Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Η ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

  • Γητεύτρα Σελήνη

    Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ να πηγαίνω στο σχολειό να μαθαίνω γράμματα γράμματα σπουδάματα του Θεού τα πράματα! Αυτό το απλοϊκό ποιηματάκι σημάδεψε την προσχολική μου ηλικία, πριν ακόμη η Σελήνη (αρχικά μέσα από τη λογοτεχνία και την ποίηση κι αργότερα μέσα από την έλξη που άσκησε επάνω μου) πάρει για μένα τις μυθικές της διαστάσεις!

    Εξ ου και φαγώθηκα τότε (και από ζήλια προς την αδελφή μου την πρωτότοκη) να πάω στο δημόσιο νηπιαγωγείο από 3 ετών, υπό τον όρο της δασκάλας να κάθομαι φρόνιμα με τα χέρια σταυρωμένα! (Ακόμη να «ξεμπλέξω» τα χέρια μου από το σύμπλεγμα του καλού παιδιού).

    Και αναρωτιόμουν: Πού «κρύβεται» άραγε πρωί πρωί το φεγγαράκι, που μου φέγγει να περπατώ, όπως τα παιδάκια στα «Κρυφά Σχολειά»!

    Μήπως, όπως ο Χριστός ο Παντοκράτωρ στον τρούλο της εκκλησιάς, που είναι ο δρόμος προς τον Θεό (καθώς μου έλεγε η γιαγιά μου), ή η Πλατυτέρα των Ουρανών (που χώρεσε τον «αχώρετον» στη γαστέρα της) είναι η γέφυρα προς τον Πατέρα, έτσι και μια αγία του δρόμου, μια τρελή Τσιγγάνα μάγισσα, μ' ένα πράσινο φεγγάρι στα μαλλιά, κυνηγημένη... σκαρφάλωσε στο σύννεφο και από κει φυλάει τα παιδάκια στο δρόμο για το σχολείο;

    Ολα να τα περιμένεις από ένα πτωχόν κοριτσάκι τριών χρόνων εις τα «Εβραίικα» της Θεσσαλονίκης στην «εξωτική» Ραμόνα! «Δεν ήξευρα ακόμη άλφα» και «χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής».

    Στην πραγματικότητα, όπως στον πίνακα «Το Κρυφό Σχολειό» (1886) του Νικολάου Γύζη «μια μυστηριώδης πράξις παρίσταται εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχομένης εντός», έτσι και στην ταπεινή περίπτωσή μου, κανένα λαμπρό φεγγαράκι δεν εφώτιζε την αποθηκούλα με τα χαλασμένα κεραμίδια στην αυλή του Δημοτικού, που «στέγαζε» τα πράματα του Θεού και τις κιμωλίες μου!

    Σήμερα όμως η γητεύτρα Σελήνη είναι πανταχού παρούσα... πήρε τις φυσικές και μεταφυσικές της διαστάσεις στην καρδιά και στο μυαλό μου κι έγινε ο μυστικός καθρέφτης της ψυχής μου και δεν υπάρχει μέρα να μην την ψάξω στο ουρανό (βοηθάει και το μικρό μου διαμέρισμα του πέμπτου), να μην κάψω τα θυμιάματα προσφορά στο λεπτό ασημένιο μηνίσκο των «νεαρών» ημερών της... να μην κάνω ευχές και προσευχές στη χάρη της! Να την αναζητώ όταν χάνεται τρεις μέρες και τρεις νύχτες στα σκοτεινά δωμάτια του Αδη. Να «περιπλανιέμαι και να χάνομαι» στους κρατήρες, στα βουνά και στις οροσειρές της, στις σκοτεινές της «θάλασσες», στις χαράδρες της... να ραντίζω με δάκρυα τις ρωγμές της...

    Είναι η αγνή Παρθένος Αρτεμις, η χθόνια Εκάτη, η κερασφόρα Περσεφόνη, η θεϊκή Μητέρα, η δωρήτρια των οραμάτων... το ίνδαλμά μου. Την παρακολουθώ, άλλοτε σκυθρωπή κι απόμακρη, άλλοτε φωτεινή και μυστηριωδώς χαμογελαστή, να στρέφεται γύρω γύρω χορεύοντας εκστατικά, με το κεφάλι ελαφρά λυγισμένο, σε μια υπέρτατη επιθυμία να ενωθεί με τον «Αγαπημένο», το μέγιστο των εραστών, το δοξασμένο βασιλιά Ηλιο.

    Δεν θα μπορούσα λοιπόν στις 21 Αυγούστου να μην πάρω θέση στο μπαλκόνι μου: «Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά ώς δύο καλαμιές υψηλότερα»... από τις πολυκατοικίες της ανατολικής πλευράς του σπιτιού μου... «και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν. Ητον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, διά να καθίση να δειπνήση;».

    Εκλεισα τα μάτια μου διά να «φυλακίσω» την εικόνα και τότε.... «είδα» τη Μοσχούλα:

    «Ητον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. {...} Εβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ητο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...».

    «Το όνειρον στο κύμα» Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (σπαράγματα)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογία
Πολυάνδρειο ή Ηρώο ο τύμβος της Αμφίπολης
Θέατρο
Η Ελευσίνα γέμισε στάχυα
Ποίηση
Εφυγε ένας μεγάλος φιλέλληνας
Κινηματογράφος
40 ταινίες για τον Αλιέντε
Βιβλίο
Πόνος για τη Μεσόγειο
Κύματα πολύμορφα, πρωτεϊκά και ταραγμένα
Η ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα
Η εκλεπτυσμένη και φίνα ζωγραφική των Κακαβάδων
Επίσκεψη από την ... Εύα Στάμου*
Η μεσογειακή μάνα
Μητρικός Αρης Δικταίος
Ευλογία, πόνος, σπαραγμός, πίκρα
Υγεία
Ενδοοικογενειακή βία
Σπάστε τον κύκλο
Η εγκυμοσύνη, τα παιδιά και η βία στο σπίτι
Το γυναικείο χάπι του πόθου
Η σοκολάτα αδυνατίζει!
Κάμπινγκ εναντίον αϋπνίας
Τα στρινγκ βλάπτουν σοβαρά την υγεία
Φυσικό μπότοξ ο πασατέμπος!
Η δίαιτα του Κλίντον