Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Η άποψή μου

  • Συμπεράσματα από την κρίση στην ευρωζώνη

    Η κρίση δεν είναι παγκόσμια. Είναι κρίση της Δύσης. Ο κόσμος βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο στη διάρκεια της οποίας η Δύση πληρώνει την έλλειψη ηγεσιών με ποιότητα, όπως, επίσης, την επιμονή τους στα νεοφιλελεύθερα δόγματα.

    Η Ε.Ε. και οι ηγέτες της απέδειξαν ότι είναι ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν τις αγορές, και ας αποφασίζουν με βάση τα κριτήριά τους. Κινούνται με πολύ αργόσυρτους ρυθμούς και με ασυνέπεια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα προβλήματα που δημιούργησαν οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν οδηγήσει την ίδια την Ε.Ε. σε κρίση, ιδιαίτερα την ευρωζώνη.

    Η ευρωζώνη, όπως και το ευρώ, αποδείχτηκαν κατασκευές καλού και όχι παντός καιρού. Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν είναι κοινωνικά δίκαια. Αντίθετα, είναι η διασφάλιση των τραπεζών. Με αιχμή τα ασφάλιστρα διασφαλίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια μπορούν να κερδίζουν στο όνομα του ρίσκου, αλλά στην ώρα της χασούρας τα κουρέματα να είναι περιορισμένα «προκειμένου να μην υπάρξει δανειακό γεγονός». Ανάλογα, οι οίκοι αξιολόγησης έχουν μετατραπεί, χάρη στις ρυθμίσεις της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, από οίκοι εκτίμησης και ενημέρωσης σε μοχλούς πολιτικής παρέμβασης επί κρατών. Αυτά τα νέα εργαλεία πρωτοκαθεδρίας των οικονομικών συμφερόντων επί της πολιτικής είναι ουσιαστικά στοιχεία διαφοροποίησης της παγκοσμιοποίησης του 21ου αιώνα από τη διεθνοποίηση στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα.

    Εάν η Ε.Ε. θέλει να αποφύγει τη διάλυσή της, πρέπει να αποκτήσει ουσιαστική οικονομική δημοκρατική διακυβέρνηση ώστε να προχωρήσει η δημοκρατική πολιτική ενοποίησή της. Ειδάλλως θα ενισχυθούν οι διαφοροποιημένες ταχύτητες με τις οποίες κινούνται τα κράτη-μέλη και ντε φάκτο θα καταργηθεί ολοσχερώς η όποια υπάρχουσα ισοτιμία ανάμεσά τους. Το γεγονός ότι ισχυρά κράτη της Ενωσης, όπως είναι η Γερμανία και η Ολλανδία, υποκύπτουν στη λογική του οικονομικού εθνικισμού, ο οποίος απαιτεί να χάσει η Ε.Ε. την πολυχρωμία της, μπορεί να λειτουργήσει εντελώς αποδιοργανωτικά. Μάλιστα, στη διάρκεια της κρίσης αναδείχτηκε δημόσια η ύπαρξη ενός διευθυντηρίου στην Ε.Ε., εκείνο της Γερμανίας με τη Γαλλία, καθώς και της κεντρικής τράπεζας της Ε.Ε. Η λειτουργία αυτού του διευθυντηρίου, σε τέτοια μάλιστα έκταση, παραβιάζει όλες τις συνθήκες της Ε.Ε. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο εξαιτίας του ότι έχει προκύψει μεγάλη ασυμμετρία ανάμεσα σε Γαλλία και Γερμανία.

    Η Ε.Ε. τείνει όλο και περισσότερο να υπονομεύει το λεγόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο, δηλαδή το κράτος δικαίου και πρόνοιας. Υιοθετεί με αυξανόμενη ακαμψία τα δόγματα των ισχυρών στις αγορές. Απέκτησε δε, ένα ευρύτατο πλαίσιο / εργαλείο τιμωρίας και πειθάρχησης κρατών, σε βάρος των κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών. «Απόκτημα» που αυξάνει τον ευρωσκεπτικισμό στους πολίτες της Ε.Ε., με αποτέλεσμα αφενός τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης να τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση, αφετέρου να αυξάνει ο αυταρχισμός στην Ενωση.

    Είναι φανερό ότι η ελληνική κυβέρνηση αποτελεί την αιχμή - υπόδειγμα αυτής της αρνητικής πορείας της Ε.Ε. Η μόνη ελπίδα αυτή τη στιγμή για το μέλλον της Ευρώπης είναι τα κινήματα των πολιτών που υπερασπίζονται το κράτος δικαίου, τις πολύχρονες κοινωνικές κατακτήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματά τους. Αυτοί μπορούν και οφείλουν να αντισταθούν στον αυταρχισμό και να διεκδικήσουν μια διαφορετική πολιτικά ενοποιημένη δημοκρατική Ε.Ε.

  • Η διαμάχη για το χρέος στις ΗΠΑ

    Μετά την ήττα του προέδρου Ομπάμα στις βουλευτικές εκλογές, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διεξάγει έναν αδυσώπητο αγώνα προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα του αμερικανικού προϋπολογισμού, όχι με αύξηση της φορολογίας αλλά με μείωση των δαπανών.

    Ο πρόεδρος και το Δημοκρατικό Κόμμα, αφού έχουν υποχωρήσει σε πολλά σημεία του κοινωνικού τους προγράμματος προς όφελος των «απόκληρων» της αμερικανικής κοινωνίας, αντιστέκονται τώρα στην επίθεση για την ουσιαστική κατάργηση αυτού του προγράμματος.

    Το ζήτημα έχει μια δραματική διάσταση, γιατί δύσκολα μπορεί να ξεπερασθεί ένα όριο δημόσιου δανεισμού και, προκειμένου να αποφευχθεί «στάση πληρωμών», η οποία θα εντείνει την παγκόσμια οικονομική αβεβαιότητα, πρέπει, για να μειωθεί το έλλειμμα, ή να καταργηθούν φοροαπαλλαγές ή να καταργηθούν κοινωνικά επιδόματα μέχρι τις αρχές Αυγούστου 2011 (εκτός αν μειωθούν οι στρατιωτικές δαπάνες).

    Η πολιτική διαμάχη για το δημόσιο χρέος δεν έχει σημασία μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά για ολόκληρο τον κόσμο, γιατί με τρόπο ανάγλυφο τίθεται το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα της μείωσης του ελλείμματος του προϋπολογισμού εις βάρος των πλουσιότερων ή εις βάρος των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας.

    Η δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή η κατανομή των δημόσιων εσόδων (φόρων κυρίως) και των δημόσιων δαπανών, αποτελεί στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες το σημαντικότερο πολιτικό διακύβευμα, διότι αφορά την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου σε μια οικονομία. Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα: Μπορεί να αυξηθεί η φορολογία ή μπορεί να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες ή και τα δύο μαζί.

    Η κατανομή των φορολογικών βαρών προφανώς έχει πολιτικό περιεχόμενο, εφόσον μπορεί να επιβαρύνει περισσότερο τους «έχοντες και κατέχοντες» παρά τους μισθωτούς και συνταξιούχους. Ταυτόχρονα και η κατανομή των δημόσιων δαπανών έχει και αυτή μεγάλη πολιτική σημασία, δεδομένου ότι μπορεί να ευνοούνται περισσότερο τα φτωχότερα στρώματα και οι άνεργοι σε σχέση με τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα.

    Η προσπάθεια μείωσης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, έχει προφανώς όλα τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά της πολιτικής διαμάχης μεταξύ των συντηρητικών και των σοσιαλδημοκρατικών επιλογών που με τόσο σαφή και καθαρό τρόπο εμφανίζονται στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών.

    Προφανώς, η επιτακτική ανάγκη γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας προκειμένου να δημιουργηθούν πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα και να αρχίσει η σταδιακή μείωση του υπέρογκου συσσωρευμένου δημόσιου χρέους τους, θα μπορούσε να δικαιολογήσει αβλεψίες και υπερβολές, τόσο στην επιβολή της φορολογίας όσο και στις περικοπές των δημόσιων δαπανών ακόμη και από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις.

    Ωστόσο, η αντίσταση που φαίνεται να προβάλλει ο πρόεδρος Ομπάμα στην πίεση των συντηρητικών για περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων και όχι για αύξηση της φορολογίας των εχόντων, μπορεί να είναι ένα σημείο αναφοράς για την όσο το δυνατόν δικαιότερη επιβολή της φορολογίας και ορθολογικότερη μείωση των δαπανών ακόμη και για τις πιο υπερχρεωμένες χώρες.

    Ειδικότερα στην Ελλάδα, καθώς η φοροδοτική ικανότητα των μεσαίων και χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και ιδιαίτερα των μισθωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα έχει εξαντληθεί και η έμμεση φορολογία δεν έχει άλλα περιθώρια, η φορολόγηση των μεγάλων εισοδημάτων και σύλληψη της φοροδιαφυγής είναι η μοναδική επιλογή. Ταυτόχρονα, επειδή οι περικοπές των μισθών και των κοινωνικών παροχών έχουν αγγίξει το όριό τους, επιβάλλεται πλέον η μείωση των λειτουργικών εξόδων του κράτους και των κρατικών οργανισμών με κάθε τρόπο και χωρίς καμιά καθυστέρηση.

  • Περί ηγεμονίας

    Μια κομβική για την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων έννοια είναι η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας.

    Για την επικρατούσα στη συλλογιστική του Γκράμσι θέση, η διατήρηση της αστικής εξουσίας δεν οφείλεται μόνον, ούτε ίσως κυρίως, στην άσκηση άμεσης βίας εκ μέρους του κράτους της αστικής τάξης, αλλά στο γεγονός ότι αυτή έχει κατορθώσει να κατακτήσει την ιδεολογική ηγεμονία-διεύθυνση στο επίπεδο της κοινωνίας των ιδιωτών.

    Με αυτόν τον τρόπο η αστική τάξη, παρά το ότι είναι μια σαφώς μειοψηφούσα κοινωνικά τάξη, κατορθώνει να διευρύνει την κοινωνική της βάση, με το να προσεταιρίζεται και άλλες τάξεις και στρώματα και να τα οδηγεί να ενστερνίζονται την ιδεολογία της, με αποτέλεσμα να αποδέχονται συναινετικά την εξουσία της.

    Για να κατακτήσει λοιπόν η εργατική τάξη την εξουσία πρέπει, κατά τον Γκράμσι, μέσα από έναν μακρόπνοο πόλεμο θέσεων στο επίπεδο της κοινωνίας των ιδιωτών, μέσα από μια συνεχή διαπάλη, να προσπαθήσει να υποσκάψει, αν όχι να ανατρέψει, αυτήν την ιδεολογική ηγεμόνευση της αστικής τάξης και να την αντικαταστήσει από μια δική της ιδεολογική ηγεμόνευση. Αυτή η συλλογιστική του Γκράμσι έχει, κατά τη γνώμη μου, δύο σημαντικά αδύνατα σημεία.

    Το πρώτο είναι ότι η κυρίαρχη ιδεολογία δεν παράγεται, ούτε αναπαράγεται αποκλειστικά ούτε κυρίως στο επίπεδο αυτών που ο Αλτουσέρ θα ονομάσει ιδεολογικούς μηχανισμούς, ή γενικότερα στο επίπεδο της κοινωνίας των ιδιωτών, αλλά πιο ειδικά στο ίδιο το επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής υπό τη στενή έννοια του όρου. Και ναι μεν ο Γκράμσι συνδέει την ηγεμονία με την οικονομία, ναι μεν θεωρεί ότι αυτή «γεννιέται στο εργοστάσιο»(1), από την άλλη όμως δεν αναδεικνύει το γεγονός ότι όσο θα κυριαρχεί η εμπορευματική παραγωγή και ο διαχωρισμός σε αφηρημένη και συγκεκριμένη εργασία και κατ' επέκταση ο ανταγωνισμός ανεξάρτητων εμπορευματοπαραγωγών, και ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος, θα αναπαράγεται και θα ηγεμονεύει η αστική ιδεολογία.

    Το δεύτερο αδύνατο σημείο προκύπτει αν δεχτούμε την ανάγνωση του Γκράμσι που πραγματοποιεί ο Πουλαντζάς(2), με βάση την οποία ο Γκράμσι θεωρεί ότι η εργατική τάξη μπορεί να κατακτήσει την ηγεμονία στο σύνολο της κοινωνίας των ιδιωτών πριν από την ανατροπή του καπιταλισμού. Αν όμως, όπως επεσήμαναν οι κλασικοί του μαρξισμού αλλά και ο Λένιν, κυρίαρχη ιδεολογία και των κυριαρχούμενων, τουλάχιστον στο επίπεδο της αυθόρμητης συνείδησής τους, είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης αστικής τάξης, αυτή δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί πριν από την ανατροπή της αστικής τάξης.

    Παρά όμως αυτές τις αδυναμίες και άλλες αντινομίες, τις οποίες εύστοχα επισημαίνει ο Πέρι Αντερσον(3), δεν μπορούμε παρά να εκτιμήσουμε θετικά την από μέρους του Γκράμσι ανάδειξη του ζητήματος της ηγεμονίας και την έστω ατελέσφορη προσπάθεια επίλυσής του.

    Κάτω από τις παρούσες συνθήκες της βαθύτατης δομικής κρίσης του συστήματος, η ηγεμονία, από τη μια, αποκτά μια ακόμη πιο βαρύνουσα σημασία και, από την άλλη, τίθεται, παρά τις όποιες σταθερές, κάτω από διαφορετικούς όρους από εκείνους της εποχής του Γκράμσι ή ακόμη και του Αλτουσέρ.

    Ετσι, λοιπόν, στην εποχή μας και με το πέρασμα του χρόνου, η αστική ιδεολογία στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχει διαπεράσει ακόμη πιο έντονα τους πόρους της κοινωνίας των ιδιωτών, της εργατικής τάξης συμπεριλαμβανομένης. Ταυτόχρονα η ίδια η κρίση είναι φορέας καταστάσεων -ανεργία, νέες εργασιακές σχέσεις κ.λπ.-, που ενισχύουν κυρίαρχες αξίες οι οποίες συγκροτούν την αστική ιδεολογία, όπως για παράδειγμα ο ανταγωνισμός ή ο ατομισμός και κατ' επέκταση την ηγεμονία της ίδιας αυτής της ιδεολογίας. Και κάτι τέτοιο εγκυμονεί ακόμη και τον κίνδυνο να υπάρξουν αντιδράσεις στην κρίση οι οποίες μπορεί να εκλάβουν βαθιά αντιδραστικό έως και φασιστικό χαρακτήρα.

    Από την άλλη, η κρίση λειτουργεί αποκαλυπτικά, διότι οδηγεί το κεφάλαιο να γίνεται ακόμη πιο στυγνό σε οικονομικό επίπεδο, πολώνει την κοινωνία προλεταριοποιώντας ευρύτερες μάζες, αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της αστικής δημοκρατίας, διευκολύνοντας έτσι την αποκαθήλωση της ιδεολογικής του ηγεμόνευσης.

    Είναι λοιπόν, στο πλαίσιο αυτών των αντιθέσεων που πρέπει να κινηθεί θεωρητικά αλλά και κυρίως μέσω της δράσης της η ριζοσπαστική αριστερά, για να φθείρει όσο γίνεται την αστική ιδεολογική ηγεμόνευση, για να αναδειχτεί ιδεολογικά ηγεμόνας κατ' αρχάς της ίδιας της εργατικής τάξης -κάτι που δεν συντελείται αυτομάτως, ούτε επειδή κάποιος δηλώνει ότι είναι κόμμα της εργατικής τάξης- και στη συνέχεια των συμμάχων της, και κατ' επέκταση για να αποδυναμώσει τη συναίνεση προς την αστική κυριαρχία.

    Μια τέτοια παρέμβαση απαιτεί τόσο την ιδεολογική θεωρητικά επεξεργασμένη παρέμβαση της αριστεράς, όσο και την πολύπλευρη εμπλοκή της στο αυθόρμητο λαϊκό κίνημα, με προοπτική όχι βεβαίως να το καπελώσει με τη χυδαία έννοια του όρου, αλλά να το ηγεμονεύσει με την γκραμσιανή έννοια.

    (1) Α. Gramsci, «Quaderni del Carcera», Τορίνο 1973, τόμος 2, σελ. 146.

    (2) Ν. Πουλαντζάς, «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», Θεμέλιο, 1975, σελ. 35.

    (3) Πέρι Αντερσον, «Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», μτφρ. Σταύρος Ορφανογιάννης, επιμ. Σ. Βωβού, Μαρξιστική Συσπείρωση, 1985.

  • ΑΕΙ:Η παραπλανητική ρητορεία της μεταρρύθμισης

    Τα βασικά επιχειρήματα, ακαδημαϊκής ή συνταγματικής υφής, κατά της προωθούμενης μεταρρύθμισης του ελληνικού πανεπιστημίου έχουν ήδη εκτεθεί στον τύπο (βλ. π.χ. την προηγούμενη Κυριακή τα τεκμηριωμένα άρθρα των Κ. Τσουκαλά, Πρ. Παυλόπουλου, Κ. Ρέμελη και Μ. Τιβέριου).

    Η επικοινωνιακή διάσταση και οι τεχνικές οπωσδήποτε έχουν δευτερεύουσα σημασία από ουσιαστική άποψη, κάποτε όμως γίνονται αποτελεσματικότερες από την επιχειρηματολογία. Παράδειγμα, η καταιγιστική και ουργουελικά διατυπωμένη ρητορεία που συνοδεύει σταθερά την προώθηση του νομοσχεδίου. Παραθέτω τα κύρια συνθήματά της, αντιπαραβάλλοντας κοινώς γνωστά δεδομένα και αναπόφευκτους συλλογισμούς.

    1. «Το υπάρχον ελληνικό πανεπιστήμιο ομολογουμένως έκλεισε τον κύκλο του». Ο αφορισμός συμπληρώνεται με κρίσεις περί ανταγωνιστικής ανεπάρκειας των πτυχίων.

    Δεν πρέπει, κατ'αρχάς, να προσπεραστεί ασχολίαστο το πνεύμα «πανεπιστημιοκάθαρσης» που χαρακτηρίζει τον ισοπεδωτικό λόγο. Κοντά δύο αιώνες πνευματικής παραγωγής, καθώς και η μελέτη και ο μόχθος των συγχρόνων, ωθούνται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Οι γονείς, που συρρέουν κατά εκατοντάδες στις ορκωμοσίες των αποφοιτούντων, ας μη δακρύζουν από υπερηφάνεια. Τα παιδιά τους απέκτησαν ένα πτυχίο χωρίς αντίκρισμα.

    Απέναντι στο ιδεολόγημα, τώρα, η εμπειρία. Οι πτυχιούχοι ελληνικών πανεπιστημίων που συνεχίζουν έξω τις σπουδές τους (όχι μόνον οι άριστοι) διακρίνονται. Εκτός από την κοινή εμπειρία, το επιβεβαιώνει μια πληθώρα από επίσημες καταγραφές. Π.χ. οι έλληνες νομικοί-υπότροφοι του γερμανικού ιδρύματος Χούμπολτ είναι κατά ποσοστό περισσότεροι από τους αντίστοιχους οποιασδήποτε άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Η ομάδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που λαμβάνει μέρος ετησίως στους παγκόσμιους διαγωνισμούς εικονικής δίκης καταλαμβάνει μια από τις τρεις πρώτες θέσεις. Ανάλογες διακρίσεις παράγουν τα περισσότερα πανεπιστημιακά μας τμήματα.

    2. «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα λιτό νομοθέτημα για το πανεπιστήμιο».

    Τι αποκτούμε; Ενα νόμο 81 άρθρων και 125 σελίδων που βρίθουν από λεπτομερείς ρυθμίσεις. Η μόνη του «λιτότητα»: αφήνει χωρίς όρια και εχέγγυα, στην παντοδυναμία των άνωθεν διοικούντων, εκείνες ακριβώς τις εκπαιδευτικές λειτουργίες που θα έπρεπε να είναι οριοθετημένες, ως προς τη διαδικασία της διαμόρφωσής τους, από τη συντεταγμένη πολιτεία: προγράμματα και διάρκεια σπουδών, αντικείμενα πτυχίου, κριτήρια εκλογής καθηγητών, κ.ά.

    3. «Το νομοσχέδιο καταπολεμά τον κομματισμό και προάγει την αξιοκρατία».

    Ως τώρα, με την αυτοδιοίκηση, τα μέλη των συλλογικών οργάνων εκλέγονται από συναδέλφους τους που μπορούν να γνωρίζουν προσωπικά τις ικανότητές τους. Οι καθηγητές π.χ. του Φυσικού εκλέγουν τον πρόεδρό τους και τον εντάσσουν έτσι στη Σύγκλητο.

    Με τη μεταρρύθμιση, δυόμισι χιλιάδες διδάσκοντες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, θα κληθούν να εκλέξουν για το παντοδύναμο Συμβούλιο Διοίκησης 7 (επτά) συναδέλφους τους, οι οποίοι μάλιστα σαν ντόμινο θα επιπέσουν στον ορισμό των άλλων διοικούντων. Πώς όμως να γνωρίζει ένας καθηγητής της Νομικής τον συνάδελφό του της Γεωπονικής που εμφανίζεται ως υποψήφιος σε ένα ενιαίο για όλο το πανεπιστήμιο ψηφοδέλτιο; Καθώς η προσωπική γνώση θα λείπει, θα ενισχυθούν οι κομματικές «ενημερώσεις» και επιρροές.

    4. «Οι πανεπιστημιακοί που αντιδρούν ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία και τη διοίκηση».

    Η πραγματικότητα: κατ' αρχήν, οι αντιρρήσεις αφορούν πλείστα θέματα. Οσοι όμως έχουν και ελάχιστη έστω γνώση των πανεπιστημιακών πραγμάτων, γνωρίζουν ότι τα συλλογικά όργανα στο πανεπιστήμιο (π.χ. Σύγκλητος, Κοσμητεία, συνελεύσεις τμήματος, τομέας) δεν έχουν ως έργο μόνο τη διοίκηση. Λειτουργούν ως πλαίσια επιστημονικού διαλόγου και ως παραγωγοί του ίδιου του ακαδημαϊκού έργου: προσδιορίζουν μαθήματα και διδάσκοντες, πτυχία και ειδικότητες, προωθούν την έρευνα, καθορίζουν επιστημονικές δραστηριότητες. Το νομοσχέδιο, επομένως, δεν αναιρεί απλώς την αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων. Πλήττει καθοριστικά τη διαδικασία παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης.

    5. «Οι αντιδρώντες χαρακτηρίζονται από έναν αρνητισμό, ζητώντας την απόσυρση του νομοσχεδίου αντί να συζητούν βελτιώσεις».

    Τα συλλογικά όργανα του πανεπιστημίου στηρίζουν, όπως προαναφέρθηκε, τις βασικές του λειτουργίες. Επιπλέον, το δημόσιο υπόβαθρο της έρευνας αποτελεί τον θεμελιακό όρο μιας στοιχειώδους αυτοτέλειας κατά τη στοχοθεσία της. Αν όμως τα θεμέλια και τα δομικά στοιχεία ενός οικοδομήματος είναι σαθρά, τότε οι συζητήσεις για διαρρυθμίσεις στους ορόφους του είναι μάταιες. Με δύο λόγια, εντέλει: η άρνηση του κλονισμού του ελληνικού πανεπιστημίου δεν αποκρούει την ιδέα των αλλαγών γενικά, αλλά εκείνη την αλλαγή που υπονομεύει τα θεμέλιά του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Δημόσιος τομέας
Απολύσεις-εξπρές στις ΔΕΚΟ
Τα κρυφά σημεία της απόφασης
Τα νέα μέτρα του νέου μνημονίου
Κυβέρνηση
Αυγουστιάτικη καταιγίδα
Σχέδιο Μάρσαλ... υπάρχει
Γερμανία
Στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στοχεύει ο Σόιμπλε
Κύπρος
Ο πικρός καφές του Δ. Χριστόφια
ΠΑΣΟΚ
Το χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσαμε
Νέα Δημοκρατία
Με το όπλο παρά πόδα
Συνέντευξη: Ευάγγελος Βενιζέλος
«Θα επανεξεταστούν οι συντελεστές ΦΠΑ»
Υπουργείο Περιβάλλοντος
Επανεξετάζονται οι «εγγυημένες» τιμές για τα φωτοβολταϊκά
Τρίτη και φαρμακερή για τα αυθαίρετα;
Φωτογραφική διάταξη
«Μυτιληνόσημο» στους λογαριασμούς της ΔΕΗ
Ο κύριος σύμβουλος
Συνέντευξη: Μιλτιάδης Παπαϊωάννου
«Η χειρότερη εκδοχή για τη χώρα είναι οι εκλογές»
Σκάνδαλο υπεξαίρεσης
Σοκ από τη βόμβα για Λαυρεντιάδη
ΣΥΡΙΖΑ
Ο Αλέξης και οι καθηγητές του
Δασικοί χάρτες
Τι θα γίνει με τα κτίσματα στα δάση της Αττικής