Έντυπη Έκδοση

ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΧΑΜΑΣ ΚΑΙ ΦΑΤΑΧ

Αραβική άνοιξη και Παλαιστίνιοι

Η επιτροπή που οργάνωσε στις 15 Μαΐου μια πορεία προς τα σύνορα του Ισραήλ, κάλεσε τους Παλαιστίνιους του εξωτερικού και των κατεχόμενων εδαφών να συρρεύσουν προς αυτό το σημείο. Μάλιστα, η επιτροπή έκανε έκκληση να αποφευχθεί κάθε προσφυγή στη βία: Το μόνο «όπλο» που προτεινόταν ήταν οι σημαίες. Η κινητοποίηση, που αντλούσε την έμπνευσή της από τις εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες, έχει τις ρίζες της στο στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει η Χαμάς και η Φάταχ.

Οι εικόνες των Παλαιστινίων που συγκεντρώθηκαν στις 15 Μαΐου του 2011 στα σύνορα του Ισραήλ αποτελούσαν για ορισμένους ένα όνειρο και για κάποιους άλλους έναν εφιάλτη. Στην 63η επέτειο της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του «εβραϊκού κράτους» και της Νάκμπα (της «Καταστροφής») για τους Παλαιστίνιους, που εκδιώχθηκαν κατά εκατοντάδες χιλιάδες από τη γη τους, διαδηλωτές από τη Συρία(1), τον Λίβανο, την Ιορδανία ή τη Γάζα κατευθύνονται προς τη Γη της Επαγγελίας.

Είναι μονάχα μερικές χιλιάδες· ωστόσο, όλος ο κόσμος αναρωτιέται τι θα συμβεί εάν εκατομμύρια πρόσφυγες κινηθούν με παρόμοιο ειρηνικό τρόπο για να ανατρέψουν τα σύνορα και τα τείχη. Μήπως οι πρόσφυγες -τους οποίους έχει παραμελήσει η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) από την εποχή των συμφωνιών του Οσλο, το 1993, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν οι πρωτεργάτες της παλαιστινιακής αφύπνισης στη δεκαετία του 1960- αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια τους το πεπρωμένο τους;

Στη Ραμάλα, έχουν αναρτηθεί πανό που ζητούν την εκλογή από όλους τους Παλαιστίνιους (της Δυτικής Οχθης, της Γάζας, αλλά και της Βηρυτού και του Αμάν) ενός Εθνικού Συμβουλίου το οποίο θα εκπροσωπεί το σύνολο του διασκορπισμένου λαού· επιπλέον, καλούν σε μια επανίδρυση της ΟΑΠ. Πρόκειται, άραγε, για μια νέα φάση στον απελευθερωτικό αγώνα; Η βίαιη αντίδραση του Ισραήλ -δεκατέσσερις άοπλοι Παλαιστίνιοι νεκροί στις 15 Μαΐου- είναι ενδεικτική της ανησυχίας από την οποία διακατέχεται η ηγεσία του.

Η πρωτοφανής προσδοκία των Παλαιστινίων, που κατεβαίνουν μαζικά στους δρόμους εμπνεόμενοι από τις αραβικές εξεγέρσεις, ξεφεύγει από τον έλεγχο, τόσο της Χαμάς όσο και της Φάταχ. Αυτό ακριβώς οδήγησε τους δύο αδελφούς-εχθρούς να συνάψουν μια συμφωνία, η οποία επικυρώθηκε στο Κάιρο στις 4 Μαΐου από τους εκπροσώπους δεκατριών παλαιστινιακών φατριών. Το κείμενο προβλέπει τη συγκρότηση κυβέρνησης τεχνοκρατών, την απελευθέρωση των φυλακισμένων που κρατούνται από τις δύο οργανώσεις στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη, τη διεξαγωγή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών μέσα σε έναν χρόνο, τη μεταρρύθμιση της ΟΑΠ και την ενοποίηση των οργάνων ασφαλείας των δύο πλευρών σε αυστηρά επαγγελματικό επίπεδο. Δίνεται δε προτεραιότητα στην ανοικοδόμηση της Γάζας, στην οποία έχει επιβληθεί πολύχρονος αποκλεισμός από το Ισραήλ.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η συμφωνία προκάλεσε την άμεση απόρριψη των Ισραηλινών και ότι ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου, κάλεσε τη Φάταχ να διαλέξει ανάμεσα στην ειρήνη και στη Χαμάς. Βέβαια, παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι, εδώ και αρκετούς μήνες, οι ισραηλινοί επίσημοι δικαιολογούσαν την άρνησή τους να συνάψουν συμφωνία με τον Μαχμούντ Αμπάς (τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής και γενικό γραμματέα της Φάταχ) με το επιχείρημα ότι εκπροσωπούσε μονάχα τους μισούς Παλαιστίνιους. Οσο κι αν ο Νετανιάχου είναι γνωστός για τις εμμονές του και τον μονοδιάστατο λόγο του, εξέπληξε όταν έφθασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι η Χαμάς ήταν «η τοπική εκδοχή της Αλ Κάιντα»(2).

Η ΕΚΠΛΗΞΗ

Η αδιαλλαξία επιβραβεύθηκε από τον αμερικανό πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος, στον λόγο του της 19ης Μαΐου στην Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι κατανοεί «τις βαθύτατες και θεμιτές ανησυχίες του Ισραήλ: Πώς είναι δυνατόν να διαπραγματευθεί με ένα κόμμα το οποίο έχει αποδείξει ότι δεν θέλει να αναγνωρίσει το δικαίωμά του να υπάρχει ως κράτος;» Ωστόσο, ο Ομπάμα κι ο Νετανιάχου γνωρίζουν την επιστολή των συμφωνιών του Οσλο, την οποία δεν σταματούν να επικαλούνται: Η συμφωνία εξουσιοδοτεί την ΟΑΠ και μόνο αυτήν (και όχι την παλαιστινιακή κυβέρνηση) να διαπραγματευθεί με το Ισραήλ την τελική συμφωνία για το καθεστώς των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών, όμως η Χαμάς δεν ανήκει στην ΟΑΠ. Επίσης, και οι δύο προαναφερθέντες ηγέτες αγνόησαν τις δηλώσεις του Καλέντ Μεχαάλ, ηγέτη του πολιτικού γραφείου της Χαμάς, ο οποίος επανέλαβε την υποστήριξή του στη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Οχθη και στη Γάζα με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ και τόνισε ότι, εάν δημιουργηθεί αυτό το κράτος, τότε η Χαμάς θα παραιτηθεί από τη χρήση βίας.

Η συμφωνία ανάμεσα στη Φάταχ και τη Χαμάς εξέπληξε όλους τους παρατηρητές που παρακολουθούσαν εδώ και χρόνια τις πολυδαίδαλες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο κόμματα. Για την ώρα, είναι δύσκολο να ξέρει κανείς σε ποιον βαθμό θα εφαρμοστεί. Αρκετά σημεία της μένουν ακόμα σκοτεινά, ενώ παραμένει η αμοιβαία καχυποψία. Ομως, οι παράγοντες που ωθούν στη συνεννόηση είναι ισχυροί: ορισμένοι έχουν τις ρίζες τους στην εσωτερική παλαιστινιακή σκηνή, ενώ άλλοι προέκυψαν από τις περιφερειακές εξελίξεις.

Οι δύο οργανώσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με την άνοδο ενός κινήματος αμφισβήτησης στη Δυτική Οχθη, ακόμα και στη Γάζα. Το κεντρικό σύνθημα δεν ήταν, όπως στις υπόλοιπες αραβικές χώρες, το «Ο λαός θέλει την πτώση του καθεστώτος». Κι υπήρχε όντως λόγος γι' αυτό. Οπως εξηγούσε στη Ραμάλα ο διανοούμενος Τζαμίλ Χιλάλ, «δεν έχουμε ούτε καθεστώς, ούτε κράτος. Εχουμε μονάχα μια Αρχή και την κατοχή των εδαφών μας». Ετσι, χιλιάδες νέοι φώναζαν: «Ο λαός απαιτεί το τέλος του διχασμού». Η Φάταχ και η Χαμάς υποχρεώθηκαν να λάβουν υπόψη το λαϊκό αίτημα. Πόσω μάλλον που και οι δύο έχουν περιέλθει σε στρατηγικό αδιέξοδο.

Η ειρηνευτική διαδικασία στην οποία ποντάρει από το 1993 η Φάταχ είναι πλέον ένας άταφος νεκρός εδώ και αρκετά χρόνια. Ομως, με την πτώση του αιγύπτιου προέδρου, Χόσνι Μουμπάρακ, που υπήρξε ο «νονός» της, ο Αμπάς αναγκάστηκε επιτέλους να υπογράψει τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου της και να την ενταφιάσει. Η διαρκής επέκταση των ισραηλινών εποίκων στην παλαιστινιακή γη -μάλιστα, ακόμα και την ημέρα που ο Μπάρακ Ομπάμα εκφώνησε τον λόγο του για τη Μέση Ανατολή, η ισραηλινή κυβέρνηση ανήγγειλε την ανέγερση 1.500 νέων κατοικιών στην Ανατολική Ιερουσαλήμ- αφαιρεί κάθε νόημα από τον διάλογο.

Η ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

Οσο για τη Χαμάς, η οποία προβάλλει την «αντίσταση», συνεχίζει την εκεχειρία με το Ισραήλ και την επιβάλλει και στις υπόλοιπες παλαιστινιακές φατρίες, ακόμα και με τη βία, όταν αυτό καθίσταται απαραίτητο. Ετσι, στη Γάζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ομάδες σαλαφιστών, οι οποίοι την κατηγορούν αφ' ενός ότι δεν διεξάγει ένοπλο αγώνα ενάντια στον «σιωνιστή εχθρό» και, αφ' ετέρου, ότι δεν προωθεί αρκετά τον εξισλαμισμό της κοινωνίας μέσα στη ζώνη που ελέγχει. Τον Απρίλιο, η δολοφονία από μια εξτρεμιστική ομάδα του ιταλού φιλοπαλαιστίνιου ακτιβιστή Βιτόριο Αριγκόνι, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στη Γάζα, ήχησε ως προειδοποίηση.

Τέλος, η συνέχιση του ισραηλινού αποκλεισμού και οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής του πληθυσμού έχουν ως αποτέλεσμα να μειώνεται καθημερινά η επιρροή της Χαμάς.

Πράγματι, και τα δύο κόμματα υποφέρουν από μια κρίση νομιμοποίησης. Οι συμπεριφορές τους -αυταρχισμός, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά κ.λπ.- δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνες που επικρατούν στον υπόλοιπο αραβικό κόσμο και πυροδοτούν τις ίδιες εξεγέρσεις, όπως και τις ίδιες προσδοκίες για ελευθερία.

Η ανατροπή του περιφερειακού στάτους κβο ώθησε τη Χαμάς και τη Φάταχ να κάνουν συμβιβασμούς. Παρ' όλο που η δεύτερη έχασε στο πρόσωπο του Μουμπάρακ τον καλύτερό της σύμμαχο, οι διαδηλώσεις στη Συρία και η βίαιη καταστολή με την οποία αντιμετωπίστηκαν εξασθένισαν ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα της Χαμάς. Πόσω μάλλον που -μετά την εκδίωξή της από την Ιορδανία- η ηγεσία της οργάνωσης, η οποία είναι αναγκασμένη να ζει στο εξωτερικό, φιλοξενείται από τη Συρία. Στις 25 Μαρτίου, ο σεΐχης Γιουσούφ αλ Καρνταβί -ένας από τους πλέον δημοφιλείς ιεροκήρυκες του σουνιτικού ισλάμ, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους (από τους οποίους προέρχεται η Χαμάς)- καταδίκασε με σφοδρότητα το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ Αλ Ασαντ, δηλώνοντας ότι το κόμμα Μπάαθ δεν μπορούσε πλέον να διοικήσει τη Συρία. Η δε Χαμάς απέφυγε να υπερασπιστεί τον σύρο προστάτη της, παρά τις πιέσεις της Δαμασκού.

Υπάρχει και άλλη μία περιφερειακή εξέλιξη, η οποία ανησυχεί την ηγεσία του ισλαμικού κόμματος. Η καταστολή της δημοκρατικής εξέγερσης στο Μπαχρέιν και η βιαιότητα της αντισιιτικής εκστρατείας που διεξάγουν οι χώρες του Κόλπου έχουν επιδεινώσει τις εντάσεις ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και στο (σιιτικό) Ιράν. Ομως, οι πλούσιοι επιχειρηματίες από τις χώρες του Κόλπου που χρηματοδοτούν τη Χαμάς δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τη συμμαχία της οργάνωσης με την Τεχεράνη. Γι' αυτό, η ίδια έχει κάθε λόγο να προσεγγίσει την Αίγυπτο, τη μεγάλη σουνιτική δύναμη της περιοχής. Μάλιστα, αυτή η προσέγγιση διευκολύνεται από την αλλαγή της πολιτικής του Καΐρου, μετά την ανατροπή του αιγύπτιου προέδρου.

Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ

Πράγματι, χωρίς να προχωράει σε ρήξη με την Ουάσιγκτον και να αμφισβητεί την ειρηνευτική συμφωνία με το Ισραήλ, η Αίγυπτος αρχίζει να περιορίζει την υποδούλωσή της στα αμερικανικά και στα ισραηλινά συμφέροντα. Ο Μουμπάρακ ήταν αντίθετος με την ενότητα ανάμεσα στη Φάταχ και στη Χαμάς, κυρίως επειδή φοβόταν την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων στη χώρα του. Θεωρούσε ότι η Γάζα αποτελούσε κατά κύριο λόγο ένα πρόβλημα ασφάλειας και συμμετείχε στον αποκλεισμό της. Επιπλέον, είχε αναλάβει την ηγεσία της αραβικής σταυροφορίας εναντίον του Ιράν. Οι συγκεκριμένοι φόβοι έπαψαν να υφίστανται από τη στιγμή που οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ετοιμάζονται να συμμετάσχουν στις εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου κι ίσως μάλιστα και στην κυβέρνηση. Επιπλέον, ο νέος δημοκρατικός άνεμος που πνέει στη χώρα επιτρέπει στους Αιγύπτιους να εκφράζουν την αλληλεγγύη τους στους Παλαιστίνιους και η αιγυπτιακή κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να αγνοεί αυτόν τον παράγοντα.

Εξάλλου, ο αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι θα άνοιγε το πέρασμα της Ράφας και ότι ο ισραηλινός αποκλεισμός της Γάζας συνιστούσε μια «επαίσχυντη πράξη(3)». Ο δε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Σαμί Ανάν, απηύθυνε την εξής προειδοποίηση στο Ισραήλ μέσα από τη σελίδα του στο Facebook: «Η ισραηλινή κυβέρνηση οφείλει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή όταν αναφέρεται στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Οφείλει να απέχει από κάθε ανάμειξη στις παλαιστινιακές εσωτερικές υποθέσεις»(4). Οπως συνοψίζει ο Μαχμούντ Σουκρί, πρώην πρεσβευτής της Αιγύπτου στη Δαμασκό, «ο Μουμπάρακ έπαιρνε πάντα το μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Τώρα, σκεφτόμαστε με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια δημοκρατία η οποία θα λειτουργεί ως υπόδειγμα για ολόκληρη την περιοχή και επιθυμούμε να ασκεί η Αίγυπτος τη δική της επιρροή»(5). Η μικρή αυτή στροφή εκφράζεται μέσα από την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ιράν, το οποίο -όπως άλλωστε και η Δαμασκός- χαιρέτισε τη συμφωνία ανάμεσα στις δύο παλαιστινιακές παρατάξεις.

Ο λόγος για τον οποίο ο Ομπάμα απευθύνθηκε στον μουσουλμανικό κόσμο, στις 19 Μαΐου του 2011, δύο χρόνια μετά τον λόγο του Καΐρου, ήταν για να δώσει μια απάντηση σε αυτή την αλλαγή του περιφερειακού στάτους κβο και στις αποτυχίες της διαμεσολάβησής του στην ισραηλοπαλαιστινιακή σύγκρουση, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από την παραίτηση του Τζορτζ Μίτσελ, του αμερικανού ειδικού απεσταλμένου για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Ο Ομπάμα επιθυμούσε να δείξει ότι η χώρα του βρισκόταν «από τη σωστή πλευρά της ιστορίας», τη στιγμή ακριβώς που ολόκληρη η περιοχή βρίσκεται σε αναβρασμό. Επιθυμούσε επίσης να διακηρύξει την πρόθεση της Αμερικής να συνδυάσει τα συμφέροντα και τις αξίες, κατήγγειλε την καταστολή στην οποία επιδίδεται η κυβέρνηση του Μπαχρέιν, στο οποίο φιλοξενείται η διοίκηση του 5ου αμερικανικού στόλου, ενώ ταυτόχρονα δεν έκανε την παραμικρή αναφορά για τον ρόλο που διαδραμάτισε σε αυτή την υπόθεση η Σαουδική Αραβία, η οποία συνέδραμε στρατιωτικά την κυβέρνηση του Μπαχρέιν.

Λίγο πριν από τον προεδρικό λόγο, η υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, δήλωσε ότι «η αμερικανική ηγεμονία είναι σήμερα αναγκαία περισσότερο από ποτέ άλλοτε». Ωστόσο, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «The Nation», ο Ρόμπερτ Ντρέιφους αναρωτιέται: «Υπάρχει, άραγε, σε ολόκληρη την περιοχή κάποιος ο οποίος να ακούει τις Ηνωμένες Πολιτείες;»(6) Αναφέρεται κατ' αρχάς στα προσκόμματα που δημιουργούν οι πακιστανικές και οι αφγανικές αρχές στα σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών, και στη συνέχεια παρατηρεί: «Το Ιράν, παρά τις οδυνηρές κυρώσεις και τις διαρκείς απειλές για στρατιωτική επέμβαση, όχι μόνο αρνείται τον παραμικρό συμβιβασμό για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά επιπλέον εξακολουθεί να υποστηρίζει τα αντιαμερικανικά κινήματα στο Ιράκ, στον Λίβανο, στην Παλαιστίνη και στα κράτη του κόλπου. Το Ιράκ, του οποίου η κυβέρνηση προέκυψε από την αμερικανική εισβολή του 2003, αρνήθηκε κάθε αμερικανική στρατιωτική παρουσία και οι ηγέτες του είναι ενθουσιασμένοι με την καινούρια τους συμμαχία με το Ιράν». Από την πλευρά της, η Σαουδική Αραβία εκφράζει τη δυσαρέσκειά της, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο ο Ομπάμα εγκατέλειψε στη μοίρα του τον πρόεδρο Μουμπάρακ όσο και για τις αμερικανικές επικρίσεις στην καταστολή στο Μπαχρέιν.

Οσο για τον Νετανιάχου, αφού αντιστάθηκε -με μεγάλη ευκολία- στο αμερικανικό αίτημα για πάγωμα του σχεδίου ανέγερσης εβραϊκών οικισμών στα κατεχόμενα, απέρριψε κάθε επιστροφή στα σύνορα του Ιουνίου του 1967, παρά το γεγονός ότι ο Ομπάμα είχε εκφράσει ακόμη μία φορά την υποστήριξή του σε αυτό το σχέδιο. Μάλιστα, αρνείται ακόμα και τη λύση που προτείνει ο αμερικανός πρόεδρος, να αποτελέσει το ζήτημα των συνόρων τη βάση πάνω στην οποία θα διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ανάμεσα στους δύο άνδρες, στις 20 Μαΐου στον Λευκό Οίκο, ο Νετανιάχου, με την άνεση του ανθρώπου που γνωρίζει ότι δεν διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο, έκανε στον συνομιλητή του ένα μάθημα ιστορίας και γεωπολιτικής. Στην προβολή που έδωσαν τα μέσα ενημέρωσης στη διάσταση των απόψεων ανάμεσα στους δύο άνδρες, πρέπει να προστεθεί κι η παρακάτω εξομολόγηση του ισραηλινού πρωθυπουργού στους συμβούλους του: «Προσήλθα σε αυτή τη συνάντηση με ορισμένες ανησυχίες, αλλά βγαίνοντας ήμουν καθησυχασμένος»(7). Κι ο πρόεδρος Ομπάμα χαιρέτισε τις «εξαιρετικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες», οι οποίες αποτελούν το μοναδικό πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο σε αυτήν την περιοχή. Βέβαια, αποτελούν επίσης και το σημαντικότερο εμπόδιο για τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους, του οποίου την ίδρυση είχε, ωστόσο, εξαγγείλει ο Ομπάμα μέσα στο 2011 (ο προκάτοχός του, Τζορτζ Μπους, είχε υποσχεθεί ότι αυτό θα συνέβαινε το 2005 και στη συνέχεια το 2008).

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

Δεκαεπτά μήνες πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η δυνατότητα που έχει ο Ομπάμα να επιβάλει αυτόν τον στόχο είναι κάτι παραπάνω από περιορισμένη. Ενα μονάχα πράγμα είναι βέβαιο, ότι, όταν τον Σεπτέμβριο η γενική συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών θα συνεδριάσει για να αποφασίσει εάν θα γίνει μέλος του οργανισμού ένα παλαιστινιακό κράτος του οποίου τα σύνορα θα είναι εκείνα που είχε πριν από το 1967, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιταχθούν σε αυτή την πρόταση. Οπως εξάλλου αντιτάσσονται στην άσκηση της παραμικρής πίεσης σε μια κυβέρνηση η οποία, εδώ και πολλά χρόνια, παραβιάζει τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, ακόμα κι εκείνα που έχουν ψηφιστεί από την Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να βρεθούν απομονωμένες, καθώς η συμφωνία ανάμεσα στη Φάταχ και στη Χαμάς, η δημιουργία μιας ενωτικής παλαιστινιακής κυβέρνησης και η ισραηλινή αδιαλλαξία δημιουργούν μια συγκυρία η οποία είναι πλέον περισσότερο ευνοϊκή για το αίτημα του Αμπάς. Εξάλλου, απ' ό,τι φαίνεται, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αποφασίσει να το υποστηρίξουν. Βέβαια, η Ουάσιγκτον θα ασκήσει, ακόμα μία φορά, το βέτο που διαθέτει. Αλλά μια μαζική ψήφος στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ θα μπορούσε να επιτρέψει στο παλαιστινιακό κράτος να γίνει τουλάχιστον μέλος με την ιδιότητα του παρατηρητή στον ΟΗΕ (για την ώρα, μονάχα η ΟΑΠ έχει αυτό το καθεστώς), ακριβώς όπως και η Ελβετία. Επιπλέον, θα μπορούσε να συμμετάσχει στους εξειδικευμένους οργανισμούς του ΟΗΕ (στην Unesco, στον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ [FAO] κ.λπ.) αλλά και να θέτει το ζήτημα της κατοχής ενός ολόκληρου κράτους (και όχι μόνο των «εδαφών») στη διεθνή κοινή γνώμη και στη διεθνή Δικαιοσύνη. Πρόκειται για ένα μικρό βήμα, το οποίο όμως δεν παύει να είναι ένα πρώτο βήμα...

(1) Φυσικά, το γεγονός ότι η Συρία άφησε τους διαδηλωτές να περάσουν αποτελούσε μια χειρονομία με αποδέκτες το Τελ Αβίβ και την Ουάσιγκτον, για να κατανοήσουν ότι η αποσταθεροποίηση του καθεστώτος της Δαμασκού θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για το Ισραήλ.

(2) «Le Hamas, replique locale d'Al-Qaida», Israel17.com, 5 Μαΐου 2011.

(3) «Egypt to throw open Rafah border crossing with Gaza», Ahram Online (ηλεκτρονική έκδοση), 29 Απριλίου 2011.

(4) «Egypt to open Rafah crossing», Ynet (ηλεκτρονική έκδοση), 29 Απριλίου 2011.

(5) David Kirkpatrick, «In shift, Egypt warms to Iran and Hamas, Israel's foes», «The New York Times», 28 Απριλίου 2011.

(6) «Obama gives major Middle East speech - but is the region still listening?», «The Nation», Νέα Υόρκη, 19 Μαΐου 2011.

(7) Αναφέρεται από τον Steven Lee Myers, «Divisions are clear as Obama and Netanyahu discuss peace», «The New York Times», 20 Μαΐου 2011.

* Δημοσιογράφος, «Le Monde diplomatique»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Μέση Ανατολή και αραβικός κόσμος
Le Monde diplomatique
Παλαιστίνη
Σχετικά θέματα: Le Monde diplomatique
Οι κρίσεις ξεγυμνώνουν την εξουσία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
ΗΠΑ
Θρίλερ στο Κογκρέσο των ΗΠΑ
Νορβηγία
Οι αρχές πιάστηκαν στον ύπνο
Η χώρα-σκηνικό μιας τραγωδίας
«Δεν δώσαμε προσοχή στο νέο φασιστικό αντιισλαμικό κίνημα»
Το τρίτο κύμα της ακροδεξιάς
Η προβληματική σχέση Δύσης - Ισλάμ
Προφητικά τα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα
Ισραήλ
Αγανακτισμένοι και στο Ισραήλ
Σομαλία
Γιατί πεινάνε και πάλι οι Σομαλοί
Le Monde diplomatique
Οι κρίσεις ξεγυμνώνουν την εξουσία
Αραβική άνοιξη και Παλαιστίνιοι