Ηλεκτρονική Έκδοση

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

“Αξιόπιστο το φράγμα του Sea Diamond”

Κατάθεση του υπεύθυνου της εταιρείας απορρύπανσης

Η ποσότητα πετρελαίου που εκλύεται από το ναυάγιο του Sea Diamond στη θαλάσσια περιοχή Αθηνιός Σαντορίνης, είναι πολύ μικρή και ανεβαίνει με μορφή σταγόνων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος διέρρευσε και περισυλλέχθηκε , ενώ το αντιρρυπαντικό φράγμα, στην περιοχή, είναι απολύτως αξιόπιστο. Αυτά υποστήριξε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά ο δόκτωρ Βασίλης Μαμαλούκας, υπεύθυνος της εταιρείας «Τεχνική Προστασία Περιβάλλοντος», στην οποία έχει ανατεθεί η αντιμετώπιση επιφανειακής ρύπανσης στο σημείο.

Κατά την κατάθεσή του ανέφερε ότι από τους συνολικά 425 τόνους αποβλήτων καυσίμων του πλοίου μαζεύτηκαν από τα ειδικά συνεργεία οι 330, ενώ το κόστος, πέραν της σημερινής παροχής υπηρεσιών απορρύπανσης στην περιοχή, ξεπέρασε τα 10 εκατ. ευρώ, ποσό που υποχρεωνόταν να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία του πλοίου και η πλοιοκτήτρια.

Όσο για το φράγμα που έχει τοποθετηθεί στο σημείο ο Ωκεανογράφος το χαρακτήρισε “απόλυτα αξιόπιστο” και ότι πρόκειται για ένα από τα πιο ακριβά είδη αντιρρυπαντικών φραγμάτων που πρέπει ωστόσο να αντικαθίσταται κατά περιόδους.

Όπως είπε είναι κατασκευασμένο από νεοπρένιο (υλικό που κατασκευάζουν τα φουσκωτά σκάφη) και γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ ανθεκτικό και μπορεί να ακολουθεί τον κυματισμό στη θάλασσα. Επίσης πρόσθεσε ότι γύρω από αυτό υπάρχει ένα σύστημα αγκυροβολίας που του επιτρέπει να αντέχει σε πολύ μεγάλη κακοκαιρία, ενώ η περίμετρός του κυκλικά είναι περίπου 500 μέτρα και το βάθος του 1,20 κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Ο ίδιος ανέφερε ακόμα ότι από την αρχή την όλη διαδικασία απορρύπανσης παρακολούθησαν δύο στελέχη του διεθνούς μη κερδοσκοπικού οργανισμού ITOPF, που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση διαρροών χημικών πετρελαίου στη θάλασσα, ενώ σημείωσε πως οι τοπικές και λιμενικές αρχές της Σαντορίνης δήλωσαν ικανοποιημένες από το αποτέλεσμα.

Οι απόψεις πάντως για τη ρύπανση στην περιοχή διίστανται. Ο Κ.Γιδαράκος, καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, είχε καταθέσει στις 17 Ιουνίου ότι “στην περιοχή του ναυαγίου υπάρχουν ρύποι από βαρέα μέταλλα, οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την τροφική αλυσίδα”. Συγκεκριμένα είπε ότι στην περιοχή βρέθηκε “ψευδάργυρος, σίδηρος, μαγγάνιο, κάλιο”, προσθέτοντας ενδεικτικά ότι “βρέθηκε μεγάλο ποσοστό ψευδαργύρου σε τοπικά ψάρια, όπως είναι οι μπακαλιάροι και οι σκορπίνες”.

Ο ίδιος είχε επισημάνει ότι “το κουφάρι του πλοίου αποτελεί πηγή μόλυνσης και η απελευθέρωση των ρύπων γίνεται βραχυπρόθεσμα”. Παράλληλα έχει αμφισβητήσει τις μεθόδους περισυλλογής δειγμάτων που πραγματοποίησε το ΕΛΚΕΘΕ, το οποίο χαρακτήρισε ως «μη διαπιστευμένο ίδρυμα», υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν συμβατή η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ.

Εκ μέρους του ΕΛΚΕΘΕ ο χημικός του Ι. Χατζηανέστης κατέθεσε ότι “υπάρχει μόλυνση, αλλά δεν είναι σε τέτοια επίπεδα ώστε να χαρακτηριστεί ρυπασμένη η γύρω περιοχή” και αναφέρθηκε σε σχετικές μετρήσεις.

Για το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου Sea Diamond, στις 6 Απριλίου 2007, στην καλντέρα της Σαντορίνης, κατηγορούνται συνολικά 13 άτομα (επτά μέλη του πληρώματος, πέντε μέλη της διαχειρίστριας εταιρείας και ένας του νορβηγικού νηογνώμονα).

Newsroom Enet με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Δικαστικό ρεπορτάζ
Ναυτικά ατυχήματα/Ναυάγια
Ναυτιλία και ακτοπλοΐα