Έντυπη Έκδοση

Ανήμερες ημέρες ίμερου

Γιώργος Μιχαηλίδης
Ιλιγγος '59

εκδόσεις του Αυγούστου, σ. 328, 15,68 ευρώ

Ο Πέτρος Δαρζέντας βλέπει ανήμπορος τη ζωή του να συνθλίβεται ανάμεσα στα εμφυλιακά απορρίμματα και τα προεόρτια της δικτατορίας. Η ανημποριά του, απότοκη άλυτων αδιεξόδων, αντιστρατεύεται την πολιτική του συνείδηση. Η επούλωση χρόνιων πληγών κατισχύει της κοινωνικής εγρήγορσης. Γι' αυτό μπορεί χωρίς ενδοιασμούς να συμμερίζεται την αγωνία του δημάρχου της Νέας Ιωνίας για την ενοχλητική άνοδο της ΕΔΑ και την εξίσου οχληρή αισιοδοξία των αριστερών. Υπάλληλος ο ίδιος στη δημαρχία, αντιλαμβάνεται στο πετσί του την πολιτική αβεβαιότητα μέσω των αδιάκοπων επιθέσεων εναντίον του, και όχι μόνο λεκτικών, του δημάρχου που αισθάνεται να γκρεμίζεται από τον θώκο του. Ο Πέτρος Δαρζέντας ανησυχεί μόνο για την παραλυσία της ζωής του. Ο ήρωας στο μυθιστόρημα του Γιώργου Μιχαηλίδη είναι τόσο τσακισμένος από τα βιώματά του που οι πολιτικοί κλυδωνισμοί μοιραία τον σωριάζουν. Λίγο πριν από την εκπνοή της δεκαετίας του '50 και προτού διαφανεί το ευφορικό κλίμα του '60, ο πρωταγωνιστής, μαστιγωμένος από τη βιαιότητα των πολιτικοκοινωνικών αναταραχών του παρόντος και ναυαγισμένος στα απόνερα ενός τραυματικού παρελθόντος, ανακαλύπτει αίφνης μέσα του μια σπίθα ζωής που τη νόμιζε από καιρό σβησμένη. Η Σούλα, μοιραία γυναίκα των λαϊκών στρωμάτων και αριστοτέχνις της προεξοφλημένης ηδονής, του δείχνει πως ακόμα κι εκείνος μπορεί να διεκδικήσει την ομορφιά, έστω και με εξαγορά. Με την παρουσία της Σούλας η θλιβερή αυλή στη Νέα Ιωνία, τριγυρισμένη από προσφυγικά χαμόσπιτα, μοιάζει να απλώνει, μοιάζει με ουτοπία. Ο δρόμος, όμως, που οδηγεί στο εδεμικό σώμα της Σούλας περνάει μέσα από τη χυδαιότητα και τη μιζέρια μιας ρημαγμένης καθημερινότητας, μέσα από τον λερό, κακοφωτισμένο διάδρομο της δημαρχίας. Οταν ο Πέτρος κατορθώνει να βγει από αυτό το τούνελ στην απόχρωση του βρομισμένου πράσινου και να ξεφύγει από τον ίλιγγο που του προκαλεί ο εαυτός του, είναι πια έτοιμος να σταθεί στο ύψος των επιθυμιών του.

Η αφήγηση εκδιπλώνεται υπό τη μορφή ημερολογίου που το κρατάει ο συγγραφέας για λογαριασμό του ήρωα, με αφετηρία τη 16η Οκτωβρίου του 1959 και τέρμα τον Οκτώβριο του 1961.Τα περισσότερα κεφάλαια αναφέρονται στις ημέρες του 1959, με σποραδικές οπισθοχωρήσεις σε προγενέστερα χρόνια, όπου αποτυπώνονται στιγμιότυπα από το παρελθόν της οικογένειας Δαρζέντα. Τα λιγοστά επεισόδια που διαδραματίζονται σε χρονιές πριν από το '59, όχι μόνο είναι ισοβαρή με τα παροντικά συμβάντα, αλλά και συχνά έχουν μια αιτιώδη σχέση με αυτά. Το παρελθόν παραμένει ενεργό, η ανάκλησή του φέρνει πάντα οδύνη. Για παράδειγμα, ο αναλογισμός του θανάτου της μητέρας στις 3 Αυγούστου του 1936 προκαλεί τόσο σφοδρά συναισθήματα που καταργεί τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει. Ο ήρωας μεταφερμένος στη σκηνή του ψυχομαχητού της, ξαναζεί τη συντριβή του όταν έχοντας μόλις απαγκιστρωθεί διά της βίας από το άψυχο σώμα της συνειδητοποιεί πως όλες οι στιγμές τρυφερότητας ανάμεσα σε εκείνον και τη μητέρα του χάνονταν ανέκκλητα μαζί της. «Κι όσο γλιστρούσαν οι ώρες, αυτό το παρελθόν λιγόστευε, το αποχωριζόταν από πανικό και κούραση, ώσπου ήρθε μια στιγμή και έμεινε ολομόναχος με τον σπαραγμό του». Από τότε κάθε ημέρα του αναμετριέται με τον πόνο, με την πίκρα του ξεριζωμού από το μητρικό στήθος. Τώρα τις ώρες της λιποψυχίας δεν υπάρχει κανένα καταφύγιο πλασμένο από μητρική σάρκα για να τον κρύψει. Η Στέλλα Δαρζέντα δεν θα του προσφέρει ποτέ ξανά την παυσίλυπη θηλή του στήθους της. Ο Πέτρος Δαρζέντας, ένας μεσήλικας με ψυχοσύσταση βρέφους, δεν μπορεί παρά να καταντήσει υποχείριο της απόγνωσής του για την ορφάνια του. Ολη του η ιδιοσυστασία συνοψίζεται σε ένα συντριπτικό αίσθημα ήττας και αφόρητης κόπωσης. «Ο καιρός περνούσε σαν αγκομαχητό, ανάμεσα στον φόβο και στο όνειρο». Η ακαταλάγιαστη απελπισία γίνεται ο προσωπικός του δυνάστης, ένας δήμιος που φονεύει τις ημέρες του, που διαρκώς τον ταπεινώνει. Ενιωθε την απελπισία «να του μαλάζει άγρια την καρδιά, να θέλει να τον πνίξει, να του σπάσει τα κόκαλα». Η απελπισία «τον έκανε σκουπίδι». Η ανικανότητά του να φανεί ισχυρότερος των ψυχικών του αναπηριών τον επιβαρύνει με ένα μόνιμο αίσθημα ντροπής. Τα βασανιστήρια που υφίσταται στα υπόγεια της Ασφάλειας, όταν η εγκατάλειψη της υπαλληλικής του θέσης, απόρροια μιας γενικότερης εγκατάλειψης, εκλαμβάνεται εσφαλμένα σαν προσχώρηση στον κομμουνισμό, είναι στην πραγματικότητα πιο ανώδυνα από τη δειλία του, τον πλέον δαιμονικό διώκτη του. Δειλία παθολογική, που καθιστά αδήριτη την ανάγκη μιας μητέρας, ενός στηρίγματος που θα σταθεροποιούσε το βήμα του στη ζωή.

Η απώλεια της μητέρας, πληγή ανοιχτή, απώθησε κάθε γυναίκα από κοντά του, με εξαίρεση τα πλαδαρά, πολυχρησιμοποιημένα γυναικεία κορμιά που στεγάζονταν στα «σπίτια» της οδού Ακομινάτου. Προτού η Σούλα βουλιάξει σε ένα από αυτά τα σπίτια, θα γίνει μέσω του ερωτικού της δοσίματος μητέρα του Πέτρου, ενώ εκείνος θα ανταμείβει το μητρικό της ένστικτο αποσιωπώντας τον λυγμό του όταν θα ακούει «μέσα στο σκοτάδι το χιλιάρικο να τσαλακώνεται στην παλάμη της». Σακατεμένος από τα χτυπήματα των ασφαλιτών, με το κορμί του να έχει γίνει όλο «ένας αδιάκοπος, βαρύς πόνος», δραπετεύει από το σωματικό μαρτύριο μέσω παραισθήσεων που άλλοτε τον ξανακάνουν παιδί υπό τη σκέπη μιας μητέρας έμπλεης στοργής, ενώ άλλοτε τον επιστρέφουν σε μια κάμαρα ξενοδοχείου, όπου κάποτε βρήκε τον παράδεισο που του αναλογούσε. Εναν παράδεισο εξεικονισμένο σε μια λιτή σκηνογραφία: «Τα εσώρουχά της κρεμασμένα στο κάγκελο του κρεβατιού και το κορμί της απλωμένο μπροστά του».

Ο Μιχαηλίδης συναιρεί θαυμάσια την ερωτική επιθυμία του ήρωα με το νοσηρό στην έντασή του πένθος για τον χαμό της μητέρας. Οπως οι αναμνήσεις που αναβίωναν μητρικές θωπείες άφηναν μετέωρη την υπόνοια ενός συγκαλυμμένου, ένοχου αισθησιασμού, οι παράφορες συναντήσεις με τη Σούλα τον έκλειναν σε μια ψευδαισθητική μητρική αγκαλιά, υγρή από τη σεξουαλική έκσταση. Σε μια από τις πιο συνταρακτικές σκηνές του μυθιστορήματος η γυναίκα τού αποκαλύπτει το στήθος της σαν να το προσφέρει στο στόμα μωρού. Μέσα από τη γύμνια της προβάλλει θαμπή η μορφή της Στέλλας Δαρζέντα. Η Σούλα «τράβηξε έξω το βυζί της και κρατώντας το έτσι σαν μάνα, του το έδωσε». Το προτεταμένο της χέρι μάγευε τον Πέτρο έτσι που «φώτιζε ολόκληρο το σκοτάδι, που συγκέντρωνε την τρέλα, όλη τη μανία του, που μαγνήτιζε ολόκληρο τον ταπεινωμένο εαυτό του, όλη τη μιζέρια και τη δυστυχία». Εκείνο το χέρι «του αποκάλυψε τη φριχτή χαρά της επιθυμίας σαν αστραπή», «εκείνο το χέρι τα ήξερε όλα».

Μέσω της συναισθηματικής εξάρτησης του ήρωα από τη Σούλα ο συγγραφέας υποδεικνύει την ατελή του ενηλικίωση, τα απομεινάρια εφηβικών νευρώσεων. «(...) κάτι μέσα του τον βεβαίωνε πως ένα μεγάλο μέρος της ύπαρξής του δεν είχε αποκολληθεί ποτέ από μια εφηβεία που παραληρούσε χαμένη σε ονειροπολήσεις και η Σούλα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η πιο θριαμβευτική πραγματοποίηση αυτών των φαντασιώσεων». Ο Πέτρος αναθυμούμενος τις ευδαιμονικές στιγμές του έρωτα, τυραννιόταν από μια υποψία που «λέκιαζε την ανέσπερη γιορτή της μνήμης του: η Σούλα τον ακολούθησε σ' εκείνη την κάθοδό του στην κόλαση [...] για να λεηλατήσει τα χρήματα που είχε στη μέσα τσέπη του σακακιού του;» Ακόμα και αν για να είναι ειλικρινής οφείλει να νεύσει καταφατικά στην υποψία του, ξέρει πως η ευγνωμοσύνη του γι' αυτή τη γυναίκα που εισάκουσε το κάλεσμά του σε βοήθεια, υπερβαίνει κατά πολύ το όποιο αντίτιμο.

Ο Μιχαηλίδης υποδηλώνει έξυπνα την ατολμία του ήρωά του, δεσμώτη φαντασιώσεων και ονειροπολήσεων, καταχωνιάζοντας τις πλέον μύχιες επιθυμίες του σε κομμάτια με πλάγια γραφή. Σε αυτά τα εμβόλιμα μέρη αποκτούν υπόσταση ανομολόγητες απαντοχές μαζί με άγριες πράξεις εκδίκησης, ασύλληπτες για τη δειλία του. Ωστόσο, προοδευτικά οι άφατες ευχές του, δηλωτικές μιας μυστικής ζωής, αρχίζουν να φέγγουν στον πραγματικό κόσμο. Η Σούλα, λόγου χάριν, μετατρέπεται βαθμιαία από χίμαιρα σε μια απτή ύπαρξη, πρόθυμη να τον συντρέξει συναισθηματικά, ξεχνώντας τα χιλιάρικα στην τσέπη του σακακιού του. Βέβαια, όσο πιο πολύ η ζωή του ήρωα μοιάζει με ζωή, τόσο περισσότερο η αφήγηση απονευρώνεται καθώς ο συγγραφέας βιάζεται να απαθανατίσει τον Πέτρο Δαρζέντα σε ένα «χάπι εντ». Οι τελευταίες σελίδες, τοποθετημένες χρονικά στο 1961, διατρέχουν αδρομερώς τις οξυμμένες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, κυρίως για να πλαισιώσουν το ερωτικό μελόδραμα το οποίο οδεύει ολοταχώς προς μια αίσια έκβαση, όπως αφήνει να εννοηθεί η ανορθόγραφη ομολογία αγάπης της Σούλας. Οπωσδήποτε, όμως, το άτσαλο πέσιμο της αυλαίας δεν συμπαρασύρει τις δύο πρωταγωνιστικές φιγούρες, που αξίζουν να χειροκροτηθούν για τη διεισδυτική υπόδυση των μυθοπλαστικών τους παθών.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου