Έντυπη Έκδοση

Υίωση

Παράφωνοι στοχασμοί για την ποίηση με αφορμή το κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση

Δεν ανεχόμαστε να μας διακόπτει η κωμωδός ασχήμια μιας φωνής.

Ρενέ Σαρ

Το «ένθετο» κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση στο Σύσσημον του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου1 αφήνει προγραμματικά έξω το εκτός: ό,τι θα πρέπει να εννοηθεί, όχι απλώς ως ε-ξενισμένο Εγώ, αλλά ως το Αλλο. Ο,τι είναι μη παριστώμενο και, εντούτοις, ζητά να παρασταθεί. Το αχρονολόγητο - που όμως, με την ημερομηνία του παρόντος, εγγράφεται στην Ιστορία. Χρονολογείται ως ποίημα, υπερβαίνοντας το χρονολόγιό της, κρατώντας μόνον την ημερομηνία της ακατανόητης εγγραφής. Και, με μιαν αναδιάταξη του χρόνου, αλλά και της φωνής του ρήματος, οδηγεί σε έναν νέο τύπο αντικειμενικότητας, σε ένα σύστημα συνεπαγωγών, που υποσκάπτουν τις φαντασιώσεις περί «ολότητας» και περί «κέντρου» - χαμένου, δόξα τω Θεώ! (Εδώ, κατ' επέκτασιν, τίθεται και για τη λογοτεχνία το ερώτημα του κατά πόσον έχει «πέσει το κεφάλι του Βασιλιά».)

Την ημερομηνία αυτή δεν την εγγυάται η παράδοση, ούτε ο Κανόνας, ούτε οι εξαιρέσεις του, αλλά το εκτός, διότι «έξω το ποίημα βεβαιούται» (Τσέλαν), «έξω η νύχτα κυβερνάται» (Σαρ). Εξω, η σκέψη απουσιάζει από το υποκείμενο της σκέψης, που βρίσκεται πολύ μακριά από την εμπειρία όσων «συνηθίζουν να χάνονται για να ξαναβρούν τον εαυτό τους» (Φουκό).

Τότε, το ποίημα δεν ρεμβάζει (γενιά του '70), δεν σαλιαρίζει (γενιά των διαχρονικών μας γερόντων), δεν νοικοκυρεύει την ύπαρξη, δεν απηχεί λόγγους και ρουμάνια, αλλά μένει έκπληκτο από τα έργα-ιστούς εκείνης της δέσποινας που υφαίνει, όχι για να ξηλώσει (το τέχνασμα), αλλά για να ράψει (η εμμονή). Το ποίημα επιβιώνει «στο περιθώριο του εαυτού του» (Τσέλαν), χωρίς «πατρική αιτία» (Αρανίτσης): ορφανό, όπως το ποίημα του Λ. Πούλιου, του Α. Ζέρβα ή του Γ. Μπλάνα. Διαγράφεται όταν γράφεται, ή γράφεται ώστε να διαγραφεί από την αυτοπαθή ανοησία του γράμματος (Κάμινγκς). Επιστρέφει στο κενό της καταγωγής του. Επείγεται και, τείνοντας χείρα βοηθείας στη γραφή, την εγείρει από την πτώση του προ-πατορικού αμαρτήματος. Με μια διπλή κίνηση, ανατρέπει τις ιεραρχικές αξιολογήσεις (Κανόνας-εξαιρέσεις, εξαιρέσεις-Κανόνας), επαγρυπνώντας ώστε να μην παλινορθωθούν αντεστραμμένες. Οποιος το φροντίζει (ο ποιητής) ή το κηδεμονεύει (ο σχολιαστής του), το κρατά δέσμιο, εδώ. Ενώ το ποίημα πάει Απέναντι.

Εδώ -εκ του μακρόθεν- προκύπτει η διαφορά μου με τον Παναγιωτόπουλο και το εξαιρετικό-εξαιρετέο, μακρόσυρτο ποίημά του, και σε τούτο συνίσταται η ένσταση που εγείρω στο «ένθετο» του Αρανίτση (όσο δηλαδή είχα την υπομονή να το παρακολουθήσω), από τη σκοπιά της τραχύτητας και της ταχύτητας του ποντικού. Από τη θέση του ζώου-ποιητή, που γράφει και ξεφεύγει. (Η ποίηση σήμερα γράφεται για τα ποντίκια του καφκικού Ορύγματος.) Γι' αυτήν την ποίηση, άλλη ημερομηνία δεν γνωρίζω εκτός των «επιτύμβιων» χρονολογιών: θάνατος γέννηση θάνατος - όχι «αισθητική του θανάτου» (Αρανίτσης). «Γράφουμε για τα ζώα που πεθαίνουν», θα πει ο Ντελέζ.

Παραπομπή στην κανονικότητα του Νόμου; Ναι, αλλά με τον Σαντ· με το παθηματικό σύστοιχο του Νόμου: την απόλαυση.

Αναφορά στον Κανόνα ή/και την εξαίρεση; Ασφαλώς, αλλά από την πλευρά του φόβου· εκείνου του πανικού που εκκινεί από την αισθητηριακή αντίληψη του ζώου-ποιητή και κατόπιν συλλαμβάνεται εννοιολογικά. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για επιληψία, παραίσθηση ή έμπνευση. (Ο φόβος αυξάνει τα όρια των συνδυασμών μες στο κεφάλι μου, σε βαθμό που την υπολανθάνουσα επιγενετική μου ανάπτυξη να τη βρίσκω μπροστά μου, αξεχώριστη από την ιστορία μου.)

Τι χρονολογεί η ημερομηνία και τι καταπραΰνεται με την προσήκουσα λέξη; Ο Τσέλαν απαντά: στιγμές! («...χρονολογούμενοι από τέτοιες ημερομηνίες και στιγμές [η υπογράμμιση δική μου], γραφόμαστε, γράφεται το ποίημα (...) οι στυλοβάτες και τα καμαρωτά άλογα της ιστορίας δεν το παίρνουν είδηση»). Κανείς δεν το παίρνει είδηση, διότι το ποίημα αυτών των λέξεων-πτυχών του φόβου είναι στιγμιαίο. Και προσοχή, αυτή η άμωμη σύλληψη του ποιήματος δεν αφορά τον Πατέρα, αλλά τον υιό. Ο υιός προσβάλλεται από έναν σπάνιο ιό (ίωση και υίωση). Θνήσκει από έναν γραμματολογικό θάνατο, που έχει ήδη λάβει χώρα, πριν από τον οργανικό.

Αξιολογώντας, λοιπόν, τον Νεοελληνικό Λογοτεχνικό Κανόνα και τις εξαιρέσεις του, ο Αρανίτσης ανέταμε το πρόβλημα που τον αφορά ως ποιητή: της δημιουργίας. Ομως, την ίδια στιγμή, σχολίασε. Εθεσε δηλαδή επί τάπητος το «τι αξίζει το "αξίζω"» των ποιητών, σε «εποχές παρακμής», όπως γράφει στο Σύσσημον ο Παναγιωτόπουλος, που «οι λογοτέχνες φτιάχνουν ο ένας τον άλλον / και δε βρίσκεις λογοτέχνη / να τον έχει φτιάξει ο δημιουργός».

Ορμώμενος από την «περίπτωση» του Παναγιωτόπουλου, ο Αρανίτσης αποκάλυψε τις δυσκολίες του πολιτευόμενου στην παράδοση ποιητή. Ο ποιητής, προκειμένου να διαβαστεί από τους συγχρόνους του, συντονίζεται «με τη διχασμένη γλωσσική συνείδηση εκείνων προς τους οποίους απευθυνόταν το βιβλίο που την περιείχε» (Αρανίτσης). Το κατά πόσον η παράδοση προϋποτίθεται, για τον ποιητή, ως συνθήκη της ποίησής του και αν ο ποιητής θα πρέπει να «κακοποιήσει» (Αρανίτσης) τη μορφή του ποιήματός του για να τιμωρήσει τον αναγνώστη -που θα πίστευε πως θα ήταν δυνατόν να την οικειοποιηθεί-, εμένα ομολογώ πως δεν με ενδιαφέρει.

Αυτό που θα με ενδιέφερε να συζητήσω στην υποθετική συνάντησή μου με τον Παναγιωτόπουλο και τον Αρανίτση, στον «μεσημβρινό» όπου εντοπιζόμαστε, διασχίζοντας συγχρόνως τους πόλους (Δύση-Ανατολή), και όπου, με τρόπο διασκεδαστικό, διασταυρωνόμαστε με τους θλιβερούς τροπικούς και τους καημούς της αθηναϊκής λιμνοθάλασσας, θα ήταν το «εκτός βιβλίου». Το άγραφο προοίμιο του ποιήματος, που εντίθεται στο ποίημα ως στοιχείο της ρητορικής του. Υποστηρίζω, με παρρησία αποσυνάγωγου, ότι το «εκτός βιβλίου» είναι η ζωή, συνδεδεμένη με την παρουσία του «κριού» (Ντεριντά), ζώου-πολεμιστή, εμβόλου πολεμικής μηχανής. (Το περιβόητο «δεν υπάρχει το εκτός κειμένου» σημαίνει πως ό,τι υπάρχει εκτός είναι η ζωή, ως ecriture -espacement και temporisation-, προοίμιο του ποιήματος και στοιχείο αυστηρά της ρητορικής του.)

Ας θεωρηθούν, οπότε, σαν πολιορκητικός κριός αυτές οι γραμμές, σύμπτωμα, όχι μιας βούλησης για δύναμη, αλλά για περαιτέρω σκέψη. Και ό,τι θα ήθελα παρεκβατικά να καταθέσω είναι μια ποιητική ενεργών και αντενεργών δυνάμεων. Κατάφαση από τον γράφοντα αυτού που ο ίδιος απαιτεί: της ικανότητας παθοποιΐας. Κατάφαση αυτού που η τύχη έφερε στο εφήμερο σπέρμα: ντόρτια και εξάρες, γαμήσια και γράμματα. (Δεν βλέπω άλλες προϋποθέσεις γι' αυτήν τη λογοδοσία εκτός από την αδιάλειπτη όρεξή μου, με κάθε ευκαιρία, να «τρώω το Dasein μου», και να το δείχνω.)

Γνωρίζω ότι οι παραπάνω αποφάνσεις δεν είναι εύκολο να καταλήξουν σε θεωρητική πρόταση, άμοιρη της προσωπικής ιστορίας του καθενός μας. Αλλά πώς αλλιώς, παρά προβάλλοντας την ιδιοσυγκρασιακή γραφή ως υποτιθέμενη προϋπόθεση των θεωρητικών μου εκτροπών, θα μπορούσα να αναδείξω την υπόρρητη πρότασή μου για την ποίηση; Πρόταση που διατυπώνω επιγραμματικά: να πάψουμε να θεωρητικολογούμε περί αυτής (και, ει δυνατόν, να αφήνουμε τουλάχιστον να φανεί το ανέφικτο διάβημα μέσω των «πομπών» του κειμένου).

Πιο κόσμια: «Η λογοτεχνία ενέχει μάλλον την ακύρωση παρά την κατάφαση των αισθητικών κατηγοριών», θα σημειώσει από τη σκοπιά της αυστηρότητας ο Πωλ ντε Μαν, τονίζοντας πως «το να είσαι παρών στον καιρό σου ξεκινά από την απόλυτη πνευματικότητα, όχι μέσω της αδιαφορίας μας προς την Ιστορία, αλλά μέσω της διαυγούς αυτογνωσίας, η οποία συνεπιφέρει αυτομάτως τη δράση, μόλις κερδηθεί αυτή η διόραση». Ας με κατηγορήσουν, λοιπόν, για ανιστορική ελαφρότητα. Επαναλαμβάνω τα εξής:

α) το ποίημα αποκαλύπτει την «αλήθεια», όχι μιας γενιάς ή ενός εξαιρετικού ποιητή, αλλά της ύστατης κρίσης του ίδιου του Κανόνα, ο οποίος τότε καταλύεται·

β) το ποίημα είναι το Ονομα-του-Κανενός. Και εις το Ονομα αυτού ομνύει η δύναμη της γλώσσας και, συγχρόνως, η αδυναμία της. Αυτό σημαίνει πως το ποίημα δεν εξασφαλίζει παραλήπτη, δεν προέρχεται από πιθανολογούμενο Πατέρα, δεν παραδίδει -μεταφραζόμενο στην καθομιλουμένη- το ελάχιστο, δεν εξαρτάται καν από τη μητρική γλώσσα. Είναι μετέωρο, σε τέτοιο σημείο, ώστε, αν κάποιος θελήσει να ονομάσει αυτήν την αιώρηση «μαγική», να επιβεβαιώνει τον Μπένγιαμιν, ο οποίος μας ειδοποίησε πως «το θεμελιώδες πρόβλημα της γλώσσας δεν είναι παρά η μαγεία της»·

γ) το ποίημα, επινοημένο στη γλώσσα του («μαγικό»), οφείλω να το υπο-γράψω, φτερουγίζοντας σαν νυχτερίδα. (Η υπό-γραφή μου εκπροσωπεί την αιτία του ποιήματος, την οποία και αμέσως αναιρεί.) Οφείλω τότε να το υποδεχθώ, όχι στα πάτρια εδάφη της ελληνικής, ούτε στην ξένη, αλλά στον «χώρο της λογοτεχνίας». Εκεί που, όταν έλκομαι από τη γραφή, αμελώ να γράψω. (Προτρέπω και εγώ τον Παναγιωτόπουλο και τον Αρανίτση διά του Ντεριντά: «Συμπατριώτες όλων των χωρών, ποιητές-μεταφραστές, εξεγερθείτε ενάντια στον πατριωτισμό».)

Τώρα επείγομαι να θέσω το ερώτημα: «Τι επιχειρούσε να πράξει δι' εαυτόν ο ποιητής, γράφοντας αυτό το συγκεκριμένο ποίημα»; Ο Σεφέρης απαντά: το κενό. Μιλώ, ασφαλώς, περί του ποιητή που «αργοπορεί», περί του ποιήματος που δεν υπάρχει ή που επιστρέφει ήδη νεκρό. Το συνάντησα. Το νεκρολογώ. Σκανδαλίστηκα. Σκανδάλισα («μικρόν και ου θεωρείτέ με, και πάλιν μικρόν και όψεσθέ με», Κατά Ιωάννην ιστ' 16). Και, μ' ένα δάχτυλο που τρέμει, το εντοπίζω «σε έναν χάρτη για παιδιά», χρονολογημένο στην πατρίδα μου, με τη δική μου όμως χρονολογία: 15 Αυγούστου.

Τον Δεκαπενταύγουστο του 1949, στη Μύκονο, είδα τον θάνατο με τα μάτια μου. Εκτοτε, γνωρίζω πολύ περισσότερα από τους πεθαμένους συγγραφείς μας, δίχως -όπως μας βεβαιώνει περί του αντιθέτου ο Τ.Σ. Ελιοτ- «οι συγγραφείς αυτοί [να] αποτελούν όσα γνωρίζουμε».

1. Βλ. προηγούμενα τχ. της «Βιβλιοθήκης» (558, 559, 560, 561)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Κοινωνικός απομονωτισμός
Κομπόδεμα για την αιωνιότητα
Η λογοτεχνία του διχασμένου υποκειμένου
Πολιορκίες και αναταράξεις
Η βασανισμένη ψυχή του ποιητή Ταρκόφσκι
Ενα βιβλίο για σπουδαστές και όχι μόνο
Στον μαγικό καθρέφτη του χρόνου
Χορεύετε, παρακαλώ;
Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης
Ο φόνος είχε καταντήσει πολύ μπανάλ
Οι ισχυροί χαρακτήρες
Ιστορίες σε εξοχικά τοπία
Άλλες ειδήσεις
Ο βασιλιάς με κοντό παντελόνι
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Σχετικά με την προβληματική της τρέλας
Υίωση
Απληστία: θανάσιμη νόσος της εποχής