Έντυπη Έκδοση

Κομπόδεμα για την αιωνιότητα

Ιωάννα Φραγκιά

Ο ράφτης του Ποσειδώνα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 464, 20,90 ευρώ

Τώρα το καλοκαίρι είναι πάντα ευχάριστο τα βιβλία των διακοπών να αντισταθμίζουν το νήδυμο αποκάρωμα του παραθεριστή με θυελλώδεις περιπέτειες, όλως τερπνές παρά θίν' αλός. Και τι καλύτερο για την παραλία από ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί, ταμένο στον Μαμωνά, γι' αυτό και επονομαζόμενο «νησί του θείου Σκρουτζ»; Πλούσια, όντως, τα μυθοπλαστικά ελέη του βιβλίου της πρωτοεμφανιζόμενης Ιωάννας Φραγκιά. Ατμόσφαιρα θρίλερ, πτώματα, οικογενειακά εγκλήματα, στοιχειωμένα σπίτια, παραληρήματα τρέλας, ευτράπελα, πλεκτάνες, έρωτας χωρίς ανταπόκριση, τίποτα δεν λείπει από τις σελίδες. Υπαίτιος για την αναστάτωση των λοιπών χαρακτήρων, ένας ράφτης που ζει απομονωμένος σε ένα αρχοντικό, γνωστό και ως «διαβολόσπιτο». Δεν θα χρειαστεί να περάσουν πολλές σελίδες για να αντιληφθούμε ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του. Οταν πια αρχίσουν οι συνομιλίες του με τον Κριτή, το είδωλό του, δηλαδή, στον καθρέφτη, η παραφροσύνη του λογίζεται ως μη αναστρέψιμη. Συνέπεια της ψυχικής διαταραχής, η επικέντρωση του ενδιαφέροντός του σε ένα συγκεκριμένο είδος ρουχισμού, τα σάβανα. Νεωτερισμός του παραλογισμένου ράφτη οι τσέπες, ειδικά φτιαγμένες για ράβδους χρυσού που θα αποτελούν εχέγγυο για τη σωτηρία της ψυχής.

Βέβαια, η απασχόληση με τα ταφικά ενδύματα δεν εκκινεί από φιλευσπλαχνία, αλλά από λαχτάρα για εκδίκηση. Ο χρυσός δεν θα συντροφεύει τους νεκρούς κατόχους του πάνω από σαράντα μέρες. Μόνο για τόσο χρονικό διάστημα θα επιτρέπει ο ράφτης στις ψυχές να απολαύσουν το ευγενές μέταλλο. Κατόπιν το περιεχόμενο που θα έχει ενταφιαστεί στις τσέπες θα μετοικεί στα χέρια του δημιουργού τους. Υψηλής εμπνεύσεως η ραπτική του, καθότι κομμένη και ραμμένη στο πνεύμα φιλοχρηματίας που κυβερνά τον μικρόκοσμο του νησιού, ήτοι στο ενδημικό ταλέντο τού «άρπα βούτα». Στο μυθιστόρημα ο ράφτης εμφανίζεται σαν το μέτρο της ηθικής των υπόλοιπων προσώπων, στον βαθμό που όλοι λίγο-πολύ μπορούν να θεωρηθούν υπόλογοι απέναντί του. Στο εωσφορικό του βλέμμα αντανακλάται ο απύθμενος θυμός του για τον στιγματισμό της μητέρας του ως «επίσημης πόρνης του νησιού» και επαγωγικά για τη δική του περιθωριοποίηση, καθώς στα θεοφοβούμενα μάτια των κατοίκων αντιπροσωπεύει «το κακό το ριζικό». Θυμός υφασμένος για χρόνια πάνω στην άρνηση της τοπικής κοινωνίας να τον εντάξει στους κόλπους της. Ο ράφτης μοιάζει με απόστημα σε ένα περιβάλλον συντηρητισμού, υποκρισίας και μικροπρέπειας, όπου οι άνδρες συναθροίζονται, σαν άλλη δημογεροντία, στο καφενείο για να στήσουν ενώπιον φασματικών εδωλίων τα θύματα της κακογλωσσιάς τους και όπου οι γυναίκες διασκεδάζουν την ανία τους με σταυρούς, προσευχές και θυμιατά, αλλά διασκεδάζουν πολύ περισσότερο όταν τους δίνεται η ευκαιρία να αποδείξουν πόσο δεινές «μαζώχτρες» είναι. Ωστόσο, αν οι συντοπίτες του θεωρούν ότι η μητέρα του, το όνειδος του μικρού τους παραδείσου, προσέβαλε τα χρηστά τους ήθη, εκείνος θα έπρεπε να της ρίξει πρώτος απ' όλους το ανάθεμα. Αν και η μητέρα του τον σακάτεψε ψυχικά, αδυνατώντας να συμφιλιωθεί με το οχληρό γεγονός της ύπαρξής του, εκείνος μετά τον θάνατό της προσπαθεί εμμόνως να αποκαταστήσει την υστεροφημία της, με κυριότερο επιχείρημα υπέρ αυτής το ότι ο ίδιος, «της πουτάνας της Θάλειας το μούλικο», κατάφερε τελικά να γίνει «κοινωνικά σωστός». Το εν λόγω επίτευγμα μάλλον αμφισβητείται από την πλειονότητα των νησιωτών, που πρεσβεύει ότι: «Αμα συγχωρείς το κακό, το κάνεις χειρότερο». Ακόμα και αν θα μπορούσαν να ξεχάσουν το αμάρτημα της μητρός του, καθότι πολλοί επωφελημένοι από αυτό, αρνούνται να συγχωρήσουν την, αδιανόητη για την ευσέβειά τους, αμέλεια να βαφτίσει το «διαολόσπερμα». «Πετάξτε το χώμα απ' τη μνήμη σας κι απ' τους σκλαβωμένους αιώνες κι ο Ηλιος, ο Ηλιάτορας, θα κάνει πάλι το θαύμα του!». Τάδε έφη εκστασιασμένος, υπό την επήρεια του Ελύτη, ένας Γάλλος αρχαιολόγος, ο μόνος που αναγνωρίζει σε αυτόν τον αλλόκοτο τύπο χωρίς όνομα ένα σύμβολο: «Ο άνθρωπος χωρίς όνομα; Είναι, ας πούμε..., ένας άνθρωπος που ψάχνει τ' όνομά του, όπως ψάχνει κάποιος στον καθρέφτη να βρει το πρόσωπό του...». Πάντως ο ήρωας κοιτάζοντας τον καθρέφτη αναζητεί το ένθεο ομοίωμά του, τον μόνο Κριτή που του αξίζει.

Ευτυχώς για εκείνον, στο νησί υπάρχουν και ορισμένοι πεφωτισμένοι που συνηγορούν υπέρ της κοινωνικής του ανόρθωσης. Σημαντικός υποστηρικτής του, πέραν του Γάλλου, ο παπάς που από άμβωνος καλεί το ποίμνιό του να άρει την προκατάληψη στο πρόσωπό του. Ενας γιατρός, ακραιφνής ελληνολάτρης και αυτός -ειδωλολάτρης κατά τους ευλαβείς νησιώτες-, μεριμνά επίσης για τον ράφτη. Και οι τρεις (αρχαιολόγος, παπάς και γιατρός) εξαιτίας του ελέους τους υφίστανται τη συνήθη τύχη του ευεργέτη από τον ευεργετημένο, το μένος του οποίου υποδαυλίζεται από τη μεγαθυμία ακριβώς του ευεργετούντος· μεγαθυμία δηλωτική της ανημποριάς εκείνου που ελεείται. Αν ο Γάλλος βλέπει τη φωτοχυσία των στίχων του νομπελίστα ποιητή να πέφτει σαν κεραυνός πάνω στο κεφάλι του, ενοχοποιημένος για την εισήγηση αντιχριστιανικών ταφικών εθίμων, ο παπάς, πολύ πιο σκληρά τιμωρημένος, βλέπει ανήμπορος την κόρη του να λιώνει από έρωτα για τον αλαφροΐσκιωτο. Ο πόθος της παπαδοπούλας την εμποδίζει να αντιληφθεί στο πύρινο βλέμμα του αγαπημένου της «το κάλεσμα της κόλασης». Οταν εκείνη διαισθάνεται την ευόδωση του σαρκικού καημού της πιο κοντά από ποτέ, όταν, με άλλα λόγια, ο ράφτης την πλησιάζει στο ζοφερό του υπόγειο σε απόσταση αναπνοής, στη σμαραγδένια του ματιά αποκαλύπτεται μια ξεκάθαρη φονική διάθεση. Και τότε η λαγνεία μετατρέπεται ακαριαία σε απόλυτο τρόμο.

Μείζων κατάκτηση του ράφτη έναντι των διωκτών του, η παραπλάνηση, η σκηνοθεσία του εαυτού του ως θύματος. Αρωγός καταλυτικός, η ευφυΐα του, καίτοι παρεμποδισμένη από τις συνθήκες της ανατροφής του, χάρη στην οποία κατορθώνει να νικήσει την επιφυλακτικότητα των κατοίκων. Στην απορία των τελευταίων για την καλλιέργειά του, απαντά μνημονεύοντας με επιτήδεια ευγνωμοσύνη τη μητέρα του και την πολύτιμη διαπαιδαγώγησή της. Ευγνωμοσύνη που ξεχνά εντέχνως την προσφιλή μέθοδο συνετισμού της, την ευφάνταστη τιμωρία της «μετάνοιας με ουρά», σύμφωνα με την οποία ο ανήλικος μετανοών όφειλε να πέσει στα τέσσερα με το ένα πόδι ψηλά. Επίδειξη που σφραγιζόταν απαρέγκλιτα με ένα φιλί στο μάγουλο της τιμωρού. Πέρα όμως από εξιλεωτικές ασκήσεις ευλυγισίας, αυτή η σοφή γυναίκα του δίδαξε, επίσης, μια κερδοφόρα αλήθεια αναφορικά με τους ανθρώπους: «Για να τους πάρεις λεφτά, δώσ' τους ό,τι ζητάνε. Για να τους πάρεις όμως πολλά λεφτά, δώσ' τους ό,τι ονειρεύονται!» Ενα ακόμη συναφές δίδαγμα της εκλιπούσης: «Το χρυσάφι δεν πεθαίνει». Οταν ο ράφτης ανακαλύπτει σε μια ντουλάπα του αρχοντικού αντί για σκελετούς, έναν κρυμμένο θησαυρό, συνειδητοποιεί πλήρως το μέγεθος της μητρικής σοφίας. Η ηδονή της αφής των χρυσών λιρών, το μόνο άγγιγμα που ανέχεται, του δίνει την ιδέα για τον τρόπο εκδίκησης, την εμπορία του ύψιστου ονείρου, αυτού της κατανίκησης της θνητότητας. Η ροπή της ανθρώπινης φύσης προς τη ματαιοδοξία σε συνδυασμό με την ακαταδάμαστη ευαισθησία της στη μεταφυσική αγωνία, γίνεται το πιο αποτελεσματικό του όπλο. Τα υπόλοιπα εναποτίθενται στην ηλιθιότητα. Αναλογιζόμενος την τσιγκουνιά των νησιωτών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους, εικάζει πως άνθρωποι τέτοιου φυράματος θα ήθελαν το άψυχο κορμί τους να ζεσταίνεται στην αιωνιότητα από τα θησαυρίσματα της επίγειας, ενδεούς παρουσίας τους. Πιθανότατα, λοιπόν, οι υποψήφιοι πελάτες του να ήταν πρόθυμοι να μαζέψουν ένα «κομπόδεμα για την αιωνιότητα», έτοιμο να το ξαφρίσουν εκείνοι των οποίων η πίστη στην άλλη ζωή θα ήταν χαλαρότερη. Ομως ο ράφτης δεν προλαβαίνει να ευφρανθεί από την εξύφανση της πλεκτάνης καθώς τα μυρμήγκια, ύπουλοι ξενιστές του κορμιού του, τροφοδότες άοκνοι της παράνοιάς του, αρχίζουν και πάλι να οργώνουν ακατάπαυστα το κεφάλι του και να κάνουν «σουλάτσο στις έλικες του εγκεφάλου» του, προτού εκείνος κατοχυρώσει το μονοπώλιο στη σύληση τάφων.

Η Ιωάννα Φραγκιά όχι μόνον ψυχαγωγεί τον αναγνώστη της επί τετρακόσιες και πλέον σελίδες με σφοδρές φιλονικίες ανάμεσα σε αγαθά και σατανικά πνεύματα, αλλά και τον φιλοδωρεί με ένα καθαρτήριο τέλος, όπου αθώοι και φταίχτες, άγγελοι και δαίμονες τοποθετούνται στη θέση που τους αναλογεί, άλλοι στον Πάνω και περισσότεροι στον Κάτω Κόσμο. Οσον αφορά τον «Ράφτη του Ποσειδώνα», ενδεχομένως να βρει μια θέση μεταξύ των θερινών αναγνωσμάτων. Οπωσδήποτε κάτι τέτοιο θα πιστοποιούσε την εύνοια του Κριτή του, του αναγνωστικού κοινού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Κοινωνικός απομονωτισμός
Η λογοτεχνία του διχασμένου υποκειμένου
Πολιορκίες και αναταράξεις
Η βασανισμένη ψυχή του ποιητή Ταρκόφσκι
Ενα βιβλίο για σπουδαστές και όχι μόνο
Στον μαγικό καθρέφτη του χρόνου
Χορεύετε, παρακαλώ;
Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης
Ο φόνος είχε καταντήσει πολύ μπανάλ
Οι ισχυροί χαρακτήρες
Ιστορίες σε εξοχικά τοπία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Κοινωνικός απομονωτισμός
Κομπόδεμα για την αιωνιότητα
Η λογοτεχνία του διχασμένου υποκειμένου
Πολιορκίες και αναταράξεις
Η βασανισμένη ψυχή του ποιητή Ταρκόφσκι
Ενα βιβλίο για σπουδαστές και όχι μόνο
Στον μαγικό καθρέφτη του χρόνου
Χορεύετε, παρακαλώ;
Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης
Ο φόνος είχε καταντήσει πολύ μπανάλ
Οι ισχυροί χαρακτήρες
Ιστορίες σε εξοχικά τοπία
Άλλες ειδήσεις
Ο βασιλιάς με κοντό παντελόνι
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Σχετικά με την προβληματική της τρέλας
Υίωση
Απληστία: θανάσιμη νόσος της εποχής