Έντυπη Έκδοση

Φρενιάσματα

Αλέξανδρος Μ. Ασωνίτης

Το μνημειώδες σχέδιο του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 176, ευρώ 14,77

«Ο τρόμος μοιάζει με το αίμα», «κανένα απ' τα δύο μήτε που ξεχνά μήτε και που ξεχνιέται». Στις δύο νουβέλες του Αλέξανδρου Ασωνίτη ο τρόμος δεσπόζει, το αίμα ρέει χειμαρρώδες και η μνήμη αγρυπνά. Το νήμα που συνδέει τις δύο ιστορίες είναι το αμάρτημα της αλαζονείας. Στην πρώτη, η αίσθηση μεγαλείου εκτραχύνεται σ' έναν ακραίο κυνισμό, που με τη σειρά του προκαλεί φρικώδεις οραματισμούς και συλλογικά ρίγη, ενώ στη δεύτερη, η εστίαση είναι πολύ μικρότερης εμβέλειας, καθώς εδώ η αποκοτιά καταλήγει στον ατομικό χαμό. Κοινό επίσης στοιχείο των πεζών είναι η οξύτητα των μακάβριων περιγραφών, που περνούν από το μικροσκόπιο τα πιο αποτρόπαια στιγμιότυπα. Η ειδοποιός διαφορά τους έγκειται στη γλώσσα. Τα ερεβώδη ενύπνια του ιστορικού προσώπου στην πρώτη νουβέλα, που δανείζει τον τίτλο της στη συλλογή, αποδίδονται σ' ένα εξαιρετικά καλλιεπές ύφος, του οποίου η εκφραστική εκλέπτυνση στοχεύει πρόδηλα στην υπόδειξη της υποβόσκουσας ειρωνείας. Σε αντίστιξη, η δεύτερη νουβέλα, «Το μοιρολόι της Μανούσαινας», εκφέρεται σε μια γλώσσα επίσης κατεργασμένη, αλλά με ιδιωματισμούς που παραπέμπουν σε ντοπιολαλιά, ενώ διακριτές είναι οι υφολογικές συγγένειες με το δημοτικό τραγούδι. Θα ήταν δυνατόν να ειπωθεί πως η σύνθεση του μοιρολογιού συνιστά μια άσκηση γλωσσικής επιδεξιότητας. Πάντως σε αμφότερα τα κείμενα τον πρώτο λόγο έχει η βία που εγκατασπείρει στις σελίδες κατακρεουργημένα σώματα.

Στο εναρκτήριο πεζό παρακολουθούμε τον μακάριο ύπνο του Τσόρτσιλ, που φιλοδωρεί τον κοιμώμενο με επικούς εφιάλτες. Εχοντας σκεπάσει το 89 ετών πρόσωπό του με τη μάσκα από δέρμα ενός νεαρού ιθαγενούς, ο πάλαι ποτέ πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας ονειρεύεται, αντικρίζοντας τις εικόνες του ονείρου μέσα από το ιταμό βλέμμα του προσωπείου του. Διότι μόνον ένας ιθαγενής θα αγαλλόταν από τον καθ' ύπνους ζόφο, εν τω μέσω του οποίου η Βρετανική Αυτοκρατορία, που στον γεωπολιτικό χώρο του βιβλίου παρέμενε άσειστη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γίνεται ερείπια, απορφανισμένη από τις αποικίες της. Ο Τσόρτσιλ εικάζοντας την ολβιότητα αυτής της χαιρέκακης ματιάς, μειδιά βέβαιος για το ανέφικτο της ονειροπόλησής της. Δεν θα χρειαστούν παρά 67 νύχτες για να κατισχύσει περίλαμπρη η μεγαλειότητά του επί του εφιάλτη. Ο ενύπνιος όλεθρος τον βεβαιώνει για την αχρειότητα των απανταχού υποτελών, ορισμένοι εκ των οποίων είχαν προβάλει στο παρελθόν αντίσταση στη Βρετανική Αυτοκρατορία, «παραβλέποντας, ως γνήσιοι πρωτόγονοι, την επιβαρυντική αποκρουστικότητα της υπάρξεώς τους».

Με τη δερμάτινη μάσκα να προσδίδει μια ψευδή άλκιμη όψη στο ρικνό του δέρμα, ο Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ νιώθει αρκετά εύψυχος για να επωμιστεί ακόμη μία φορά τη σπουδαιότητα του ιστορικού του ρόλου. Στριφογυρίζοντας στα σεντόνια, ξυπνώντας κάποιες στιγμές από τον επιθανάτιο ρόγχο των αναρίθμητων πτωμάτων, «των αγνών προασπιστών της Αυτοκρατορίας», φαντασιώνει την κατακρεούργηση του έθνους, θέλοντας να εμπνευστεί από την πνευματώδη φρίκη των οραμάτων του το μνημειώδες απολυτρωτικό του σχέδιο, που δεν είναι άλλο από την «οριστική Βρετανοποίηση της ανθρωπότητας». Καθώς η προσωπίδα του ιθαγενούς τού μεταγγίζει το σφρίγος ενός ακμαίου άντρα, συνειδητοποιεί πως η Γηραιά Αλβιών θα μπορούσε να μείνει «εσαεί Νέα», αν υπέβαλε σε αφαίμαξη ιθαγενείς απ' όλο τον κόσμο προκειμένου η Βρετανία να «εφοδιασθεί με εφεδρείες αγνής αξόδευτης ζωτικότητας». Διότι ασφαλώς «άλλο ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, ως μοναδικό ιστορικό επίτευγμα, και άλλο ήταν αυτοί, ως αλαζονικοί υποτακτικοί υποστηρικτές του».

Υποκλέπτοντας τα χθαμαλά όνειρα ενός υποτακτικού, ο διαπρεπής πολιτικός ανήρ, τον οποίο ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε αναδείξει σε «Πατέρα της Νίκης», βλέπει τη χώρα του να αφανίζεται από μια πρωτοφανή επιδημία θανάτου. Το μόνο που πραγματικά ευφραίνει το πρόσωπο κάτω από το προσωπείο είναι το βρετανικό φλέγμα, ακατάβλητο ακόμα κι ενώπιον της τέλειας συντριβής. Για παράδειγμα, όταν ένας άξεστος ιθαγενής με κονσερβοκούτι, που θα μπορούσε να είναι ο Αρης Βελουχιώτης, εισβάλλει αιμοδιψής στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ, τα μέλη της βασιλικής οικογένειας υπομένουν τη σφαγή τους με επίζηλη υπεροψία. Η ταπείνωση της σάρκας δεν καταφέρνει να υποσκελίσει τη μεγαλαυχία. Ακόμα και με το ένα τους μάτι ξεριζωμένο, ακρωτηριασμένοι, πνιγμένοι στο ίδιο τους το αίμα, παραδόξως κόκκινο, οι βασιλείς ατενίζουν τον δήμιό τους εξ ύψους. Ωστόσο κάποιες στιγμές ο αιματόβρεχτος ύπνος του φασματικού ιθαγενούς υπερέβαινε τα εσκαμμένα και μεταχειριζόταν ασεβώς την αγγλοσαξονική φύση. «Φλύαρος ο ιθαγενής εφιάλτης ματαιοπονούσε να αποδείξει ότι διαθέτει χιούμορ, ως ένα από τα αναρίθμητα ευεργετικά αποτελέσματα της Βρετανικής Κατάκτησης».

Οταν ο εφιάλτης τον μεταφέρει από την αίθουσα του θρόνου στο Αουσβιτς, ο Τσόρτσιλ νιώθει την αυτοκυριαρχία του να κλονίζεται. Παρακολουθώντας τον βασανισμό μιας ελληνίδας κρατούμενης από τους ναζί, συλλογίζεται συντετριμμένος τις ανεκτίμητες υπηρεσίες που θα μπορούσαν να είχαν προσφέρει όλοι αυτοί οι άντρες στις βρετανικές επιδιώξεις, αν ο ίδιος είχε θέσει «τα εξαίρετα αυτά σώματα υπό τις διαταγές του». «Τόσοι καλοί, αφιονισμένοι, άξιοι μαχητές σε λάθος γραμμές και στόχο». Η υποδειγματική μεθοδικότητα του μαρτυρίου της νεαρής γυναίκας τον απελπίζει, καθώς τον υποχρεώνει να αναλογιστεί τη σπατάλη ενός τόσο εκλεκτού δυναμικού στα κελεύσματα του Χίτλερ. Το μόνο που επροτίθετο να αναγνωρίσει στον τελευταίο ήταν ότι: «Διέθετε το θάρρος, την αυτοπεποίθηση, την πρωτοφανή εντιμότητα, να παρουσιασθεί ως Μεσσίας στα μάτια όλων και να αναδειχθεί σε παγκόσμιο, δημόσιο, λυτρωτικό, ορατό γεγονός, που προκαλούσε σαρωτικά εκθαμβωτικό πάταγο, φόβο και αναταραχή». Στην προσωπικότητα του Χίτλερ διέκρινε έναν ασυναγώνιστο πολέμιο της ύπαρξης, κάποιον που είχε την τόλμη να κηρύξει πόλεμο στην πραγματικότητα. Οραματιστής ο Τσόρτσιλ, ήταν εύλογο να τον συναρπάζει η δυνατότητα της ανυπακοής στην πραγματικότητα. Η εκδικητικότητα του Χίτλερ εναντίον οτιδήποτε είχε ποτέ υπάρξει, τον καθιστούσε «ένα απ' τα τελειότερα εποπτικά δημιουργήματα του προϋπάρχοντος και διαπρέποντος επί αιώνες Μίσους, ως θεωρίας και πράξης». Ο Τσόρτσιλ του Ασωνίτη, που οραματίζεται το είδωλό του ανυψωμένο πάνω από υποτελείς και ομοεθνείς σαν Θεία Πρόνοια, δεν μπορεί παρά να θαυμάζει, έστω και με κάποια ενόχληση, αυτό το μοναδικό παράδειγμα θαρραλέας παράνοιας. Τοποθετώντας αντικριστά τα είδωλα των δύο ανδρών στη νουβέλα του, ο Ασωνίτης σχολιάζει πλαγίως τον αγγλικό ιμπεριαλισμό στη διαχρονία του καθώς και τις ιδεολογικές καταβολές τού Χίτλερ. Ανάμεσά τους παρελαύνουν σαν ίσκιοι από το επέκεινα έλληνες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης.

Η μεγαληγορία των φαντασιώσεων του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ βρίσκεται παραδόξως σε συστοιχία με το αλόγιαστο εγχείρημα του Μίλτου από την Ηρακλειά, που θέλησε να αναμετρηθεί μ' έναν νεκρό. Για τα δικά του μέτρα η αψηφισιά του ήταν αναλόγως υβριστική με το σωτηριολογικό σχέδιο του πολιτικού στην προηγούμενη ιστορία. Ο νεαρός νησιώτης επιχείρησε να μιμηθεί τον χαλεπό θάνατο ενός ναυαγού, πιστεύοντας ότι ο ίδιος θα αποδεικνυόταν πιο κραταιός από τα στοιχεία της φύσης, που πριν από μερικά χρόνια είχαν αφήσει πάνω στα βράχια τα απομεινάρια ενός σκελετού. Αυτά τα ίχνη είχαν δει τα μάτια του άκαιρα, όταν ήταν ακόμη μικρό αγόρι, και σκούρυναν δυσοίωνα. «Και δεν αλλάξαν μοναχά τα μάτια του, μα επειράχτη κι η ψυχή τού Μιλτάκι, μ' αντίς η άχαρη να σκιαχτεί, οπού 'πρεπε, επείσμωσε και ξεδείλιασε απόκοτα». Από τη στιγμή που συναντήθηκε με τον απόκρημνο τάφο του ναυαγού, ο ίσκιος του γκρεμού, που έφερε το αποτύπωμα της σύνθλιψής του, έπεφτε πάνω σε κάθε κίνηση του Μίλτου, προδιαγράφοντας βήμα το βήμα το άραχλο πεπρωμένο του. Το ποικιλμένο ιδιόλεκτο των σελίδων εξεικονίζει με λαγαρότητα το τρομερό ψυχομαχητό του ήρωα. Το σώμα του κομματιάζεται πάνω στα βράχια κι εκείνος ουρλιάζει από έναν πόνο αδιανόητο, μέχρι που το μόνο που απομένει από αυτόν είναι ένας σάπιος, χαλασμένος σκελετός που η «χαρολαβωμένη» μάνα του, η Μανούσαινα, θα ντύσει γαμπρό, την ίδια στιγμή που τα σωθικά της θα γδέρνονται από ένα «άσωστο» μοιρολόι.

Τόσο στα σκεπάσματα του Τσόρτσιλ όσο και στο Κουφονήσι η οίηση αντιβοά διαπεραστικά, αλλά ενώ στο πεδίο της ατομικότητας η τιμωρία ενσκήπτει αδυσώπητη, στο συλλογικό η νέμεση επικρέμαται σαν ζοφερό ενδεχόμενο. Ο κόσμος κρατάει την ανάσα του «και της Μανούσαινας μοναχά το βαρυθρήνιασμα απόμεινε να πλανιέται αλλοκοτιασμένο στη μαύρη νύχτα, να μοιριολογάει, να σπαράζει, να καταριέται».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Τύφλωση προσώπου
Ουέλς σε μετάφραση Παπαδιαμάντη
Ο Μαρξ παραμένει επίκαιρος;
Ο λόγος της απουσίας
Η ευκαρπία του καθηγητή Π.Δ. Μαστροδημήτρη
Περιήγηση εντός και εκτός τού εγώ
Πού οδηγεί η πολιτική της συναίνεσης;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τύφλωση προσώπου
Ουέλς σε μετάφραση Παπαδιαμάντη
Ο Μαρξ παραμένει επίκαιρος;
Ο λόγος της απουσίας
Η ευκαρπία του καθηγητή Π.Δ. Μαστροδημήτρη
Φρενιάσματα
Περιήγηση εντός και εκτός τού εγώ
Πού οδηγεί η πολιτική της συναίνεσης;
Οψεις ανάγνωσης
Το καλό εξώφυλλο δεν είναι προϊόν συνταγής
Μουσική
Σαν παλιό καλό κρασί - Κ.Π. Καβάφης. Λένα Πλάτωνος, Γιάννης Παλαμίδας Μικρή Επίδαυρος, 9 και 10 Ιουλίου 2010
Δυο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Το ρίγος της ύπαρξης
Θέατρο σκιών
Μια επιστολή από την Κομοτηνή για τον Καραγκιόζη
Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος
Η ευαίσθητη θηλυκή υφήλιος της Λουίζ Μπουρζουά και ο Χανς Μπέλμερ
Φιλοσοφία
Ο πλατωνικός Τίμαιος και κάποιες σκέψεις πάνω στο κοσμολογικό πρόβλημα
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας μουσικός θησαυρός
Οταν ένα καθημερινό πρόβλημα γίνεται τραγούδι
Άλλες ειδήσεις
Περίεργα ξένος
Ο Διονύσης