Έντυπη Έκδοση

Στη θάλασσα με τους ντετέκτιβ

Ευπώληπτα από καλή γενιά αλλά και διαμαντάκια συνήθως ελληνικής παραγωγής είναι τα αστυνομικά μυθιστορήματα που χωράνε στην τσάντα των διακοπών, διαβάζονται όμως οπουδήποτε.

Ανάμεσά τους είναι κάποια γραμμένα με ιδιαίτερο χιούμορ. Αλλα διατηρούν τη σοβαρότητα που απαιτεί (;) το είδος και δίνουν βάρος στο μυστήριο.

Ομως και τα δυο είδη χρησιμοποιούν ως βάση την πλοκή για να αναπτύξουν απόψεις που έχουν να κάνουν με την κοινωνία ή την πολιτική. Ας ξεφυλίσουμε μερικά από τα πιο φρέσκα:

* Βραβευμένος και μεταφρασμένος σε 35 γλώσσες, ο Χένινγκ Μάνκελ, έχοντας στο ενεργητικό του πωλήσεις που ξεπερνούν τα είκοσι εκατομμύρια αντίτυπα, επανέρχεται με το «Ενα βήμα πίσω» (εκδόσεις Ψυχογιός), όπου και πάλι πρωταγωνιστεί ο επιθεωρητής Κουρτ Βαλάντερ.

Θα μπορούσε να είχε γράψει ένα καθαρό αστυνομικό μυθιστόρημα, αφού ξέρει να στήνει άψογα την πλοκή και να κορυφώνει την αγωνία του αναγνώστη. Δεν είναι ωστόσο αυτός ο μόνος στόχος του. Μέσα από το τελευταίο του βιβλίο, αφήνεται να περιπλανηθεί στη χώρα του, να βγει στη βόρεια θάλασσα, ν' αναφερθεί σ' έναν κόσμο που φεύγει ανεπιστρεπτί και σ' έναν που ήδη βρίσκεται εδώ.

Αν και δεν είναι ξεκάθαρα πολιτικός, ο Μάνκελ φτάνει συχνά στην ψίχα των κοινωνικών προβλημάτων. Εδώ, όλα αρχίζουν όταν τρεις νέοι άνθρωποι δολοφονούνται παραμονή της γιορτής του Μεσοκαλόκαιρου. Με απόσταση λίγων ημερών θα δολοφονηθεί κι ένας από τους συνεργάτες του επιθεωρητή Βαλάντερ.

Οι φόνοι συνδέονται, θ' ακολουθήσουν μάλιστα και άλλοι σε μια ιδεατή αλυσίδα της οποίας οι κρίκοι είναι ορατοί μόνο στο νου του δολοφόνου. Που εντέλει δεν κάνει άλλο από το να σκοτώνει ευτυχισμένους ανθρώπους στο πέρασμά του.

Αληθινή ιστορία

* Από τις εκδόσεις «Πύλη» έρχεται ένα απρόβλεπτο αστυνομικό μυθιστόρημα «Η Remington του Ορφέα» γραμμένο ή μάλλον σκηνοθετημένο από τον Ροβήρο Μανθούλη αλλά και «Ο νόμος των παρανόμων» του Πολύδωρου Σωπασή, ένα ιδιαίτερα σκληρό αυτοβιογραφικό κείμενο.

Ο γαλλοθρεμένος Μανθούλης εξελίσσει (με ιδιαίτερο χιούμορ) την πλοκή του στο Παρίσι. Ενας έλληνας συγγραφέας συναντά ξανά ύστερα από χρόνια τρεις παιδικές του φίλες (είναι αδελφές) που στον καιρό τους τον είχαν ερωτευτεί σφόδρα, και προφανώς δεν τον έχουν ξεπεράσει. Του προτείνουν τότε να τον «χρησιμοποιούν» εκ περιτροπής, κάτι που αρχικά γίνεται φευ όμως, ο Ορφέας, θα «κολλήσει» με μία από αυτές, αφήνοντας παραπονεμένες τις άλλες.

Οταν οριστικά θα ξεκολλήσει από τις αδελφές και θα πιστέψει πως έχει βρει την ησυχία του, θα βρει το πτώμα μιας εξ αυτών στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Και τότε θ' αρχίσουν τα αληθινά βάσανά του, τα οποία περιλαμβάνουν και τη γραφομηχανή του, μια Remington, η οποία αρχίζει να κάνει του κεφαλιού της: συνδεμένη μ' έναν κομπιούτερ, αρχίζει ξάφνου να δίνει οδηγίες και να γράφει αυτοβούλως!

Ο Ροβήρος Μανθούλης παρωδεί σε κάθε του σελίδα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, διατηρώντας ωστόσο τους κανόνες τους, «παίζει» ως και με άλλους έλληνες κατοίκους της γαλλικής πρωτεύουσας (π.χ. τον συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη) για να γίνει διασκεδαστικότατος, θυμίζοντας απόμακρα τον Τζο Σοάρες.

* Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Πολύδωρου Σωπασή. Γεννήθηκε στα Λιβάδια Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο της Κρήτης το 1958. Παιδί φτωχότατης, πολυμελούς οικογένειας δεν πήγε ποτέ σχολείο. Το 1977 αναζήτησε την τύχη του στη Νέα Υόρκη, όπου ήδη ζούσε ένας από τους αδελφούς του. Εκεί εργάστηκε κατ' αρχήν τίμια για να εξοικονομήσει τα του βίου, δεν άργησε ωστόσο να μπλέξει και ν' αρχίσει τις ένοπλες ληστείες.

Η σύλληψή του από την αστυνομία ήταν θέμα χρόνου. Οταν τον έπιασαν, φυλακίστηκε για εννέα χρόνια, συνήθως σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, όπου και ήταν συχνότατα τρόφιμος της απομόνωσης. Επιστρέφοντας στη συνέχεια στην Ελλάδα, έκανε οικογένεια αλλά προφανώς ξανακύλισε, αφού και τώρα βρίσκεται υπόδικος σε φυλακή της ημεδαπής.

Ο «Νόμος των παρανόμων» είναι ακριβώς ο καρπός της εμπειρία του από τις αμερικανικές φυλακές. Και το σημαντικό σ' αυτό το «άτεχνο» βιβλίο, αφού σωστά οι υπεύθυνοι της «Πύλης» δεν θέλησαν να παρεμβληθούν στο ύφος του, κατακερματίζοντας την αυθεντικότητά του, είναι η ειλικρίνεια που διαθέτει. Ο Σωπασής δεν δικαιολογεί τις πράξεις του. Γνωρίζει πως είναι καταδικαστέες. Καταγγέλλει όμως το σύστημα το οποίο του έχει φερθεί σαν να ήταν ζώο. Ο εγκλεισμός του μοιάζει αντίστοιχος με ένα «Εξπρές του μεσονυχτίου» και η στάση του είναι εκείνη ενός άντρα που δεν το βάζει κάτω, αφού η τιμή, όπως την έχει διδαχτεί από τα γεννοφάσκια του, δεν του επιτρέπει να βάλει νερό στο κρασί του. Ετσι και τα χέρια του αλλά και μαχαίρι θα χρησιμοποιήσει για να λύσει τις διαφορές του με αποτέλεσμα ξύλο και απομόνωση, όπου θα κάνει καθημερινά χιλιάδες κάμψεις για να μην σπάσει το ηθικό του.

Το βιβλίο δεν προβάλει θετικά πρότυπα. Μέσα από αυτό, ωστόσο, γίνεται αντιληπτή η έλλειψη των αντιστάσεων εκείνων που δεν είχαν ευκαιρίες στη ζωή τους και από πολύ νωρίς έλεγαν το ψωμί ψωμάκι.

* Γνωστή ήδη στο ελληνικό κοινό μέσα από τα βιβλία της «Νεκρή φύση με γαλάζια χρυσάνθεμα» και «Πάνω από τις στέγες της Μόσχας» (και τα δύο από τον «Πατάκη»), η Αλεξάνδρα Μαρίνινα επανέρχεται με τα «Αντρικά παιχνίδια» (εκδόσεις «Κέδρος»).

Η πλοκή και εδώ εξελίσσεται στη Μόσχα, όπου στη διάρκεια δύο εβδομάδων εφτά άτομα βρίσκονται στραγγαλισμένα. Την υπόθεση θα αναλάβει η υπαστυνόμος της Πολιτοφυλακής Νάστια Καμένσκαγια και οι έρευνες θα υποδείξουν ως πιθανό δράστη μια ιδιαίτερα ψηλή γυναίκα. Η πρώην μπασκετμπολίστρια Αννα Λαζάρεβα θα θεωρηθεί η βασική ύποπτη. Η Μαρίνινα δίνει και πολιτικό χαρακτήρα στο μυθιστόρημά της, αφού στο επίκεντρό του σύντομα θα μπει ένα πρόγραμμα κρατικών επιχορηγήσεων, στο οποίοι εμπλέκονται υψηλά ιστάμενοι, κατάσκοποι, πληροφοριοδότες και μαφιόζοι.

Σιμενόν ή Νομισέν

* Ο αστρολόγος-χαρτομάντης Μάριος Κορτίνης είναι ο ήρωας του Γιώργου Κουτσούκου στο «Φιλί στη θαλάμη» (εκδόσεις «Νεφέλη»). Μια νέα πελάτισσα, η Καίτη που βεβαίως θα τον γοητεύσει, θα του αφήσει στα χέρια ένα κομπολόι από φόνους, μετατρέποντάς τον έτσι απροσδόκητα σε ντετέκτιβ.

* Ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής φορά τα ρούχα του Σιμενόν ή μάλλον του... Γιώργου Νομισέν. Κατά τον συγγραφέα πρόκειται για το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ζορζ Σιμενόν, που άκουσον άκουσον, ήταν Ελληνας και απλώς σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ.

Ο Δρακονταειδής υποστηρίζει πως ανακάλυψε τα σύντομα μυθιστορήματα του Νομισέν κρυμμένα σ' ένα δρύινο μπαούλο στη σοφίτα ενός αναπαλαιωμένου οικήματος. Και το μόνο που εντέλει έκανε αυτός ήταν να τα αντιγράψει.

Η σειρά του «Νομισέν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» και ιδού μια γεύση από τα «Ο δολοφόνος διαφεύγει» και «Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε»: Στο πρώτο κυκλοφορούν και ο Μεγκρέ του Σιμενόν αλλά και ο Μονταλμπάνο του Καμιλέρι. Επίκεντρο τής πλοκής, μια νέα γυναίκα που βρίσκεται δολοφονημένη στο κέντρο της Αθήνας. Οι ύποπτοι είναι πολλοί και τα κίνητρα άγνωστα. Η πλοκή τού δευτέρου αφορά μια δολοφονία. Κάποιοι θεωρούν πως η υπόθεση έχει λήξει, αφού ήδη ένας νεαρός ερωτευμένος με το θύμα εκτίει ποινή φυλάκισης. Αλλά τότε γιατί να γραφτούν τόσες σελίδες; *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
53η Μπιενάλε Βενετίας
Ο καλλιτέχνης είναι γυμνός
Η μηχανή των ποιητών
Αγορά βιβλίου
Εκρηξη στο μυθιστόρημα
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Στη θάλασσα με τους ντετέκτιβ
Βιβλίο
Αρειανοί στον πλανήτη Μελιτζάν
Η αγία ελληνική οικογένεια
Αντίο, κύριε Ζούκερμαν
Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου
Ανθρωποι και ποντίκια
Εκθεση
Με το πενάκι του Φελίνι
Εκθεση ζωγραφικής
Με πέτρα, νερό και έντονα χρώματα
Θέατρο
Μια παράσταση σαν συναυλία
Κινηματογράφος
Ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι
Προσοχή, πτώμα στον κήπο
Κοινοτικές επιδοτήσεις
820 εκατ. ευρώ ζητούν διαχειριστή
Μουσική
Ρόκερ απ' τον τόπο σου
Ακολουθώντας τα είδωλα
Συνέντευξη με τη Μόνικα Μπελούτσι
Monica Bellucci
Συνέντευξη: Μίκαελ Χάνεκε
Τα παιδικά χρόνια του φασισμού
Συνέντευξη: Σίνεντ Ο' Κόνορ
«Ο Ομπάμα ήρθε όπως ο Χριστός»
Συνέντευξη: Σαρλότ Γκενσμπούργκ
«Εφτασα στα άκρα και το απόλαυσα»
Συνέντευξη: Στέλιος Μάινας
Ο μαφιόζος της διπλανής πόρτας
Συνέντευξη: Φώτης Κρικζώνης
Μισόν αιώνα μπάρμαν
Φεστιβάλ Αθηνών
«Μεφίστο» με πολυμέσα
Αφιερωμένα εξαιρετικά στον Ρίτσο
Χορός
Χορεύοντας με τον Μπετόβεν