστιβάλ Αθηνών
«Μεφίστο» με πολυμέσα
Αφιερωμένα εξαιρετικά στον Ρίτσο
Χορός
Χορεύοντας με τον Μπετόβεν