Έντυπη Έκδοση

Μια επιστολή

Αγαπητή Βιβλιοθήκη,

Μπράβο στο Πεντάλ και στη Μαρία Λαϊνά για τη σελίδα της Παρασκευής 16 Οκτωβρίου, την αφιερωμένη στον βιολιστή Τάτση Αποστολίδη, που πρόσφατα χάθηκε, και «δεν έχασε τη μάχη με τον θάνατο, γιατί εδώ που τα λέμε ποιος την κερδίζει», όπως εύστοχα σχολιάζει.

Γνώρισα τον Αποστολίδη αρκετά νωρίς και είχα την ευκαιρία να τον ακούσω επανειλημμένα ως εξάρχοντα στις συναυλίες της Κρατικής, στην οποία τα σκοτεινά μεταπολεμικά χρόνια οφείλουμε τη μοναδική σχεδόν μουσική τροφή μας. Αλλά και ως σολίστ. Αξέχαστες οι σονάτες Μότσαρτ, βιολί - πιάνο με τον Γαρουφαλή, στην αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, πάνε μερικά χρόνια, αίθουσα προ πολλού αχρηστευμένη.

Γράφοντας τη «Συμμορία της άρπας» είχα συμβουλευτεί τον Τάτση για θέματα μουσικά. Θυμάμαι το παιδικό του παράπονο: «Γιατί μόνο για αρπίστες και δεν γράφεις κάτι με ήρωα έναν βιολιστή;» Πραγματοποίησα αυτή του την επιθυμία χρόνια αργότερα με τη νουβέλα μου «Κουαρτέτο».

Ποτέ δεν έμαθα αν έτυχε να τη διαβάσει. Ούτε και που τον ρώτησα φυσικά. Ηταν τόσο σεμνός και αφοπλιστικός που κάθε περιαυτολογία θα τον πλήγωνε.

Συγκράτησα μερικά σχόλιά του σχετικά με τη μουσική. Ενα απ' αυτά, η διαμάχη των μουσικών γύρω από δύο συμφωνίες, την 5η Προκόφιεφ και την 5η Σοστακόβιτς. Για το ποια απ' τις δύο ήταν η σπουδαιότερη. Ηξερα ότι εκείνος αγαπούσε την 5η του Προκόφιεφ και γενικά τον συνθέτη αυτόν. Οπως γνωρίζω ότι και η γνώμη του Χατζιδάκι έκλινε προς εκείνη την κατεύθυνση. Ομως κάποια στιγμή, τα τελευταία χρόνια, ο Τάτσης μού είπε: «Μεταξύ μας νομίζω ότι η 5η του Σοστακόβιτς υπερίσχυσε στον χρόνο. Είναι ένα αληθινά μεγάλο έργο.

Σφραγίζει μια εποχή».

Θυμάμαι ακόμη όταν η Κρατική έπαιξε στο Μέγαρο τους 24 χορούς του Σκαλκώτα, κι επειδή, μάλιστα, η αίθουσα θα ήταν άδεια, επιστράτευσαν (στην κυριολεξία) μαθητές από στρατιωτικές σχολές. Και ήταν κάτι το παράδοξο, όμως καθ' όλα αισθητικό, η μουσική αυτή να ακούγεται από κοντοκουρεμένες και κάπως άτεγκτες κεφαλές. Στο τέλος της συναυλίας, όταν εκδήλωσα τη συγκίνηση και τον θαυμασμό μου γι' αυτή τη μουσική, ο Αποστολίδης μού είπε: «Μη σε ξεγελάνε. Δεν είναι απλοί χοροί. Ο Σκαλκώτας τούς αντιμετωπίζει περισσότερο σαν ένα σχόλιο πάνω στη μουσική αυτή». Κι αυτό μου φώτισε ακόμα περισσότερο το έργο. Μου είχε μιλήσει και με άλλη αφορμή για τον Σκαλκώτα. Το πώς περιφρονημένος έπαιζε στα τελευταία αναλόγια της ορχήστρας. Οσάκις όμως υπήρχε κάποιο δύσκολο, ιδίως νεωτερικό, έργο, στα δικά του φώτα προσέφευγαν κι εκείνος τους έδινε αμέσως λύση.

Ο Αποστολίδης ήταν θερμός θαυμαστής και αναγνώστης της λογοτεχνίας. Οι μουσικοί δεν φημίζονται για την ιδιότητα αυτή, όπως και οι λογοτέχνες συχνά προτιμούν την Καίτη Γκρέυ και τη Καίτη Ντάλη. Και ας με συγχωρήσουν εδώ ο Γιώργος Χρονάς και ο Γιάννης Βαρβέρης. Κάποτε ο Τάτσης μού είπε: «Στην Κατοχή, στα Γιάννενα, δεν μπορούσα να παίξω μουσική, αντίθετα διάβαζα βιβλία απ' το πρωί ώς το βράδυ. Αν είχα κάνει τόσο διάβασμα και στη μουσική ίσως και να έπαιζα καλύτερα». Παρ' όλα αυτά σε μεγάλη ηλικία αντιμετώπισε με την Κρατική το θηριώδες Δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί του Μπέλα Μπάρτοκ, συνθέτη που θεωρούσε από τους πιο μεγάλους στον 20ό αιώνα. «Βέβαια», μου είπε κάποια στιγμή αργότερα, «με πρόδωσε η ορχήστρα». Οσο για τις δικές του «Δεκαπέντε ιστορίες και μια βόλτα με ποδήλατο» («Κέδρος», 2001), βιβλίο χαριτωμένο, ελπίζω να υπάρχει ακόμα και να μην έχει πολτοποιηθεί, όπως συμβαίνει τελευταία.

Και κάτι ακόμα, τελευταίο, για μια κουβέντα του Αποστολίδη που δημοσιεύσατε: «...ν' αγαπάμε την τέχνη μας, αν όχι περισσότερο από τον εαυτό μας, πάντως περισσότερο από το ταλέντο μας». Το Πεντάλ υπογραμμίζει και πλειοδοτεί. Καταλήγοντας στο ότι όσοι δεν ακολουθούν το δρόμο αυτόν «... θέλουν να είναι και να αναγνωρίζονται εις το διηνεκές και ως στοχαστές και ως πολιτικοί και ως συνθέτες. Οπως και σε άλλους χώρους, και εδώ η απληστία τιμωρείται - όχι βεβαίως με την απουσία εκδηλώσεων, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά με τη γελοιότητα που ταλαιπωρεί, χωρίς να παιδεύει, τον ακροατή, τον θεατή και τον απλό αμέριμνο διαβάτη». Μπράβο, Μαρία Λαϊνά, που είχες το θάρρος να τα πεις αυτά.

Ας το διαβάσουν αυτό οι ιθύνοντες στο Κανάλι της Βουλής, που κατά τ' άλλα μάς γλιτώνει απ' τη σαβούρα.

Τέλος, πολύ ωραίο και το ποίημα «Ματαιότητα» του Ουνγκαρέτι, που κλείνει τη σελίδα, μαζί και το μάτι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο