Έντυπη Έκδοση

Η «ειδική σχέση» Βρετανίας και ΗΠΑ

Επανεξετάζει το Λονδίνο τη σχέση του με την Ουάσιγκτον

Το Αφγανιστάν τούς... έπεσε βαρύ

Αντί για τις διπλωματικές γονυκλισίες των προκατόχων του απέναντι στην Ουάσιγκτον, ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο νέος βρετανός πρωθυπουργός, υπόσχεται να αποκαταστήσει μια «ακλόνητη» σχέση που δεν θα είναι «δουλική». Ενα επισφαλές στοίχημα, καθώς αποσυντίθενται τα «προφανή» που ισχυροποιούσαν μια συμμαχία σφυρηλατημένη στη φωτιά της Ιστορίας.

Κάμερον και Ομπάμα στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα. Ο «καλός σύμμαχος» του αμερικανού προέδρου έχει κάποιες απορίες για τις επόμενες κινήσεις του Συμφώνου. Κάμερον και Ομπάμα στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα. Ο «καλός σύμμαχος» του αμερικανού προέδρου έχει κάποιες απορίες για τις επόμενες κινήσεις του Συμφώνου. Στον Ουίνστον Τσόρτσιλ αποδίδεται η πατρότητα της έκφρασης «ειδική σχέση», την οποία περιέλαβε στον λόγο του της 5ης Μαρτίου 1946, στο Φούλτον του Μισούρι. Στην ίδια ομιλία επικαλέστηκε πρώτη φορά το «σιδηρούν παραπέτασμα» που διαιρούσε την Ευρώπη. Και άλλοι πριν από αυτόν εξύμνησαν αυτή τη χαρακτηριστική διμερή σχέση, ισχυροποιημένη μέσα από τις μάχες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ηδη από το 1917, ο Αρθουρ Μπάλφουρ, υπουργός Εξωτερικών της εποχής, επιστρέφοντας από περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, διακήρυσσε: «Οι λαοί μας προέρχονται από την ίδια ρίζα. (...) Δεν είμαστε, λοιπόν, για πάντα συνδεδεμένοι;» Κάτι λιγότερο από έναν αιώνα μετά, ο Τόνι Μπλερ δεν υπογράμμιζε πλέον τη κοινή γενετική καταγωγή. «Είμαστε σύμμαχοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι επειδή είναι ισχυρές, αλλά επειδή μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες», δήλωνε ενώπιον των πρεσβευτών της Βρετανίας που είχαν συναντηθεί στο Λονδίνο, στις 7 Ιανουαρίου 2003.

Η «ειδική σχέση», η οποία επαναβεβαιώνεται τελετουργικά ως η βάση της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής άμυνας από κάθε νέο πρωθυπουργό, εκτός από τον συντηρητικό Εντουαρντ Χιθ (στο αξίωμα από το 1970 έως το 1974), έχει μολαταύτα απολέσει το κύρος της ως βολικός μύθος, στεφανωμένος με την άλω της νοσταλγίας. Οι στρατηγικές προτεραιότητες του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και η βούληση του νέου βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον να απεμπλακεί από τον ωσμωτικό δεσμό που συνέδεε τον Μπλερ με τον Τζορτζ Γ. Μπους, επιβάλλουν την επανεκτίμηση των όρων της.

ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Η ταύτιση, που προσδιορίζεται κυρίως στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, και ιδιαίτερα στο πεδίο των μυστικών υπηρεσιών, εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ταυτόχρονα οικονομικό και πολιτιστικό. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι παραδοσιακά ο αγαπημένος προορισμός των αμερικανικών Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ). Αυτές ανέρχονταν σε σχεδόν 400 δισεκατομμύρια δολάρια το 2007. Το 2008, 621 από τα 1.744 σχέδια ΑΞΕ που υποδέχθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αμερικανική προέλευση(1). Το συνολικό ποσό των άμεσων βρετανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ είναι περίπου της ίδιας τάξης, καθώς η αμερικανική αγορά συνιστά την κυριότερη διέξοδο για τις βρετανικές επενδύσεις, αξίας 35 δισεκατομμυρίων λιρών στερλινών. Η επίκληση της ομοιότητας ανάμεσα στον βρετανικό και τον αμερικανικό οικονομικό κύκλο ήταν ακριβώς το επιχείρημα με το οποίο ο Γκόρντον Μπράουν, ο βρετανός τέως υπουργός Οικονομικών, ανέβαλε επ' αόριστον την ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στην ευρωζώνη.

Προνομιούχος εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών, με συναίσθηση όμως της ανισότητας στη σχέση ανάμεσά τους - ακριβώς όπως το υποδεικνύει η έκφραση «junior partner» (ετερόρρυθμος εταίρος) - το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί στην έδρα του υπερατλαντικού του συμμάχου μια διπλωματική αντιπροσωπεία 417 ατόμων, εκ των οποίων 248 στην Ουάσιγκτον(2), μία αντιπροσωπεία που μόνο η Ινδία ξεπερνά σε μέγεθος (505 άτομα). Η ισχυρή αντιπροσώπευση εξηγείται φυσικά από τη σημασία των Ηνωμένων Πολιτειών στη στρατηγική αντίληψη του Λονδίνου, αλλά επίσης και από το πλήθος των δευτερευόντων κέντρων αποφάσεων, των δεξαμενών σκέψης και των ομάδων πίεσης απέναντι στα οποία οι διπλωμάτες επιχειρούν να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους. Μάλιστα, στο όνομα αυτής της επιρροής που διατείνονται πως μπορούν να ασκήσουν απέναντι στα αμερικανικά κέντρα λήψης αποφάσεων, οι βρετανοί ιθύνοντες δικαιολογούν την αφοσίωση στην ασύμμετρη σχέση που τους συνδέει με τις ΗΠΑ και την οποία θεωρούν απαραίτητη προκειμένου να νομιμοποιήσουν την εξαιρετικά ισχυρή θέση τους.

Πράγματι, υπάλληλοι του υπουργείου Αμυνας (MoD) και βρετανοί αξιωματούχοι παραδοσιακά ενσωματώνονται στα κέντρα αποφάσεων του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου. Πρώτη φορά το 2005, οι εκπρόσωποι του MoD συνεργάστηκαν στην προετοιμασία της αμερικανικής «Quadrennial Defense Review»(3), ενώ άλλοι αποσπάστηκαν στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικών Δυνάμεων, στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια. Το μέγεθος του βρετανικού αποσπάσματος στο Αφγανιστάν -περίπου δέκα χιλιάδες άντρες και γυναίκες- διευκόλυνε το διορισμό ενός συμπατριώτη τους στρατηγού στη θέση του υποδιοικητή της Διεθνούς Επικουρικής Δύναμης Ασφαλείας (ISAF). Αν η συνεργασία στο επιχειρησιακό επίπεδο είναι προφανής, μπορούμε εντούτοις να αναρωτηθούμε για τη δυνατότητα των Βρετανών να ασκούν επιρροή στις σχετικές με τη διεθνή πολιτική επιλογές της Ουάσιγκτον. Βεβαίως, ο Μπλερ επέβαλε στον Μπους να προσπαθήσει να αποσπάσει την υποστήριξη του ΟΗΕ πριν εξαπολύσει τη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ, όμως οι προσπάθειές του να πείσει τον αμερικανό ομόλογό του να διευκολύνει τη ρύθμιση του παλαιστινιακού προβλήματος ή να επικυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο απέβησαν άκαρπες.

Η ανάδειξη του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ προοιωνιζόταν έναν επαναπροσδιορισμό των αγγλοαμερικανικών σχέσεων: έτσι θα γυρνούσε η σελίδα της επί Μπλερ αυτοβούλως επιλεγμένης υποτέλειας. Στην πραγματικότητα, οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν πως ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την υποτιθέμενη προνομιακή σχέση. Ο Ομπάμα κατοχυρώθηκε ως «ειρηνικός πρόεδρος» («a pacific president»). Τουτέστιν, ένας πρόεδρος που τοποθετεί τη ζώνη Ασίας-Ειρηνικού στην καρδιά των ενδιαφερόντων του. Απαλλαγμένη από τη σοβιετική απειλή, η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον πρωταρχικό άξονα της στρατηγικής σκέψης των Αμερικανών, οι οποίοι προσαρμόζονται στη βούληση της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επιβεβαιώσει την ταυτότητά της όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και την άμυνα. Βεβαίως, η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, εξυμνούσε, στις 29 Ιουλίου 2009, κατά την ολοκλήρωση της συνάντησής της με τον Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, τότε επικεφαλής της βρετανικής διπλωματίας, την οικουμενική ισχύ της «ειδικής σχέσης», η οποία, όπως η ίδια έλεγε, συνιστούσε έναν παράγοντα εδραίωσης της ειρήνης και της ευημερίας όχι μόνο «για τους δύο λαούς μας» αλλά για «ολόκληρο τον κόσμο» - εδώ αναμφίβολα διακρίνουμε την απαραίτητη εκδήλωση διπλωματικής αβροφροσύνης μεταξύ των δύο χωρών.

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Στο Λονδίνο δεν παρέλειψαν να επισημάνουν πως, στο λόγο που εκφώνησε ενώπιον του Council on Foreign Relations(4) δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα, η υπουργός δεν ανέφερε ούτε μία φορά το Ηνωμένο Βασίλειο όταν απαριθμούσε τους ιστορικούς συμμάχους των ΗΠΑ. Ορισμένες ανεκδοτολογικές πτυχές, εντούτοις άκρως συμβολικές, επιβεβαίωσαν αυτή την επιστροφή στην ομαλότητα: η αποκαθήλωση της προτομής του Τσόρτσιλ που κοσμούσε το Οβάλ Γραφείο της εποχής Μπους, την οποία ο Ομπάμα έσπευσε να επιστρέψει στη βρετανική πρεσβεία· ή η συνάντηση-εξπρές (δεκαπέντε λεπτών) που πραγματοποιήθηκε μεταξύ Μπράουν και Ομπάμα στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τον Σεπτέμβριο του 2009. Προφανώς, η νέα ηγετική ομάδα της Ουάσιγκτον θεωρεί τη διμερή σχέση με τους Βρετανούς ως μία ανάμεσα σε πολλές, χωρίς να την επενδύει με τον συναισθηματισμό τον οποίο ξυπνούσε στους κυβερνήτες που σημαδεύτηκαν από τις μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Επιπλέον, η σχέση αυτή κατά περιόδους δοκιμάζεται από αναπόφευκτες εντάσεις: όπως εκείνη, για παράδειγμα, που προκλήθηκε από την απελευθέρωση, για λόγους υγείας, τον Αύγουστο του 2009, του Λίβυου Αμπντελμπασέτ Αλ-Μεγκράχι, αναγνωρισμένου ως ενόχου για την επίθεση στο Λόκερμπι (1988), ένταση η οποία άφησε ανοιχτές πληγές τόσο στην αμερικανική κυβέρνηση όσο και στην κοινή γνώμη της χώρας. Παρόλο που ο Μπράουν προσπαθούσε να υποστηρίξει πως η απόφαση υπαγόταν στη αποκλειστική δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης της Σκοτίας, κάποιοι σχολιαστές δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο η προοπτική σύναψης συμβολαίων προμήθειας υδρογονανθράκων από τη Λιβύη να βάρυνε στην απελευθέρωση του Λίβυου, η θριαμβευτική υποδοχή του οποίου στην Τρίπολη έγινε οδυνηρά αισθητή στις ΗΠΑ(5). «Η ειδική σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες περιλαμβάνει ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο συνεργασίας μεταξύ δύο κυρίαρχων κρατών στον τομέα των πληροφοριών», εξηγούσε ένας αρθρογράφος της «Daily Telegraph». «Η σχέση αυτή σήμερα αποδυναμώθηκε εξαιτίας της απελευθέρωσης του Μεγκράχι και της άρνησης της κυβέρνησης να την αποκηρύξει(6)».

Τον Δεκέμβριο του 2009, η σύλληψη, στις ΗΠΑ, ενός νεαρού Νιγηριανού που σχεδίαζε να ανατινάξει εν πτήσει αεροπλάνο που ταξίδευε με προορισμό το Ντιτρόιτ, ενέτεινε τις αμφιβολίες των Αμερικανών όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του ελέγχου από τις βρετανικές αρχές των ενεργών τζιχαντικών πυρήνων στο Ηνωμένο Βασίλειο - από αυτούς έγινε η κατήχηση του υπόπτου, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, μεταξύ 2005 και 2008. «Το επίπεδο δραστηριοποίησης της Αλ Κάιντα στο Ηνωμένο Βασίλειο αποκτά διαστάσεις πραγματικού προβλήματος», εκμυστηρευόταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ(7).

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Το μοίρασμα των πληροφοριών βρίσκεται στο επίκεντρο της «ειδικής σχέσης» από τη συμφωνία του 1947, που θέσπιζε το σύστημα παρακολούθησης ηλεκτρομαγνητικών επικοινωνιών ονόματι Sigint (Signals Intelligence), στην οποία είναι ενταγμένες η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς, με το Ηνωμένο Βασίλειο να εξασφαλίζει την κάλυψη της ευρωπαϊκής ζώνης και της Εγγύς Ανατολής από τα κέντρα ακρόασης με έδρα την Κύπρο και το Τσέλτενχαμ, με το Γενικό Αρχηγείο Επικοινωνιών (General Communications Headquarters, GCHQ)(8). Το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετέχει επίσης στη συλλογή και την επεξεργασία των πληροφοριών από το Αφγανιστάν και τις περιοχές όπου, εξαιτίας του αποικιοκρατικού παρελθόντος του, είναι παραδοσιακά καλύτερα δικτυωμένο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι, αν και οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών συνεργάζονται αρμονικά με τις αμερικανικές ομόλογές τους, είναι πιο επιφυλακτικές ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τους συναδέλφους τους(9).

Ο άλλος πυλώνας της «ειδικής σχέσης» συνίσταται στην άμυνα, η οποία με τη σειρά της αποτελείται από δύο συνιστώσες, τη βιομηχανική και την επιχειρησιακή. Η αγορά της βρετανικής στρατιωτικής βιομηχανίας φυσικά υπόκειται στους κανόνες εμπλοκής των δυνάμεων που τίθενται από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπευθύνους. Η Λευκή Βίβλος του 2003(10) αναγνώριζε ξεκάθαρα πως το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να εμπλακεί σε μείζονα στρατιωτική επιχείρηση παρά μόνο στο πλευρό των Αμερικανών, διευθέτηση που προϋποθέτει τέλειο επιχειρησιακό συντονισμό, όπως και πλήρη ανταποδοτικότητα μεταξύ των εξοπλισμών. Με άλλα λόγια, η λογική θα απαιτούσε οι βρετανικές δυνάμεις να είναι εξοπλισμένες με αμερικανικά υλικά. Κάτι τέτοιο εννοείται πως δεν ισχύει, δεδομένης της ισχύος της αμυντικής βιομηχανίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2005, το MoD δεν αφιέρωνε παρά μόνο το 32% των εξοπλιστικών του δαπανών σε υλικά ξένης προέλευσης «αγορασμένα από το ράφι» (5%) ή κατασκευασμένα στη Μεγάλη Βρετανία από ξένες εταιρείες (27%)(11). Οι κυριότεροι αμερικανοί κατασκευαστές έχουν εγκαταστήσει θυγατρικές σε βρετανικό έδαφος: Boeing, Raytheon, General Dynamics, Northrop Grumman και Lockheed Martin. Η τελευταία διαχειρίζεται συνεταιρικά και για λογαριασμό του MoD, το Atomic Weapons Establishment (AWE, Ιδρυμα Ατομικών Οπλων), όπου αναπτύχθηκαν οι βρετανικές πυρηνικές κεφαλές που φέρουν οι πύραυλοι D-5 -που κατασκευάζονται και στις ΗΠΑ από τη Lockheed Martin -με τους οποίους είναι εξοπλισμένα τα τέσσερα πυρηνικά βαλλιστικά υποβρύχια της βρετανικής δύναμης στρατηγικής αποτροπής.

Η εξάρτηση της Μεγάλης Βρετανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά τη στρατηγική αποτροπή είναι πασίγνωστη. Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας(12), η οποία υπογράφηκε το 1958 και βάζει τέλος στο εμπάργκο των προς στρατιωτική χρήση πυρηνικών πληροφοριών που είχε επιβληθεί από τον νόμο ΜακΜάον (1946), άνοιξε το δρόμο για τη σύλληψη, την ανάπτυξη και την κατασκευή των βρετανικών πυρηνικών κεφαλών που φέρουν οι πύραυλοι θαλάσσης-εδάφους Polaris, όπως και οι Trident, την πώληση των οποίων στη Μεγάλη Βρετανία ενέκριναν οι ΗΠΑ, το 1982. Οι 58 πύραυλοι Trident D-5, τη χορήγηση των οποίων διαπραγματεύθηκε το Λονδίνο, στην πραγματικότητα έχουν παρακρατηθεί στο πλαίσιο μιας κοινής για τις δύο χώρες επιδότησης, σύμφωνα με ένα δικαίωμα ρυμούλκησης που προσομοιάζει με το λίζινγκ. Η συντήρηση διενεργείται στη βάση του Κινγκς Μπέι στη Γεωργία των ΗΠΑ και τα αγγλικά υποβρύχια πραγματοποιούν εκπαιδευτικές βολές στη ζώνη δοκιμών του αμερικανικού ναυτικού στα ανοιχτά των ακτών της Φλόριδας.

Η ωκεάνια πυρηνική δύναμη, που είναι επισήμως ενταγμένη στο αμυντικό δυναμικό του ΝΑΤΟ, θεωρείται από το Λονδίνο ο θεμέλιος λίθος της βρετανικής αυτονομίας. Στην πράξη, το σύστημα πυροδότησης και στόχευσης των βρετανικών πυραύλων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των αμερικανικών πυρηνικών βαλλιστικών υποβρυχίων. Ωστόσο, όσο απίθανη κι αν είναι η υπόθεση, «αν ένας βρετανός πρωθυπουργός διέτασσε την πυροδότηση των Trident, οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να την εμποδίσουν». Αυτή, τουλάχιστον, είναι η γνώμη δύο ειδικών που υποστηρίζουν τον πυρηνικό αφοπλισμό(13).

Αν και οι δύο χώρες συνεργάζονται ενεργά σε θέματα στρατιωτικών εξοπλισμών -υπολογίζουμε είκοσι δύο προγράμματα διμερούς εταιρικής συνεργασίας, ενώ η βρετανική επιχείρηση ΒΑΕ Systems είναι η όγδοη προμηθεύτρια του Πενταγώνου- η κατάσταση αυτή μπορεί να γίνει πηγή απογοητεύσεων. Η Βρετανία πάντοτε περιμένει την παράδοση των πηγαίων κωδικών που θα της επέτρεπαν να προσαρμόσει στις ανάγκες της Βασιλικής Αεροπορίας και του Βασιλικού Ναυτικού τα αεροσκάφη F-35 (Joint Strike Fighter), τα οποία προτίθεται να αποκτήσει το MoD. Η μεταβίβασή τους εξαρτάται από το αν η αμερικανική Γερουσία -η οποία ανησυχεί για ενδεχόμενη διαφυγή ευαίσθητων τεχνολογιών προς εχθρικές χώρες- θα επικυρώσει τη συνθήκη συνεργασίας σε θέματα εμπορικών ανταλλαγών στον τομέα της άμυνας (US-UK Defense Trade Cooperation Treaty) που υπογράφηκε από τους Μπλερ και Μπους, το 2007. Η συμφωνία, η οποία επικυρώθηκε από το βρετανικό κοινοβούλιο, εξαιρούσε τις εξαγωγές που προορίζονται για τη Βρετανία από την εφαρμογή των πολύ περιοριστικών όρων του ITAR (International Traffic in Arms Regulations, Διεθνείς Κανονισμοί Διακίνησης Οπλων) που ελέγχουν αυτές τις εξαγωγές μέσω της απόκτησης μιας άδειας.

Αν το Λονδίνο δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο συμμετοχής σε μια μείζονα επιχείρηση στο εξωτερικό χωρίς να βρίσκεται στο πλευρό των Αμερικανών, οι ΗΠΑ έχουν εξίσου ανάγκη τη βρετανική εμπλοκή προκειμένου να αντισταθμίσουν, εάν χρειαστεί, την απουσία διεθνούς νομιμοποίησης. Τέτοιες ήταν οι περιστάσεις την εποχή της επέμβασης στο Ιράκ, για παράδειγμα. Στο Αφγανιστάν, όπου η Ουάσιγκτον διοικεί τη συμμαχία που συγκροτήθηκε από περίπου σαράντα χώρες, το βρετανικό απόσπασμα, συγκεντρωμένο στην επαρχία Χελμάντ, συνάντησε τέτοιες δυσκολίες ώστε κάλεσε σε ενίσχυση αμερικανικά στρατεύματα προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο της πόλης Μούσα Κάλα, πριν τελικά τους παραχωρήσει την περιοχή. Στις αρχές Ιουνίου του 2010, η επαρχία τέθηκε υπό τις διαταγές της Ουάσιγκτον.

ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΛΑΝΟ

Σύμφωνα με το περιοδικό «Economist», «μοιάζει δύσκολο να μη συμπεράνουμε πως αυτός ο πόλεμος (στο Αφγανιστάν) σήμερα αποτελεί μια κατ' ουσίαν αμερικανική υπόθεση, στην οποία οι Βρετανοί δεν παίζουν παρά δευτερεύοντα ρόλο(14)». Η απόφαση που έλαβαν οι Κάμερον και Ομπάμα κατά τη διάρκεια της διάσκεψης κορυφής του Τορόντο σχετικά με την απόσυρση των βρετανικών στρατευμάτων από τον τομέα του Σαντζίν, στα βόρεια της επαρχίας Χελμάντ, και την αντικατάστασή τους από είκοσι χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες, αναμφίβολα επιβεβαιώνει την εκτίμηση αυτή.

Σήμερα, οι διμερείς σχέσεις Μ. Βρετανίας και ΗΠΑ μοιάζουν να εγείρουν περισσότερα ερωτήματα σχετικά με τους τρόπους απαγκίστρωσης από την προβληματική κατάσταση στο Αφγανιστάν, παρά με την αναζήτηση ενός στρατιωτικού πλεονεκτήματος, εμφανώς απατηλού. Ο Ομπάμα είχε ήδη υποδείξει, στα τέλη του 2009, πως η αποχώρηση των στρατευμάτων του θα μπορούσε να ξεκινήσει από τον Ιούλιο του 2011, γεμίζοντας αμηχανία τον σύμμαχό του, που απέφευγε προσεκτικά να ορίσει χρονοδιάγραμμα.

Η επίσημη γραμμή του Λονδίνου συνίστατο στον καθορισμό της αποχώρησης του αποσπάσματος ανάλογα με τη δυνατότητα των εθνικών αφγανικών δυνάμεων να εγγυηθούν την ασφάλεια του πληθυσμού. Αυτήν επαναλάμβανε στη Βουλή των Κοινοτήτων ο νέος βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον στις 21 Ιουνίου, μετά την ανακοίνωση του θανάτου του τρισχιλιοστού βρετανού στρατιωτικού στο Αφγανιστάν. Οι σχολιαστές δεν παρέλειψαν να υπενθυμίσουν παράλληλα τον απολογισμό της επέμβασης στο Ιράκ, κόστισε τη ζωή σε 179 στρατιώτες, και τη σχεδόν καθημερινή αύξηση των απωλειών στο Αφγανιστάν για έναν σκοπό που καθίσταται όλο και λιγότερο πειστικός. Η νέα κυβερνητική ομάδα που επέβαλε ένα δραστικό πλάνο δημοσιονομικής λιτότητας στη χώρα, έχει συνειδητοποιήσει πως η κοινή γνώμη δεν μπορεί να δέχεται επ' αόριστον ένα επίπεδο απωλειών αναλογικά μεγαλύτερο από εκείνο των αμερικανικών δυνάμεων. Ο υπουργός Αμυνας, Λίαμ Φοξ, επιδείκνυε ο ίδιος το σκεπτικισμό του σχετικά με τη δυνατότητα μετασχηματισμού του Αφγανιστάν σε δημοκρατική χώρα, στόχο πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχε ανατεθεί αρχικά στη στρατιωτική επιχείρηση, δηλαδή την εκδίωξη των Ταλιμπάν από την εξουσία και την αποστέρηση της Αλ Κάιντα από τα τοπικά της κρησφύγετα. Σε συνέντευξή του στους «Times», δήλωνε: «Δεν βρισκόμαστε στο Αφγανιστάν για να προωθήσουμε την εκπαιδευτική πολιτική ενός σαθρού και μεσαιωνικού κράτους. Βρισκόμαστε εκεί για να προστατεύσουμε τον πληθυσμό της Βρετανίας και τα συμφέροντά μας σε όλο τον κόσμο(15)».

Ούτε και η, σε μεγάλο βαθμό, ευρωσκεπτικιστική τοποθέτηση της σημερινής κυβερνητικής ομάδας (με τον Ουίλιαμ Χέιγκ, υπουργό Εξωτερικών, και τον Φοξ, υπουργό Αμυνας, να είναι οι πλέον σθεναροί υποστηρικτές της) είναι ικανή να ενισχύσει τη θέση της Μεγάλης Βρετανίας ως προνομιούχου συμμάχου στα μάτια των Αμερικανών. Για τον Ερικ Εντελμαν, πρώην ανώτερο υπάλληλο του υπουργείου Αμυνας στην Ουάσιγκτον, η έξοδος από το προσκήνιο της γενιάς που παρέμενε προσκολλημένη στην έννοια της «ειδικής σχέσης» όπως ορίσθηκε από τον Τσόρτσιλ, ωθεί τη νέα βρετανική ελίτ να στρέφει το βλέμμα της προς το μέρος της Ευρώπης(16). Οσον αφορά την άμυνα και την ασφάλεια, αυτή η αντίληψη των πραγμάτων μοιάζει τουλάχιστον αισιόδοξη: το Λονδίνο έπαιξε ενεργό ρόλο στον τερματισμό της Συνθήκης των Βρυξελλών (1948) που θεμελίωνε τη Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση· η κυβέρνηση του Κάμερον προτίθεται να αποσύρει τη Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Αμυνας (EDA).

Σύμφωνα με τον Μάικλ Κλαρκ, διευθυντή του κέντρου στρατηγικής σκέψης RUSI (Royal United Services Institute, Ινστιτούτο Ηνωμένων Βασιλικών Υπηρεσιών), ο καλύτερος τρόπος εξυπηρέτησης των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας απέναντι στους αμερικανούς ιθύνοντες, ειδικότερα απέναντι στο Κογκρέσο και τις κυβερνητικές υπηρεσίες, είναι να εδραιωθούν οι βρετανοί υπεύθυνοι ως καταλύτες της αλλαγής στην Ευρώπη, ξεκινώντας με τα ζητήματα της άμυνας και της ασφάλειας(17). Ο αμερικανός πρόεδρος επιθυμεί μια Ευρώπη αποφασισμένη να επιφορτισθεί με αυτούς τους τομείς, ούσα, φυσικά, έτοιμη να απαντήσει ομόφωνα σε μια ενδεχόμενη έκκληση αλληλεγγύης που θα μπορούσε να της απευθύνει με μεσολαβητή το ΝΑΤΟ.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΚΑΜΕΡΟΝ

Διακηρύσσοντας, τον Σεπτέμβριο του 2006, πως οι σχέσεις μεταξύ μιας μελλοντικής συντηρητικής κυβέρνησης και των αμερικανών συμμάχων θα είναι «ακλόνητες» αλλά όχι «δουλικές», ο Κάμερον είχε κατά νου να διαφοροποιηθεί εκ των προτέρων από το μοντέλο συγχώνευσης που χαρακτήριζε τη σχέση Μπλερ-Μπους. Παρομοίως, ο Μπράουν ήταν αποφασισμένος να λάβει τις αποστάσεις του από τον αμερικανό ηγέτη, χωρίς να κατορθώσουν με τον διάδοχό του να βρουν έναν τρόπο συσχέτισης που να λειτουργεί πέρα από τις διπλωματικές συμβάσεις. Οι παρατηρητές σημείωσαν πως ο Κάμερον δεν μετέβη στην Ουάσιγκτον τις παραμονές των εκλογών του Μαΐου 2010 για να αναζητήσει προεδρικές εγγυήσεις, αντιθέτως με τον Μπλερ, το 1997. Ισως να θυμούνταν ακόμη στο περιβάλλον του Ομπάμα τη ρητή υποστήριξη που πρόσφεραν οι Συντηρητικοί στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο κατά τις προεδρικές εκλογές του 2008, κάτι που θα εξηγούσε εν μέρει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών κατά τη διάρκεια της οικολογικής καταστροφής στον Κόλπο του Μεξικού.

Η τεράστια μαύρη κηλίδα που προκλήθηκε από την έκρηξη σε μια πλατφόρμα υπό την εκμετάλλευση της βρετανικής εταιρείας ΒΡ, χαρακτηρίστηκε από τον Ομπάμα «οικολογική 11η Σεπτεμβρίου». Δεχόμενος την πίεση της κοινής γνώμης της χώρας του, ο αμερικανός κατηγόρησε ευθέως την επιχείρηση, της οποίας ο γενικός διευθυντής κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις ενώπιον μιας επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων. Αναφερόμενος συστηματικά στην «British Petroleum» («Βρετανικά Πετρέλαια»), όνομα που η εταιρεία εγκατέλειψε επισήμως το 2000 προς όφελος των δύο γραμμάτων «ΒΡ», ο Ομπάμα και οι συνεργάτες του έθιξαν αρκετούς Βρετανούς.

Στις 10 Ιουνίου, ο δήμαρχος του Λονδίνου, Μπόρις Τζόνσον, γεννημένος στη Νέα Υόρκη, δήλωνε στο μικρόφωνο του BBC: «Θεωρώ πως η αντιβρετανική ρητορική που φαίνεται να πηγάζει τώρα τελευταία από την Αμερική, έχει κάτι ανησυχητικό». Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρηματικοί κύκλοι και ο Τύπος θορυβήθηκαν από την κατάρρευση της μετοχής της ΒΡ, καθώς και από τον αντίκτυπο αυτής της πτώσης στο επίπεδο των επικουρικών συντάξεων που καταβάλλονται από τα ασφαλιστικά ταμεία - τα οποία έχουν όλα στο χαρτοφυλάκιό τους κορυφαίες μετοχές του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου. Ενας τίτλος της «Daily Telegraph» συνόψιζε: «Ο Ομπάμα πιάνει τους βρετανούς συνταξιούχους από το λαρύγγι» (10 Ιουνίου 2010). Χρειάστηκε μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του αμερικανού προέδρου και του Κάμερον κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν από τη συνάντηση των G20, προκειμένου να αποκατασταθούν οι σχέσεις.

Η διάσκεψη κορυφής του Τορόντο έδωσε την αφορμή να παρουσιαστούν και άλλες διχογνωμίες, σχετικές με την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Οι ΗΠΑ επιθυμούν μια συμφωνία η οποία θα περιορίζει τις επιπτώσεις της πολιτικής λιτότητας που υιοθέτησαν οι Γερμανοί και οι Βρετανοί. Ο καινούργιος υπουργός Οικονομικών, Τζορτζ Οσμπορν, πράγματι ανέλυσε λεπτομερώς τον «προϋπολογισμό εκτάκτου ανάγκης» ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων στις 22 Ιουνίου. Για τους Αμερικανούς, η προτεραιότητα ήταν να μην διακυβευθεί, μερικούς μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, το ξεκίνημα της οικονομικής ανάκαμψης. Για τους Ευρωπαίους, και ειδικά για τους Βρετανούς, ήταν να μειώσουν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, όπως και τα εθνικά χρέη τους. Καθένας οχυρώθηκε πίσω από τις θέσεις του. Κάτι που δεν εμπόδισε τον Κάμερον, επιστρέφοντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, να επικαλεστεί τις εγγυήσεις του G20 προκειμένου να υλοποιήσει το πρόγραμμά του για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Ενα τέτοιο πρόγραμμα συνεπάγεται μια μείωση της τάξης του 20% στους προϋπολογισμούς που καταρτίζουν διάφορα υπουργεία. Εκείνος της άμυνας θα είναι αναμφίβολα λιγότερο ψαλιδισμένος, το γεγονός ωστόσο παραμένει πως αυτή η περικοπή, ενισχυμένη από την αποκήρυξη της προσφιλούς στον Μπλερ αρχής του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού», αναπόφευκτα θα βαρύνει στην αποτίμηση της Ουάσιγκτον ως προς την ιδιαιτερότητα των δεσμών με το Λονδίνο.

Οπως επισημαίνει ο Ντάγκλας Χερντ, υπουργός Εξωτερικών επί πρωθυπουργίας Τζον Μέιτζορ, «η επιβίωση και η άνθηση της εταιρικής σχέσης [με τους Αμερικανούς] εξαρτώνται από τη χρησιμότητα της Βρετανίας ως συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών. Εμείς έχουμε εσφαλμένη αντίληψη αυτού του ζητήματος εξαιτίας της αβροφροσύνης των Αμερικανών, οι οποίοι δείχνουν να αποδίδουν μεγάλη σημασία σε αυτή τη σχέση, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι(18)».

(1) Εκθεση στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων: UK Trade & Investment, Global Security: UK-US Relations, 6η έκθεση της περιόδου 2009-2010, HC-114, Μάρτιος 2010, ev. 110.

(2) Μόλις 70 μέλη αυτής της αντιπροσωπείας έχουν βαθμό διπλωμάτη. Σε αυτόν τον αριθμό προστίθενται τα 142 άτομα με βάση την Ουάσιγκτον που δουλεύουν για λογαριασμό του υπουργείου Αμυνας, όπως και οι 550 βρετανοί στρατιωτικοί και ειδικοί στους εξοπλισμούς που βρίσκονται αποσπασμένοι στις ΗΠΑ. Τα δεδομένα αυτά, που αφορούν το έτος 2008, έχουν ληφθεί από την έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας (FCO) που υποβλήθηκε στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων και ενσωματώθηκε στο έγγραφο το οποίο αναφέρεται στην προηγούμενη υποσημείωση.

(3) Σ.τ.Μ.: Η Τετραετής Επιθεώρηση Αμυνας είναι μια μελέτη του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ, που αναλύει στρατηγικούς στόχους και πιθανές στρατιωτικές απειλές. Είναι το βασικό δημόσιο έγγραφο που περιγράφει το στρατιωτικό δόγμα των ΗΠΑ.

(4) Σ.τ.Μ.: Το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων είναι ένας αμερικανικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός, ειδικευμένος στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Εκδίδει το διμηνιαίο περιοδικό «Foreign Affairs» και θεωρείται η «δεξαμενή σκέψης» με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

(5) ΣτΕ: Υποψία που επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που διέρρευσαν πρόσφατα από την ιστοσελίδα Wikileaks.

(6) «Mr Brown's silence endangers US relations» («Η σιωπή του Μπράουν θέτει σε κίνδυνο τις σχέσεις με τις ΗΠΑ»), «The Daily Telegraph», Λονδίνο, 25 Αυγούστου 2009.

(7) Αναφέρεται στην «Daily Telegraph», 16 Ιανουαρίου 2010.

(8) Διαβάστε: Philippe Riviere, «Tous les Europeens sur ecoute» («Ολοι οι Ευρωπαίοι υπό ακρόαση»), «Le Monde Diplomatique», Μάρτιος 1999.

(9) William Wallace και Christopher Phillips, «Reassessing the special relationship» («Επανεκτιμώντας την ειδική σχέση»), «International Affairs», 85-2 (2009), σ. 274.

(10) «Defence White Paper: Delivering Security in a Changing World» («Λευκή Βίβλος της Αμυνας: Προσφέροντας ασφάλεια σε έναν κόσμο που αλλάζει»), Cm 6041, Δεκέμβριος 2003.

(11) Ministry of Defence, «Defence Industrial Strategy» («Αμυντική Βιομηχανική Στρατηγική»), Λονδίνο, TSO, Δεκέμβριος 2005, σ. 29.

(12) Agreement for Cooperation on the Use of Atomic Energy for Mutual Defense Purpose («Συμφωνία συνεργασίας στη χρήση ατομικής ενέργειας για σκοπούς αμοιβαίας άμυνας»).

(13) Brian Wicker και Hugh Beach (επιμ.), «Britain's Bomb: What Next?» («Η Βόμβα της Βρετανίας: Και μετά;»), SCM Press, Λονδίνο, 2006, σ. 192.

(14) «The wars over the war» («Οι πόλεμοι γύρω από τον πόλεμο»), «The Economist», Λονδίνο, 5 Ιουνίου 2010.

(15) «The Times», Λονδίνο, 21 Μαΐου 2010.

(16) Διάλεξη που δόθηκε στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Φίλιπ Μέριλ του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς, στις 10 Νοεμβρίου 2009. Μια τροποποιημένη εκδοχή της δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Α special relationship in jeopardy» («Μια ειδική σχέση σε κίνδυνο») στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2010 της επιθεώρησης «The American Interest».)

(17) Γραπτή κατάθεση ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων, «Global Security: UK-US Relations», ό.π., ev. 141.

(18) Γραπτή κατάθεση ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων, ό.π., ev. 83.

* Ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Νέας Σορβόνης (Παρίσι ΙΙΙ).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
ΗΠΑ
Βρετανία
Σχετικά θέματα: Le Monde diplomatique
«Χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα»
Για το ίδιο θέμα
Τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον θα δει σήμερα ο πρόεδρος Ομπάμα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα 2010
Ετος εξάπλωσης της κρίσης
Πρόσωπα που σημάδεψαν τη χρονιά που τέλειωσε
Ο Σαρκοζί περιμένει τον αντίπαλό του
Μοναχική πτήση της καγκελαρίου
Πιο δημοφιλής μετά την ήττα
Το ακλόνητο δίδυμο
Γερμανία
Βροχή οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο
Αϊτή
Μια ελληνική απόβαση στο νησί της χολέρας
Le Monde diplomatique
Επανεξετάζει το Λονδίνο τη σχέση του με την Ουάσιγκτον
«Χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα»
Καταστροφολογία
Η συντέλεια οργανώνεται για το... 2012!