Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Τα Σαββατιάτικα

  • Μια Κυριακή με συνάχι

    Μόνος στο σπίτι. Εξω βρέχει σαν κανονικό φθινόπωρο. Είναι Κυριακή. Μια Κυριακή που όταν δημοσιευτεί αυτό το κείμενο δεν θα 'χει απομείνει σχεδόν τίποτα από Οκτώβρη.

    Ισως μόνον η ανάμνηση των εκλογών που ανέδειξαν πέντε-έξι υπουργίνες καλοδιάθετες με παντελόνια. Ολος ο κυριακάτικος Τύπος, που είναι σκόρπιος στους καναπέδες μου, επικεντρώνεται στις βιβλικές δυσκολίες της οικονομίας. Ομως η πατροπαράδοτη καπατσοσύνη των «Παιδιών» της Ελλάδος (που σκληρά πολεμάνε και πανευτυχή χαμογελάνε) θα τα καταφέρει. Ηδη ο «σκληρός» κ. Αλμούνια τρώει τα σωθικά του από τύψεις για ό,τι σχεδόν προσβλητικό ξεφούρνισε ενάντια στην ελληνική νοικοκυροσύνη και ηθική. ΔΕΝ μπορεί σε χώρα που γυρίστηκε το ευδιάθετο «Μάμα Μία» να μιλάς έτσι. Το ξέρει καλά ο Αλμούνια και αυτοσκαμπιλίζεται μες στο μπάνιο γυμνός μ' ένα σεμνό μπεζ στρινγκ, ίσα ίσα να συγκρατεί τον οικονομικά σκεπτόμενο ανδρισμό του... Ευτυχώς δεν έχω πυρετό, αλλιώς θα πήγαινα στο «Σισμανόγλειο» να παραδοθώ ως θύμα -πιθανό- της γουρουνίσιας γρίπης. Η βροχή μού γεννά συναισθήματα που μόνο στα τραγούδια της Νινής Ζαχά κυκλοφορούν με τη δέουσα σεμνότητα μιας άλλης, μακρινής εποχής.

    Ενας Τούρκος τζαζίστας, ο Κερέμ Γκιορσέβ, μάχεται με αυταπάρνηση πάνω στα πλήκτρα του και ο καφές σιγοβράζει παρηγορητικός. Δεν βήχω. Μόνο μερικά αψού αψού, που κι αυτά πήραν να καλμάρουν. Μ' ένα extra αναλγητικό η θολούρα μου αντικαθίσταται από μια γκρίζα αυλαία επαγωγικής σιωπής. Ολοι λείπουν. Υπηρέτες, μπάτλερ, τα μέλη της οικογένειας βρίσκονται για κυνήγι αγριόπαπιας στη λίμνη Λαντόγκα και μόνο ένας σταβλάρχης ή σταβλίτης έμεινε πίσω για να κάνει μπιντέ σε δύο φοράδες. Εξω η υγρασία απειλείται από δύο χρυσές φλούδες ήλιου. Νομίζω πως με διεκδικεί, εκτός των άλλων, και μια νόστιμη ισχυαλγία, οπότε αναγκάζομαι να μετακομίζω από καναπέ σε ντορμέζ κι από πολυθρόνα σε νάρθηκες ειδικούς για την περίσταση. Η ιδέα της αλλαγής της ώρας με διεγείρει. Ο χρόνος χθες το ξημέρωμα γύρισε κατά μία ώρα πίσω. Είπα «πίσω» και πρέπει να τονίσω πόσο πολύ μού άρεσε η παράσταση του «Κλουβιού με τις τρελές». Πριν από περίπου 25 χρόνια το είχα δει στη Νέα Υόρκη με τον παλαίμαχο (και αείμνηστο) Βαν Τζόνσον στον ρόλο του Γιάννη Μπέζου. Η παράσταση που έστησε και υποστηρίζει ο Σταμάτης Φασουλής ήταν αντάξια εκείνης. Ουδέν τυχαίο. Σκληρή δουλειά και φαίνεται. Χορευτές, ηθοποιοί, σκηνικά, κοστούμια... Ολα μα όλα συνηγορούν για μια ευτυχισμένη βραδιά (διακόπτω για να βήξω). Σκέφτομαι κοινότοπα πράγματα, όμως το θέατρο θέλει αυταπάρνηση. Και γερό στομάχι. Και λεφτά. Πέρασε ανεπιστρεπτί ο καιρός που η καημένη η Βουγιουκλάκη, κι όχι μόνο, φιλοδοξούσε να ανεβάσει μουσικές απαιτητικές παραστάσεις με βασικό συστατικό τον τραχανά και την καλή διάθεση. Σήμερα μια νέα γενιά ανταγωνίζεται σθεναρά αυτό που μηρυκάζαμε κάποτε εκστατικά ως «εξωτερικό». Στο «εξωτερικό» όλα ήταν διαφορετικά και θεωρούσαμε επίτευγμα την ταπεινή μας και ενδεχομένως καλοπροαίρετη πρόθεση να πετύχουμε το ένα τρίτο των «εξωτερικών». Ο γράφων, ως παλιά καραβάνα, γνωρίζει το θέμα από μέσα. Φυσικά, όταν το ταλέντο είχε τρόπο να βγει απελπισμένο στην επιφάνεια, υπήρχαν εκπλήξεις. Ομως άλλα τα μάτια του λαγού. Τέρμα ο καιρός της επιείκειας και μάλλον οι περί θεάτρου και συναφών συντεχνιών το πήραν χαμπάρι... Μπράβο, Σταμάτη. Τακτοποιώ τα dvd του Μίκαελ Χάνεκε, του Αυστριακού σκηνοθέτη που τρελαίνεται να βασανίζει Γάλλους ηθοποιούς, όπως ο Ντανιέλ Οτέιγ και η Ιζαμπέλ Ιπέρ (μια παλιά φίλη μου κριτικός την αποκαλούσε, όπως και την Ατζανί, «σιχαμενίτσα»), πίνοντας κάτι από το «φαρμακείο της φύσης». Κατά βάθος γνωρίζω πως το χαριτωμένο κυριακάτικο χάλι μου το χρωστώ στην «Εκδίκηση της Σιλάνας». Πάντα μου είναι ζόρικη η αναμονή μιας έκδοσης. Ακόμη δεν τη συνήθισα. Πολύ περισσότερο όταν ολισθαίνω στην αυτοβιογραφία, όπως τώρα. Εννοείται πως σταθερά διαδίδω ότι τα κάνω όλα αυτά μόνο για χρήματα. Αλλοι προτάσσουν τη δόξα, τα βραβεία, τους θεωρητικούς, τις τιμές. Οπως έλεγε κι ο παλιόφιλος Τζ. Μπέρναρ Σο, καθένας μοχθεί για ό,τι του λείπει. Ορθώς. Κι εμένα μου λείπουν χρήματα για να βοηθήσω την παραπαίουσα οικονομία μας, να χτίσω ένα ορφανοτροφείο για τους εφιάλτες μου, να αγοράσω, που λέει ο λόγος, κι ένα θέατρο ικανό να φιλοξενήσει το άγνωστο έργο της Σάρα Κέιν «Η μουχλιασμένη κλειτορίδα»... Τι σου είναι το άτιμο το χρήμα... κι αύριο είναι του Αγίου Δημητράκη. Διακόπτω για να βάλω θερμόμετρο. Κάτι αισθάνομαι... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ερευνα
Απαλλοτριώσεις λόγω αρχαίων: πολίτες και περιουσίες σε ομηρία
Σκουπιδότοποι με ολίγα αρχαία
840 υποθέσεις: κόστος 320 εκατ. ευρώ
Εικαστικά
Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το έργο μου
Αφιέρωμα
Η επανάσταση των σίξτις πέτυχε. Τώρα στήνουμε τον πολιτισμό τους
Εμείς, του '60 οι εκδρομείς
Κριτική θεάτρου
Με πρωταγωνιστή το καινούργιο Εθνικό
Η μεταπολιτευτική μας τραγωδία
50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Πάρτι γενεθλίων σε σκοτεινές αίθουσες
6η Διεθνής Εβδομάδα Μόδας
Οταν η μόδα συναντά την αρχιτεκτονική του '30