Έντυπη Έκδοση

Το ρίγος της ύπαρξης

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι

εκδόσεις Πατάκη, σ. 104, ευρώ 10,55

Με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, που σηματοδοτούν μια τριακονταπενταετή παρουσία στα γράμματα, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προχωρεί από καιρό σταθερά προς την ωριμότητά της, έχοντας δοκιμάσει ήδη κάποιες κρίσιμες (αν και τελείως αφανείς ή αθόρυβες) τροποποιήσεις στην οπτική και στη σύνθεση της στιχουργικής της. Αν, επί παραδείγματι, για ένα μεγάλο διάστημα κατά την εξέλιξη της πορείας της, το οποίο ξεκινάει με τα «Αλογα του Μυροβλήτου» (1974), σταθμεύει στην «Ηγησώ» (1979) και στο «Χώμα» (1985) και φτάνει μέχρι το «Κυπαρίσσι των εργατικών» (1995), το «Προς τα κάτω» (1999) και το «Ελάχιστα πριν» (2005), η ποιήτρια δουλεύει τα κομμάτια της με βάση ένα σκηνικό χέρσας γης, όπου κάθε ελπίδα και απαντοχή έχουν στραφεί προς έναν στεγνό ουρανό (η ελπίδα τρέφεται για να χάσει τα φτερά της προτού προλάβει να πάρει σάρκα και οστά), στον «Λιμό», που δημοσιεύεται το 2007, εκπροσωπώντας την προτελευταία δουλειά της, ο κόσμος της παύει να ιεραρχείται από πάνω προς τα κάτω (το κάτω μηδενίζει το πάνω και το πάνω συντρίβει έως στραγγαλισμού το κάτω), ενώ ο θρήνος για την απώλεια της ύπαρξης τείνει να παραχωρήσει τη θέση του στη σμίλευση ενός σαφώς αποδραματοποιημένου κλίματος, διαποτισμένου από μιαν έντονη απροσδιοριστία και ρευστότητα. Το τοπίο του «Λιμού» κυριαρχείται από αμφίρροπες και μονίμως εκκρεμείς εικόνες ή καταστάσεις, οι οποίες βαθμιαία σχηματίζουν ένα υπαινικτικό (ακόμη και κρυπτικό) τοπίο, όπου η ποίηση της Χριστοδούλου ανακαλύπτει έναν καινούργιο τρόπο αναπνοής και λειτουργίας: την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό.

Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η ατμόσφαιρα της αιώρησης και της αμφισημίας, σε συνδυασμό με τη διακίνηση μιας σειράς διφυών υποστάσεων, που άλλοτε εμφανίζονται με έναν καθαρώς συμβολικό ρόλο και άλλοτε υπέχουν αποφασιστική θέση στην ανέλιξη της πλοκής, αποτελούν τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της καινούριας συλλογής τής Χριστοδούλου, η οποία τιτλοφορείται «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Το βιβλίο πιάνει κατά τόπους επαφή, όπως φροντίζει να μας προειδοποιήσει ο τίτλος, και με δύο σαφώς καινούρια στοιχεία σε ό,τι αφορά την προγενέστερη αγωγή της ποιήτριας: το άλογο και το παράλογο.

Απαγορευμένη διαφυγή

Υπάρχει εκ νέου στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» ο εγκλωβισμός τού εγώ σ' έναν περίκλειστο και αδιέξοδο χώρο, από τον οποίο η οποιαδήποτε διαφυγή έχει απαγορευτεί ως παραπλανητική προσδοκία. Το υποκείμενο συνθλίβεται για μία ακόμη φορά από τις μυλόπετρες της εξωτερικής του απομόνωσης (της απομάκρυνσης από τους άλλους) και της εσωτερικής του αφυδάτωσης (του καταναγκαστικού περιορισμού στην ιδιωτική του περίμετρο), σε μια τροχιά η οποία δεν καταφέρνει να εγγυηθεί το παραμικρό για την πραγματική του επιβίωση. Κι αν τα πράγματα μοιάζει να πονούν και πάλι λιγότερο επειδή τείνουν να χάσουν το σχήμα τους μέσα στην ομίχλη, η οποία τα περιβάλλει, αλλά και εξαιτίας του ειρωνικού τονισμού τους, που σπεύδει να αποκαθηλώσει το αίσθημα ελευθερίας, το οποίο τυχόν τα συνέχει, ο τελικός τους ορίζοντας δεν παύει να παραμένει βαρύς και αποπνιχτικός. Οσο για τις διφυείς υποστάσεις, τις οποίες συναντούμε κυρίως στο δεύτερο, αφηγηματικό μέρος της συλλογής (τιτλοφορημένο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών»), συναιρούν κάποια στιγμή τη συμβολική και τη σκηνική τους δράση σε μια παγωμένη επιφάνεια, κάτω από την κρούστα της οποίας σαλεύει ένα εξαιρετικά ανησυχαστικό ρίγος.

Ενάντια στην έξαρση

Οσο πολεμά η Χριστοδούλου, από συλλογή σε συλλογή και από στίχο σε στίχο, την αισθηματική και την εκφραστική έξαρση του λόγου της τόσο μεγαλώνει το πεδίο της υπαρξιακής της δυσφορίας. Η ανάγκη για περιστολή της διάτασης σε βαθμό εκμηδενισμού οδηγεί στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» σ' έναν διακριτικό εναγκαλισμό με το άλογο και το παράλογο. Οπως το έλεγα πρωτύτερα, πρόκειται για έναν καινούριο προσανατολισμό, με τις ποιητικές παραστάσεις να διασπούν κατ' επανάληψη τη συνέχεια και τη συνοχή τους, διαλύοντας οριστικά τους δεσμούς του ποιητικού εγώ με τον περίγυρό του. Αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε τη διαρκή εναλλαγή αλόγου και παραλόγου σ' ένα τόξο το οποίο αποφεύγει εσκεμμένα τον αιφνιδιασμό και την έκπληξη (η καταστρατήγηση της λογικής έχει εν προκειμένω μπεκετική και όχι υπερρεαλιστική ή λετριστική καταγωγή), το συμπέρασμα προκύπτει μάλλον αβίαστα. Το άλογο και το παράλογο υπερβαίνουν, παραποιούν ή διαστρέφουν την πραγματικότητα, όχι για να αποκαλύψουν και να στιγματίσουν τη βασανιστική μορφή της, αλλά για να εξοικειωθούν με τα βαθύτερα, οργανικά γνωρίσματά της, που ηθελημένα ή αθέλητα έχουν πλέον ενσωματωθεί στον καθημερινό ψυχισμό του υποκειμένου, γεννώντας ένα είδος δεύτερης φύσης. Οπως το θέλει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο ποίημα «Ο απόστολος» (από το πρώτο μέρος της συλλογής υπό τον τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος»):

Απ' το παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο

Κι απ' το φαράγγι που βλέπει στο Γενάρη

Πέρασε μισοσκόταδο κι αέρας.

Γύρω από τη μούχλα της πηγής

Ακούστηκαν ταραγμένα ποτήρια.

Θα έλθω στον ύπνο σου και θα'μαι βρόμικος.

Θα έχω στα νύχια μου χώμα.

Θα αστράφτουν σαν θρυμματισμένος πάγος τα σεντόνια σου.

Κι ο κρότος της σπονδυλικής σου στήλης θα αλλάξει.

Σε μια σειρά δαχτυλιδάκια του καπνού.

Θες δεν θες, θα ξυπνήσεις και θα δεις.

Με λέξεις που έχουν καταλήξει σε ατόφιο κρύσταλλο ή σε κοφτερό γυαλί, με εικόνες που συνταιριάζουν τα ετερογενή και τα ανόμοια ψηφία τους δίχως να διαταράσσουν τη βαθύτερη ενότητά τους (γεγονός το οποίο ενισχύει την αίσθηση του παραλογισμού), με πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, το όνειρο και το παραμύθι, με ποιητικές ιστορίες που φτάνουν στο τέρμα έχοντας τινάξει στο αέρα την αφετηρία τους, όπως και με μιαν υποβλητική εκφορά δωματίου (η ποίηση ως ακουστικό κτήμα μιας μικρής συντροφιάς), η Χριστοδούλου κατορθώνει να φτιάξει ένα άκρως σημαντικό ποιητικό βιβλίο (καλύτερο και από τον σημαδιακό «Λιμό»): ένα βιβλίο το οποίο την αναδεικνύει σε μιαν από τις πιο αξιοπρόσεκτες φωνές όχι μόνο της γενιάς της, αλλά και της νεότερης ελληνικής ποίησης.

Β. Χ.

«Τη ζέστη, που την έλεγα πείνα, / Την τρέφω τώρα και μ' έναν καφέ...». Διαβάζω από το παραπάνω βιβλίο το δίστιχο ποίημα με τίτλο «Τα μεσάνυχτα». Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της γενιάς του '70. Το 2008, το αμέσως προηγούμενο ποιητικό της έργο, με τίτλο Λιμός, που εξέδωσε η Νεφέλη, απέσπασε, ως γνωστόν, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η γραφή της διακρίνεται για την προωθημένη λεκτική της ευθύτητα και την εμμονή της στη διερεύνηση των ειδοποιών ποσοτήτων και των κρισίμων ποιοτήτων τής εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Μάλιστα έχει διατυπωθεί δικαίως η άποψη ότι «θα μπορούσε, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν σχέσεις που επιβιώνουν μέσω άλλων, να είναι η εγγονή της Ζωής Καρέλλη, η θυγατέρα της Ελένης Βακαλό και η μικρή αδελφή της Κικής Δημουλά, ωστόσο, επιμένοντας περισσότερο στο ζήτημα των κληρονομικών αποταμιεύσεων, θα έλεγα ότι εμφανέστερες είναι οι συγγένειες του λόγου, της ρητορικής και της τεχνικής της με τις πρωτοπόρες Αμερικανίδες, την παλαιότερη Εμιλι Ντίκινσον και τη νεότερη Σίλβια Πλαθ» (ιδέτε Αλέξης Ζήρας, περιοδικό Διαβάζω, τ. 507, Μάιος 2010). Και σ' αυτή, τη δέκατη ποιητική της συλλογή είναι ευδιάκριτος ο ανατρεπτικός σαρκασμός, ο οποίος απαντά στα τελευταία έργα της. Δείγμα: «Κάποια εγκάρδια ερείπια, / Μια θάλασσα χωρίς το χρήμα, / Πέτρες και χόρτα, κάνα δυο κηλίδες φως. / Το μέλλον του παιδιού να με τρομάζει, / Η γη που τρίβεται σαν το τυρί στο πιάτο, / Ποιο πιάτο, του γαλαξία το φέρετρο.../ Πρέπει με τα ορύγματα των σπλάχνων / Να πίνει πια κανείς το ουζάκι του...». Οι διαδοχικές αισθητικές συναιρέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν εν γένει την προσέγγιση των διακεκριμένων ινδαλμάτων της ποιήτριας, επιτρέπουν στις αλληγορικές αποτυπώσεις, αλλά και στις αναπόφευκτες παρωδίες να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω ιδιαίτερα εποικοδομητική τους ανάπτυξη. Ο στίχος τείνει να ανταποκριθεί στο όνειρο της δημιουργού του, να δώσει δηλαδή κάποια ευτυχή στιγμή την εντύπωση ότι μπορεί να ορθωθεί ενδεχομένως τρισδιάστατος. Σε συνδυασμό μάλιστα μ' ένα είδος συναινετικής κριτικής, η οποία ασκείται διακριτικά, αλλά σταθερά στα δρώμενα στο εσωτερικό της κοινωνικής κυψέλης, ο καλώς συγκερασμένος σαρκασμός λειτουργεί ως ιδεώδης Δάσκαλος ήθους. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα, που καλύπτουν το δεύτερο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών», σπεύδουν να υλοποιήσουν την κυρίαρχη ποιητική πρόθεση. Ετσι, ο συγκεκριμένος μικρόκοσμος, δηλαδή ό,τι απαρτίζει τα καθέκαστα του συγκινησιακού δρώντος που κατά σύμπτωση γράφει και ο μακρόκοσμος, ό,τι πιθανότατα εκλαμβάνεται ως όλον, επικοινωνούν μέσω της λεκτικής μουσικής. Η εν λόγω πρόθεση φρονώ ότι δικαιώνεται πλήρως: η δόκιμη επινοητικότητα του υποκειμένου αναδιανέμει τις καλειδοσκοπικές πτυχές των διακριτών κόσμων του κατά τρόπο χαρίεντα, αβίαστα αμφίσημο, αλλά και ανατρεπτικό ταυτοχρόνως. Αν το πρώτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος», συνιστά επαρκέστατη επιτομή της δεξιοτεχνίας της Δ. Χ. Χριστοδούλου να αποφαίνεται επιγραμματικά για τη φύση των εμμονών-ειδώλων της, τότε το προαναφερθέν δεύτερο μέρος συνιστά υβριδικό επίτευγμα συνθετικής αβρότητας. Αποφεύγοντας σιωπηρώς πλην σαφώς τις μιμήσεις πράξεων, οι οποίες τελέστηκαν πανηγυρικά στα προηγούμενα βιβλία της, η ποιήτρια διερευνά με τακτ την ενδοχώρα νέων αλληλουχιών, ωσμώσεων και ισορροπιών.

Γ. Β.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τύφλωση προσώπου
Ουέλς σε μετάφραση Παπαδιαμάντη
Ο Μαρξ παραμένει επίκαιρος;
Ο λόγος της απουσίας
Η ευκαρπία του καθηγητή Π.Δ. Μαστροδημήτρη
Φρενιάσματα
Περιήγηση εντός και εκτός τού εγώ
Πού οδηγεί η πολιτική της συναίνεσης;
Οψεις ανάγνωσης
Το καλό εξώφυλλο δεν είναι προϊόν συνταγής
Μουσική
Σαν παλιό καλό κρασί - Κ.Π. Καβάφης. Λένα Πλάτωνος, Γιάννης Παλαμίδας Μικρή Επίδαυρος, 9 και 10 Ιουλίου 2010
Δυο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Το ρίγος της ύπαρξης
Θέατρο σκιών
Μια επιστολή από την Κομοτηνή για τον Καραγκιόζη
Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος
Η ευαίσθητη θηλυκή υφήλιος της Λουίζ Μπουρζουά και ο Χανς Μπέλμερ
Φιλοσοφία
Ο πλατωνικός Τίμαιος και κάποιες σκέψεις πάνω στο κοσμολογικό πρόβλημα
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας μουσικός θησαυρός
Οταν ένα καθημερινό πρόβλημα γίνεται τραγούδι
Άλλες ειδήσεις
Περίεργα ξένος
Ο Διονύσης