Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ

  • Αντε γ...σου, George

    Για τους τυχόν σεμνότυφους που θα εκπλαγούν από τη βωμολοχία των συντακτών, να υπενθυμίσουμε πως ούτε βρίζουμε ούτε επιτρέπουμε να μας βρίζουν. Τουλάχιστον κατά πρόσωπο... Ούτε μας τσίμπησε μύγα και ξαφνικά ξεσπαθώσαμε κατά του ανώνυμου George εκδηλώνοντας μια εμπάθεια που δεν θέλει κι ούτε μπορεί να υπάρξει.

    Η φράση που δανείζει σήμερα τον τίτλο στη στήλη είναι από ένα έργο που στην εποχή του και στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, εκεί προς τα τέλη του '60, άφησε εποχή. Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Εντουαρντ Αλμπι.

    Τρία χρόνια μετά το παγκόσμιο ανέβασμα στη Νέα Υόρκη, βρήκε το δρόμο του για το θρυλικό υπόγειο της Σταδίου και στα χέρια του Καρόλου Κουν ευτύχησε να ανθήσει, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό έναν δραματουργό που έμελλε να γίνει διάσημος.

    Είδαμε την παράσταση στο ΚΘΒΕ, στο πλαίσιο της ΔΕΘ. Οταν ακόμη η Διεθνής Εκθεση και η Θεσσαλονίκη παρήγαν πολιτισμό υψηλού επιπέδου και δεν περιορίζονταν στα μπουζουκομάγαζα με τα συλλεκτικά Chivas και τις κουστωδίες κοστουμαρισμένων κομματικών που καίνε θυμίαμα στα... μπούτια καλλίγραμμων αοιδών. Και θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που μαζί με το θράσος που περίσσευε, άλλο τόσο περίσσευε και η δίψα για το καινούργιο, το ανείπωτο.

    Από μια σκοπιά, ίσως ήταν η παράσταση που μας σοκάρισε και μας στιγμάτισε σε μια κρίσιμη ηλικία -ήμασταν έφηβοι - και μας έκανε να αγαπήσουμε το θέατρο. Ισως, ακόμη, ήταν ο μύθος που περιέβαλε κάθε τι που πήγαζε από την Αμερική, που εκείνη την εποχή σπαρταρούσε από τις φωνές, τις μουσικές και τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Ηταν κάτι μαγικό, τόσο για εκείνους που το βίωναν όσο και για μας τους υπόλοιπους, που το οσμιζόμασταν από απόσταση αλλά με την ίδια ένταση.

    Το έργο ήταν ακατάλληλο και όταν βρεθήκαμε στο δεύτερο εξώστη με το πολυπόθητο εισιτήριο, σκύψαμε το κεφάλι εκλιπαρώντας να σβήσουν γρήγορα τα φώτα... Να μην ανακαλύψουν μαζί μ' εμάς και την ντροπή που έβαψε τα μάγουλά μας όταν στην πρώτη πρώτη σκηνή η Μάρθα (μια αξεπέραστη Νέλλη Αγγελίδου) φιλοδωρεί το σύζυγό της Τζορτζ (Γιώργος Λαζάνης) με το αδιανόητο για την εποχή του μπινελίκι, «Αντε γ...σου, Τζορτζ!», όταν το «μαλάκας» μόλις είχε σκάσει δειλά δειλά στα χείλη των πιο... προχωρημένων.

    Και βέβαια, δεν ήταν μόνο το θέατρο που είχε θέση στη σεπτεμβριάτικη ΔΕΘ. Ηταν και χίλια δυο άλλα... Τα επιτεύγματα της ελληνικής βιομηχανίας και της αγροτικής ανάπτυξης, η επέκταση του ΟΤΕ, το μαγικό περίπτερο της ΔΕΗ, μακράν καλύτερο όλων, προτού η αλύγιστη ΔΕΗ εξελιχθεί σε λήσταρχο Νταβέλη που απομυζά μισθούς και συντάξεις, ενσωματώνοντας στους λογαριασμούς της το αντισυνταγματικό χαράτσι.

    Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζουμε και τις γευστικές απολαύσεις του ποδαριού με τα λουκάνικα Φρανκφούρτης, τη χρυσόξανθη μουστάρδα και τη σταρένια μαύρη μπίρα, που τότε μας επετράπη να γευτούμε για πρώτη φορά.

    Αφήνουμε χώρο για το Παλέ ντε Σπορ και το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού που γνώριζε πιένες και έκανε τους μη προνοητικούς να ξεροσταλιάζουν στις εισόδους των περιπτέρων αποσβολωμένοι με τις απίστευτες κορόνες του Γιάννη Βογιατζή και της Τζένης Βάνου να σχίζουν τον αέρα, προτού η Κλειώ Δενάρδου αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία τους. Αν είχες δε και το κοκαλάκι, μπορούσες να πέσεις πάνω στην αγέρωχη Νάντια Κωνσταντοπούλου, που χαλούσε κόσμο με την «Γκρενά Κάντιλάκ» της!

    Αχ, Θεσσαλονίκη!... Δυο βήματα αν έκανες παραπέρα, θα έπεφτες πάνω στις «μούρες» του ελληνικού σινεμά της εποχής, που είχε την τιμητική του κάθε Σεπτέμβρη. Γιατί διακόσια μέτρα από τα κρατικά περίπτερα, το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου βρισκόταν σε εξέλιξη, ασπρόμαυρο, στιλπνό, γεμάτο σφρίγος. Ελαμπε η Θεσσαλονίκη. Ολόκληρη η πόλη παλλόταν από ζωή. Καθώς διασχίζαμε την Εγνατία, που ποτέ δεν κοιμόταν, το γιγάντιο, φωτισμένο με εκατοντάδες λαμπιόνα τακούνι του Καρύδα έστελνε σήματα Μορς από το άνοιγμα του Βαρδάρη, προαναγγέλλοντας πριν την ώρα της την post modern εξέλιξη και παρακμή μιας παρ' ολίγον βασίλισσας των Βαλκανίων.

    Ολα αυτά μέχρι να στοχοποιηθεί από την Εξουσία σαν κέντρο προεκλογικών εξαγγελιών, που τάχατες στόχο είχαν την οικονομική αναγέννηση της χώρας. Τρομάρα τους.

    Πόσες και πόσες αερολογίες, απρέπειες και σαχλαμάρες μετέτρεψαν αυτόν το μαγικό Σεπτέμβρη της Εκθεσης σε μια γερασμένη φούσκα, που στην εποχή της λιτότητας έσκασε με κρότο, συμπαρασύροντας στο «γύρο του θανάτου» το όνειρο προοπτικής μιας πόλης, που επένδυσε στους πολιτικούς και όχι στις δυνατότητές της.

    Και πόσα ακόμη βράδια κοιτώντας προς Δυσμάς από το ύψωμα της ζωής μας, θα ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη φράση της Μάρθας του τίτλου, έμπλεοι οργής για το χαντάκωμα μιας τέτοιας πόλης από τους ίδιους τους αυτοαποκαλούμενους σωτήρες της

    « Αντε γαμ...σου, George».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογία
Πολυάνδρειο ή Ηρώο ο τύμβος της Αμφίπολης
Θέατρο
Η Ελευσίνα γέμισε στάχυα
Ποίηση
Εφυγε ένας μεγάλος φιλέλληνας
Κινηματογράφος
40 ταινίες για τον Αλιέντε
Βιβλίο
Πόνος για τη Μεσόγειο
Κύματα πολύμορφα, πρωτεϊκά και ταραγμένα
Η ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα
Η εκλεπτυσμένη και φίνα ζωγραφική των Κακαβάδων
Επίσκεψη από την ... Εύα Στάμου*
Η μεσογειακή μάνα
Μητρικός Αρης Δικταίος
Ευλογία, πόνος, σπαραγμός, πίκρα
Υγεία
Ενδοοικογενειακή βία
Σπάστε τον κύκλο
Η εγκυμοσύνη, τα παιδιά και η βία στο σπίτι
Το γυναικείο χάπι του πόθου
Η σοκολάτα αδυνατίζει!
Κάμπινγκ εναντίον αϋπνίας
Τα στρινγκ βλάπτουν σοβαρά την υγεία
Φυσικό μπότοξ ο πασατέμπος!
Η δίαιτα του Κλίντον