Έντυπη Έκδοση

Ένας εστέτ αγωνιστής

Φόρεσε το πρώτο του σμόκιν σε ηλικία 14 χρόνων, υποχρεωτικό ένδυμα για τα απογευματινά χορευτικά τσάγια στις Πλάτρες, όπου η οικογένεια έκανε διακοπές.

Πολύ αργότερα υπερηφανευόταν για έναν έξοχο βραδινό μανδύα, με όρθιο γιακά κεντημένο με χρυσοκλωστή, τον κορόιδευε όμως λιγάκι αφού ως ρούχο του φαινόταν υπερβολικό.

Γεννημένος αρχοντόπουλο, έτσι παρέμεινε σ' όλη του τη ζωή ο Μιχάλης Κακογιάννης, και η ευγένεια της καλής γενιάς του επέβαλλε άψογους τρόπους σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ ανέπτυξε ταυτόχρονα και μια αποτελεσματική συνείδηση, ανίκανη να κάνει πίσω μπροστά στο όποιο άδικο.

«Δεν είμαι αριστερός», έλεγε, «όμως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να είμαι δεξιός» συμπλήρωνε. Οι ετικέτες δεν τον αφορούσαν ως πολίτης του κόσμου που ήταν όμως απέδειξε πως τον πόναγε τόσο η επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα όσο και η εισβολή του «Αττίλα» ή το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Δεν ήταν απλώς το άδικο, ήταν και θέμα αναξιοπρέπειας. Δεν του ταίριαζε και τον συντάραζε. Δεν πάτησε πόδι στην Ελλάδα στην περίοδο της δικτατορίας, περνούσε απλώς τράνζιτ από το αεροδρόμιο του Ελληνικού κι εκεί έβλεπε όσους από τους φίλους του είχαν το θάρρος να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους συναντώντας τον.

Η δικτατορία τον είχε βρει στο Παρίσι. Εμενε στο πολυτελές «Georges V». Κατεβαίνοντας αναστατωμένος το πρωί της 21ης Απριλίου από το δωμάτιό του έπεσε πάνω στον Αριστοτέλη Ωνάση και είχε την αφέλεια να θελήσει να τον μυήσει στην αντίσταση, προτείνοντάς του να αποσύρει τον στόλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας από την Ελλάδα. Φυσικά ο Ωνάσης τον αντιμετώπισε χαμογελώντας. Ο Κακογιάννης ωστόσο ήταν από τους πρώτους που έκαναν δηλώσεις κατά της χούντας, που εργάστηκε μαζί με τη Μελίνα, που μάζεψε χρήματα για την αντίσταση.

«Μπορεί να είμαι Κύπριος ως προς την καταγωγή και να ανδρώθηκα στην Αγγλία, αλλά η Ελλάδα είναι ιδέα. Μ' αυτήν μεγάλωσα, λειτούργησα και πέτυχα. Γιατί να μην είμαι ευγνώμων στην Ελλάδα και λάτρης της;» έλεγε.

Το δράμα της Χιλής δεμένο με το δράμα της Ελλάδας γέννησε αργότερα τη «Γλυκιά πατρίδα», ταινία εξόχως πολιτική, που αναφερόταν μεν στην πρώτη από τις δύο χώρες, δείχνοντας παράλληλα το δράμα που είχε ζήσει η δεύτερη. Πολύ νωρίτερα ωστόσο είχε κάνει το προφητικό «Οταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά», όπου μίλησε για τον τρόμο της ατομικής βόμβας, αλλά και τις «Τρωάδες», πολιτικές κι αυτές με τον τρόπο τους.

Η κατ' εξοχήν πολιτική ταινία του Κακογιάννη παραμένει ο «Αττίλας 74».

Να τι έλεγε σχετικά: «Με το που έμαθα για την εισβολή, ότι οι Τούρκοι μας είχαν μαχαιρώσει στην πλάτη, σκέφτηκα πως κανονικά έπρεπε να πάω και να καταταγώ στην Κυπριακή Εθνοφρουρά. Ομως δεν ήμουν ικανός να χρησιμοποιήσω άλλο όπλο εκτός της κινηματογραφικής μηχανής. Και μ' αυτήν πολέμησα τελικά».

Μια συγκλονιστική καταγραφή με τον Σάκη Μανιάτη να κρατάει την κάμερα και τον Κακογιάννη σε ρόλο σκηνοθέτη και δημοσιογράφου να καταγράφει αυτό το συνεχές (και αδιάκοπο μέχρι σήμερα) μοιρολόι. Με τα έσοδα της ταινίας, σημειώστε, χτίστηκε ένα σχολείο στην Κύπρο, που εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τις όποιες προβολές της.

Με ποια λογική όλα τα παραπάνω; Πώς αυτός ο εστέτ, που εννοούσε καθημερινά να γευματίζει και να δειπνεί με τα ασημικά του, έμπαινε σ' έναν στίβο που σε πρώτο επίπεδο του έμοιαζε ξένος; Με την ίδια λογική που μια μέρα αποφάσισε πως η Ακρόπολη έπρεπε να φωτιστεί σωστά και, δημιουργώντας το σωματείο «Φίλοι της Αθήνας», βρήκε τους πόρους ώστε να καλέσει τον Πιέρ Μπιντό, ο οποίος επιμελήθηκε τον φωτισμό που σήμερα αναδεικνύει το μνημείο.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης ήταν από καλή γενιά. Δεν την πρόδωσε, ίσως λιγάκι να της έβγαλε τη γλώσσα. Δεν είναι τυχαίο ότι την ημέρα που τηλεφώνησαν στον πατέρα του από το Λονδίνο για να του πουν ότι έλαβε τον τίτλο του σερ, ο έφηβος Μιχάλης σχολίαζε: «Ο τίτλος τού ανηγγέλθη ενώ διατελούσε εν σωβράκω». Οντως έβγαλε τη γλώσσα στους ομοίους του, παρά ταύτα όμως τους κατέκτησε με τα δικά του μέσα κι όχι με εκείνα με τα οποία τον είχε εφοδιάσει η οικογένειά του. Γεννημένος ευγενής, συμμάχησε με τους πληβείους και ιδρώνοντας στα πλατό απέδειξε πως ήταν άξιος της θέσης την οποία άλλοι εξ ορισμού και δίχως κόπο διατηρούσαν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Μιχάλης Κακογιάννης
Ο σκηνοθέτης και οι μούσες του
«Το σινεμά αντιπροσωπεύει... δυστυχώς τη ζωή μου»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Οδοιπορικό
Επτά μέρες με μαντίλα
Η τέχνη ενώνει
Παραστάσεις
Από μικρά στα δύσκολα
Μιχάλης Κακογιάννης
Ένας εστέτ αγωνιστής
Ο σκηνοθέτης και οι μούσες του
«Το σινεμά αντιπροσωπεύει... δυστυχώς τη ζωή μου»
Εϊμι Γουάινχαουζ
Το παιχνίδι των λυγμών
Βιβλίο
Το νουάρ κάνει τη διαφορά