Έντυπη Έκδοση

Η μικρή γοργόνα και τα ξίφη στα σκοτάδια

****Μάγια Σνόου

Ο δεσμός του ξίφους

πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Ο κώδικας των σαμουράι»

μτφρ.: Ιωάννα Συρίγου

σειρά: Σύγχρονη Λογοτεχνία για παιδιά και για νέους

εκδ. Πατάκης, σ. 272, 12,70 ευρώ

Παρότι στη φεουδαρχική Ιαπωνία η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι, ήδη από το 1010 ή 1020 έχουμε δύο εξέχουσες συγγραφείς. Ονομαστά είναι τα έργα της Μουρασάκι Σικιμπού, «Η ιστορία του ηγεμόνα Γκεντζί», και της Σέι Σοναγκόν, «Οι νύχτες του μαξιλαριού». Αλλωστε η λογοτεχνία, που είναι και ένα λαμπρό και ακριβές αποτύπωμα κάθε λαού, ποτέ δεν περιέγραψε τις γυναίκες της Ιαπωνίας ως γυναίκες χωρίς τη δική τους ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Με αυτά τα δεδομένα καθόλου δεν μας ξαφνιάζουν οι δύο νεαρές αδελφές, Κίμι και Χάνα τα ονόματά τους, πρωταγωνίστριες του βιβλίου της Μάγιας Σνόου, οι οποίες αναλαμβάνουν, εν μέσω κινδύνων και εμποδίων, να εκδικηθούν τον άδικο θάνατο του άρχοντα πατέρα τους και να εντοπίσουν πού βρίσκονται η μητέρα και ο αδελφός τους, που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, θύματα του αδίστακτου θείου τους, ο οποίος δολοφόνησε τον πατέρα τους - και αδελφό του.

Οι δύο αδελφές ονειρεύονταν από μικρές να γίνουν σαμουράι. Γοητεύονταν απ' ό,τι αυτή η τάξη των πολεμιστών αντιπροσώπευε: τιμή, αγώνες, εμπιστοσύνη, λιτότητα και δικαιοσύνη. Αλλωστε οι διηγήσεις με ήρωες σαμουράι τούς ξεσήκωναν όλους. Υπήρχε ανάμεσά τους ένας αυστηρός κώδικας τιμής. Αυτός, όμως ο κώδικας παραβιάστηκε από τον θείο τους. Ανδρας αδίστακτος, φαινομενικώς μειλίχιος, την ώρα που απολάμβαναν το τσάι τους με όλους τους κανόνες της υπέροχης και πανάρχαιης εθιμοτυπίας, αγκάλιασε τον αδελφό του και τον μαχαίρωσε εμπρός στα έντρομα κορίτσια. Το γεγονός της δολοφονίας με τα λόγια της Κίμι, που είναι η αφηγήτρια της ιστορίας: «Τα μάτια μου πήγαν στο χέρι του θείου και είδα ότι κρατούσε τη λαμπερή, κόκκινη λουστραρισμένη λαβή του κοφτερού τάντο. Η λεπίδα ήταν καρφωμένη βαθιά στην πλάτη του πατέρα μου... και μια σκοτεινή, πορφυρή κηλίδα είχε αρχίσει να απλώνεται στο γυαλιστερό κίτρινο μετάξι της τελετουργικής στολής του». Αλλά ο αδελφοκτόνος έπρεπε με κάθε τρόπο να εξουδετερώσει όλα τα μέλη της οικογένειας. Σκόπευε να αποκτήσει το τεράστιο πατρικό σπίτι, το οποίο είχε κληροδοτηθεί στον πρωτότοκο. Φυσικά και τον τίτλο. Και τα κτήματα. Ετσι ακολούθησε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό. Περιπέτειες και κίνδυνοι, αγάπη και καθήκον, μίσος και αλαζονεία, ήθος και τιμή, εμμονή, εφευρετικότης. Και η θέαση της μεσαιωνικής Ιαπωνίας. Μυθιστόρημα με ένταση, ατμόσφαιρα και απρόσκοπτη ροή. Και αξιαγάπητες ηρωίδες.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 13ου αιώνα στην Ιαπωνία, εποχή που όλα αλλάζουν, που η Τέχνη αναπτύσσεται και η απεικόνιση της ομορφιάς της Φύσης είναι η βάση κάθε καλλιτεχνήματος. Υστερα από λίγα χρόνια θα ιδρυθεί το περίφημο θέατρο Νο. Παράλληλα όμως ενισχύεται και η εξουσία. Η συγγραφέας Μάγια Σνόου αναφέρει ότι «είχε κάποτε έναν δάσκαλο του αϊκίντο που της είπε ότι το καλύτερο μέρος για να κρυφτεί ένα δέντρο είναι το δάσος. Ετσι η ίδια αποφάσισε ότι το καλύτερο μέρος για να κρυφτεί μια συγγραφέας είναι ανάμεσα στις λέξεις». Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στους αναγνώστες αυτού του καλού -και καλομεταφρασμένου- βιβλίου. Αλλά βέβαια γιατί θα έπρεπε να κρυφτεί κάποιος; Να αφεθεί είναι καλύτερα.

****Μάτω Ιωαννίδου - Μαρία Τοπάλη (κείμενο)

Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα

εικονογράφηση: Μάτω Ιωαννίδου

σειρά: Κόκκινη κλωστή δεμένη

εκδ. Κίχλη, σ. 36, έγχρ., σκληρό εξώφυλλο, 12 ευρώ

Στη σειρά «Κόκκινη κλωστή δεμένη» φιλοξενούνται παραμύθια σύχρονα, γραμμένα πάνω στ' αχνάρια των παλιών, παραδοσιακών παραμυθιών. Σε αυτό εδώ ενυπάρχουν το ακατανόητο, το μαγικό και το θαύμα. Η αγάπη, επίσης, ο έρωτας, ο αποχωρισμός, η αναζήτηση, οι δοκιμασίες, ο θρίαμβος του Καλού. Συστατικά ανθεκτικά στον χρόνο, εξού και τα παραμύθια των λαών, όχι μόνον άντεξαν χιλιετίες, αλλά τελευταίως γνωρίζουν, παγκοσμίως, μια καινούρια ωραία άνθηση, με σχολές αφήγησης σε όλες τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Οι παράξενοι, σχεδόν άλογοι στίχοι «Από την πόλη έρχομαι/ και στην κορφή κανέλα/ και βγάζω τα παπούτσια μου/ να μη βραχεί η ομπρέλα» είναι πασίγνωστοι, ακούγονται συχνά και τους χρησιμοποιεί κάποιος όταν θέλει να περιγράψει κάτι το οποίο δεν έχει νόημα ή είναι ακατανόητο και αλλοπρόσαλλο, δίχως ειρμό. Κωμικό πάντως. Παρόμοιοι στίχοι υπάρχουν πολλοί στη γλώσσα μας, δημιουργήματα του λαού μας. Αλλά και στην Αγγλία, φέρ' ειπείν, υπάρχουν τα γνωστά ρυθμικά limericks, ανάλογου περιεχομένου.

Οι κυρίες Μάτω Ιωαννίδου και Μαρία Τοπάλη, που έγραψαν και εικονογράφησαν ετούτο το βιβλίο, με στοιχεία αντλημένα από τη λαϊκή μας παράδοση, με σπινθηρίσματα φαντασίας και κεφιού και με μια ωραία, θερμή γλώσσα, κατόρθωσαν να δώσουν ένα ενδιαφέρον παραμύθι. Οπου η ομπρέλα είναι πανταχού παρούσα. Πολύχρωμη, κρεμασμένη στον ώμο του ήρωα που ακούει στο όνομα Ξένος, δεν προστατεύει μόνο από τον καυτό ήλιο του νησιού, στέγει και τον έρωτα που άνθησε ανάμεσα στον ξένο και στη μικρούλα Χριστίνα, η οποία παίζοντας στην ακρογιαλιά βρήκε ένα μπουκάλι που μέσα του έπλεε μια μικροσκοπική γοργόνα. Μα, μόλις είδε τον Ξένο, «Από την πόλη έρχεσαι», του είπε. Και εκείνος «Και στην κορφή καν έλα!», απάντησε και της άπλωσε το χέρι για να ανεβούν μαζί στην κορφή του βουνού. Αργότερα η ομπρέλα, ως διά μαγείας, πέταξε μόνη της και προσγειώθηκε στα χέρια του Γιωργάκη. Αλλά ο Ξένος δεν είχε μόνον ομπρέλα μαγική, διέθετε και μαγικό χαλί, στο οποίο ανεβαίνει η οικογένεια της Χριστίνας και πετά για το παλάτι του Μάγου της Ανατολής που είχε κλέψει το κορίτσι τους «πάνω στο γλέντι, πάνω στη χαρά», που έλεγε ο θρύλος.

«Κοράλλι απ' του ωκεανού τα βάθη και κόκαλο της φάλαινας της άσπρης και βότσαλο του φεγγαριού», απαίτησε η Χριστίνα από τον Μάγο.

Ωραίες εικόνες, περιπέτειες με τζίνια, κυνηγητό, επιστροφές και ξανά χωρισμοί, η Χριστίνα που παίρνει την όψη γοργόνας, συμβαίνουν τόσα στο ανάστατο κι εντούτοις γοητευτικό αυτό παραμύθι. Οι μικροί αναγνώστες θα το χαρούν.

****Joyce Dunbar

Το τέρας που έτρωγε σκοτάδια

μτφρ.: Αγαθή Δημητρούκα

εικονογράφηση: Jimmy Liao

εκδ. Πατάκης, σ. 56 πολύχρ., δεμένο, 10,90 ευρώ

Ο μικρός Τζο φοβάται τις νύχτες, φοβάται πολύ το σκοτάδι. Αργεί ο ύπνος να τον επισκεφθεί, τυλίγεται ολόκληρος στην κουβέρτα, τα μάτια ολάνοιχτα, ένα τέρας, ένα μικροσκοπικό τέρας φωλιάζει στα σκοτεινά, κάτω από το κρεβάτι του. Ενα τερατάκι που πεινά.

Ιστορία για τα παιδιά που φοβούνται το σκοτάδι της νύχτας. Ιστορία για έναν μικρούλη που δίνει στον φόβο του τη μορφή πεινασμένου τέρατος, το οποίο δαγκώνει παντόφλες, αυτοκινητάκια και ρουφά το σκοτάδι από ένα κουτί. Ωστόσο δεν χορταίνει. Θέλει κι άλλο σκοτάδι. Και άμα το βρίσκει το τρώει όλο και φουσκώνει. Και μεγαλώνει. Ζητάει κι άλλο. Από τις ντουλάπες, από τις καμινάδες, από τα κελάρια, από τις σοφίτες. Από τις κουνελότρυπες, από τις αλεπότρυπες, από τις σπηλιές, από το δάσος, για να μην πολυλογούμε, έφαγε όσο σκοτάδι υπήρχε. Ετρωγε και γινόταν πελώριο. Καταβρόχθισε δε και όλο το σκοτάδι της νύχτας.

Και πλέον άλλαξε η γη. Μήτε αυγές, μήτε δειλινά, ούτε όνειρα ούτε σκιές ούτε καν πυγολαμπίδες. Τώρα οι γάτες δεν είχαν λαμπερά μάτια. Χάθηκαν και οι κουκουβάγιες. Και οι σκαντζόχοιροι. Κυριαρχούσε μια θλίψη και μια αναστάτωση στον πλανήτη. Φως, μόνο φως. Ούτε ύπνος ούτε ξεκούραση.

Μα το τέρας, καθώς αναπαυόταν, άκουσε ένα κλάμα. Ο μικρός Τζο έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το πολύ φως. Τότε το τέρας συγκινήθηκε. Πλησίασε, πήρε το αγοράκι στην αγκαλιά του και σε λίγο η νύχτα άπλωσε τα σκοτάδια της στη Γη και η ζωή ξανάγινε όπως πριν...

Δεν γνωρίζω αν ξεπερνιούνται οι φόβοι με μια ιστορία, πάντως πρόκειται για ένα καλό βιβλίο, το οποίο προσεγγίζει ευφυώς το πρόβλημα.

****Χανς Κρίστιαν Αντερσεν

Η μικρή γοργόνα

διασκευή: Ρένα Ρώσση - Ζαΐρη

εικονογράφηση: Κουεντίν Γκρεμπάν

εκδ. Μεταίχμιο, σ. 32, έγχρ., σκληρόδετη έκδοση, 13 ευρώ

Για τη «Μικρή γοργόνα» έχουμε γράψει και άλλοτε. Οπως και για πολλά άλλα παραμύθια του μεγάλου Δανού συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Αντερσεν (1805-1875). Τα βιβλία του όμως κυκλοφορούν συνεχώς και πολλοί εικονογράφοι ζωντανεύουν τους αγαπημένους ήρωες των παιδιών όλου του κόσμου, και όχι μόνο των παιδιών αλλά και των ενηλίκων, με τον δικό τους τρόπο, τη δική τους έκφραση και παιδεία. Με τη δική τους αισθητική. Τελευταίως μάλιστα έχουμε διακρίνει, ανάμεσα σε αυτές τις πάμπολλες (συχνά διασκευασμένες) εκδόσεις των ιστοριών τού Αντερσεν, ορισμένα βιβλία που είναι εικονογραφημένα αριστοτεχνικά. Με εξαίσια χρώματα και λυγερά, σαν αέρινα σχήματα, και ιδιαίτερο ύφος. Εργα που καλλιεργούν το παιδί, το συγκινούν και εξάπτουν τη φαντασία του.

Στην ιστορία της μικρής γοργόνας το αίσθημα, η αγάπη, είναι το όλον θέμα· η μικρή γοργόνα αγάπησε τόσο πολύ, τόσο απεριόριστα, ώστε άλλαξε η ζωή της. Και η μορφή της. Η πανέμορφη γοργόνα ήταν μια πριγκίπισσα του ενάλιου κόσμου. Ζούσε ευτυχισμένη παίζοντας στους κήπους του βυθού με τις μεγαλύτερες αδελφές της, που ήταν όλες όμορφες, αλλά καμιά τους όσο αυτή. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια που το χρώμα τους ήταν παρμένο από τον τόπο της· τη θάλασσα. Είχε και μια ωραία, λαμπερή ουρά ψαριού. Μ' αυτήν αρμένιζε στον θαυμαστό κόσμο της. Οταν έκλεισε τα δεκαπέντε, και όπως ήταν η οικογενειακή συνήθεια, ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας. Να ιδεί, να γνωρίσει, να ακούσει και να μάθει· για ακρογιάλια και ανθρώπους, για πόλεις και δρόμους.

Εδυε ο ήλιος όταν έβγαλε έξω από το νερό τ' όμορφο κεφάλι της κι ένα καράβι έπλεε ολόφωτο· από μέσα ακούγονταν μουσικές, τραγούδια, χαρούμενες φωνές. Ο πρίγκιπας της γειτονικής πόλης γιόρταζε τα γενέθλιά του. Αυτόν τον πρίγκιπα είδε σ' ένα φινιστρίνι η μικρούλα και τον ερωτεύτηκε. Παράφορα. Και απελπισμένα, καθώς δεν είχε πόδια να βαδίσει, να τον συναντήσει, να τον αγαπήσει και από κοντά. Ετσι η μικρή γοργόνα κατέφυγε στη μάγισσα του βυθού. Την ικέτεψε να της χαρίσει πόδια. «Θα πονέσεις πολύ», την προειδοποίησε η μάγισσα. Οντως, πόνεσε...

Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν από την παλιά λιμανίσια πόλη Οδένζεε, μεγαλωμένος στη στέρηση και την απογοήτευση, αρχικώς έγινε γνωστός στην πατρίδα του ως αξιόλογος ποιητής. Εγραψε επίσης και ταξιδιωτικά, θεατρικά έργα αλλά και μυθιστορήματα. Τα παραμύθια του, όμως, του χάρισαν την αιωνιότητα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν μεταφρασμένα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Στην παρούσα έκδοση η ζωγράφος τοποθετεί τους ήρωές της στην Απω Ανατολή, με τους ανθισμένους κήπους, τα υπέροχα κοστούμια, τις μεταξωτές ομπρέλες, τα λεπταίσθητα πρόσωπα, τις ανοιχτές θάλασσες.

****Κική Δημητριάδου

Η Αρήτη της ροδιάς

εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος

εκδ. Λιβάνης, σ. 30, έγχρ., σκληρό εξώφυλλο, 10 ευρώ

Παραμύθι. Ενα ευτυχισμένο, καινούριο παραμύθι, με παλάτια και βασιλιάδες, πολέμους και στρατηγούς, γραμμένο με ευγένεια και ήθος από μια νέα γυναίκα, την παραμυθού και νηπιαγωγό Κική Δημητριάδου (Γιαννιτσά, 1966). Τις ωραίες εικόνες με τα θερμά χρώματα έκανε ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, που πάντα έχει το δικό του χαρακτηριστικό ύφος.

Ηταν, λοιπόν, ένας βασιλιάς μ' έναν κήπο εξαίσιο. Σε αυτόν τον κήπο κατέφευγε κάθε απόγευμα για να γαληνέψει. Ασυνόδευτος. Ηθελε να απολαμβάνει την ομορφιά μόνος του. Μα ένα απόγευμα είδε πως δεν ήταν μόνος· στον κήπο βρισκόταν ένα κοριτσάκι. Ενα κοριτσάκι που κοιμόταν κάτω από την ανθισμένη ροδιά. Στρώμα του το χορτάρι και μαξιλάρι τα χεράκια του. Για τον ηλικιωμένο και κουρασμένο βασιλιά ήταν το ωραιότερο θέαμα. Γονάτισε και θαύμαζε ώρα το κοριτσάκι. Θα μπορούσε μια ζωή να στέκεται έτσι. Οταν έφυγε και «άφησε το παιδί κοιμισμένο, άφησε στο πλάι του και την καρδιά του». Εχοντας την εικόνα της μικρούλας στα μάτια του, ρώτησε μέσα στο παλάτι μήπως την είδαν, αλλά αυτοί δεν ήξεραν τίποτε, «Κανείς δεν μπαίνει στους κήπους. Μόνον η Μεγαλειότητά σας».

Τα απογεύματα ο βασιλιάς έπαιρνε γλυκίσματα, φρούτα, παιχνίδια και τα άφηνε πλάι της. Την επομένη το πιάτο ήταν άδειο και το παιχνίδι, μες στα κοιμισμένα δαχτυλάκια, ενώ όλοι στο παλάτι χαίρονταν με την αλλαγή του. Είχε μεταμορφωθεί σε πράο και φιλειρηνικό ηγέτη. Οι μόνοι που δεν χαίρονταν ήταν οι στρατηγοί του. «Δεν θα τον κάνουμε τον πόλεμο!», τους είχε προειδοποιήσει.

Οταν, ύστερα από μήνες, η μικρούλα επιτέλους ξύπνησε, ήταν για να φύγει. Την αγκάλιασε. «Πώς σε λένε;», του ψιθύρισε το όνομά της ξεμακραίνοντας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων