Έντυπη Έκδοση

Το διήγημα στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία

Το διήγημα ως συλλεκτικό αντικείμενο

Προτού αναφερθώ στην ποιότητα του περιεχομένου, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στην ποιότητα του βιβλίου ως βιβλίου. Λέμε ότι το βιβλίο είναι πολιτιστικό αγαθό, όχι μόνον ως περιεχόμενο αλλά και ως περιέχον. Εκει κι αυτό την αισθητική αξία του, την ομορφιά του, τη γοητεία του, και γι' αυτό κυνηγιέται μετά μανίας ως συλλεκτικό αντικείμενο.

Το Διήγημα στην ελληνική και στις ξένες λογοτεχνίες

Θεωρία - Γραφή - Πρόσληψη

επιμέλεια - εισαγωγή: Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού - Σοφία Ντενίση

Ελληνική Εταιρεία Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας

εκδ. Gutenderg, Αθήνα 2009, σ. 658, 41 ευρώ

Προτού αναφερθώ στην ποιότητα του περιεχομένου, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στην ποιότητα του βιβλίου ως βιβλίου. Λέμε ότι το βιβλίο είναι πολιτιστικό αγαθό, όχι μόνον ως περιεχόμενο αλλά και ως περιέχον. Εκει κι αυτό την αισθητική αξία του, την ομορφιά του, τη γοητεία του, και γι' αυτό κυνηγιέται μετά μανίας ως συλλεκτικό αντικείμενο. Λέγεται ανεμωλίως (ανοήτως) ότι τα ηλεκτρονικά συστήματα ανάγνωσης και γραφής θα φάνε το βιβλίο. Το ίδιο έλεγαν και για τον κινηματογράφο, όταν εμφανίστηκε η τηλοψία. Ας θυμηθούμε τα requiem του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Κι όμως, ο κινηματογράφος επέζησε, γιατί αντεπιτέθηκε με συγκλονιστικές ταινίες υψηλής στάθμης κι έφτασε σε σημεία ποιότητας (ακόμη και στο θέαμα) όπου δεν μπορούσε να φτάσει η τηλοψία. Το ίδιο θα γίνει και με το βιβλίο. Θα σωθεί με την ποιότητά του.

Το βιβλίο στο οποίο θα αναφερθούμε, καίτοι γραμμένο στη φαλακρή μονοτονική γραφή, ευτύχησε να βγεί με χορηγία του «Ιδρύματος Ουράνη» και από τα χέρια ανθρώπων που το όνομά τους αποτελεί εγγύηση ποιότητας. Το εγχείρημα για τη συγγραφή / συρραφή ενός τέτοιου έργου είναι ομολογουμένως τολμηρό. Ιδίως αν πρόκειται να επεκταθείς και σε ξένες λογοτεχνίες. Συγκεντρώθηκαν 32 μελέτες διαφόρων ερευνητών, πρωτίστως Ελλήνων, και προτάσσεται μια εισαγωγή 17 σελίδων, η οποία κατατοπίζει τον αναγνώστη για το τι θα διαβάσει και από ποιους θα το διαβάσει, παρ' όλο που στο τέλος υπάρχουν τα απαραίτητα βιογραφικά σημειώματα. Υπάρχει, τέλος, και ευρετήριο, όπως οφείλει να έχει κάθε βιβλίο που διεκδικεί τον τίτλο επιστημονικού έργου.

Θεωρώ το βιβλίο χρήσιμο για κάθε μελετητή και καλλιεργημένο αναγνώστη, διότι παρά την ανομοιότητα των μελετημάτων, θα εισπράξει μια γενική εικόνα για το τι ακριβώς είναι διήγημα, πώς γεννήθηκε, πού γεννήθηκε, πώς εξελίχτηκε και τέλος, ποιους δρόμους τραβά σήμερα. Εδώ μπαίνει ένα τεράστιο πρόβλημα: κάθε χρόνο στην Ελλάδα εκδίδονται τόσα μυθιστορήματα, ελληνικά και ξένα, και τόσο ογκώδη, που για να μεταφερθούν χρειάζεται τάνκερ. Οι συλλογές διηγημάτων είναι τόσο λίγες που χωρούν σε ένα «κανό» δύο θέσεων. Το έχω εξηγήσει αυτό το φαινόμενο στο μελέτημά μου Μυθιστόρημα: «μια βιομηχανική μυθολογία», που περιλαμβάνεται στον αφιερωματικό τόμο «Ευκαρπίας έπαινος» για τον καθηγητή Π. Μαστροδημήτρη, στις σσ. 395-419. Εκεί γράφω ότι η ανάπτυξη του μυθιστορήματος συναρτάται με την ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας. Και ότι το διήγημα αντιπροσωπεύει τη μανιφατούρα σε σχέση με το μυθιστόρημα, που ισοδυναμεί με τη βαριά βιομηχανία. Αυτό δεν σημαίνει πως ήρθε η στιγμή να πούμε το requiem για το διήγημα! Απεναντίας, η έλλειψη χρόνου και η βιαστική ανάγνωση να μας ξαναγυρίσει σ' αυτό. Ιδωμεν.

Το ελληνικό διήγημα των νεότερων καιρών (18ος-20ος αι.) πιθανώς να έχει αφετηρία τον ενσωματωμένο στα ομηρικά σχόλια «Παπατρέχα» του Κοραή. Μετά την Επανάσταση αναπτύχθηκε γρήγορα, χάρη στα φιλολογικά περιοδικά και τις εφημερίδες, που όλες ήθελαν «λογοτέχνη να φάνε», για να στεριωθούν, κατά την έκφραση της εποχής. Ο λαός αγνόησε τα μικρού μεγέθους αυτά κείμενα χάρη ακόμη στα βιβλία που ήταν άμεσα προσιτά στον λαό: τα «Αναγνωστικά» του σχολείου. Τα φιλολογικά περιοδικά έδωσαν άλλη ώθηση στη διηγηματική εξέλιξη. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα του Γ. Κασδόνη που εμπεριέχεται στο μελέτημα της Ελένης Πολίτου - Μαρμαρινού. Γράφει ο άνθρωπος που ως διευθυντής της Εστίας (1881-1889) άνοιξε διάπλατα τις στήλες της στη λογοτεχνία:

«Οταν το ελληνικόν διήγημα τύχη της φιλοστόργου θεραπείας και υποστηρίξεως του ελληνικού κοινού, ουδεμιά αμφιβολία ότι θα ακμάση ευθαλέστερον, και θα καταστή αληθές κειμήλιον του ελληνικού λαού, όργανον τελεσφόρον αναπτύξεως και μορφώσεως αυτού αλλά και δεσμός ισχυρός αγάπης και λατρείας προς την θαυμασιωτάτην ταύτην κοιτίδα αυτού».

Η Μαρία Καραΐσκου, στο μελέτημα Αναζητώντας τον ειδολογικό χαρακτήρα του διηγήματος, κάνει πολλές αναφορές -και σωστά στον Νουμά, μοιραία όμως και στις αισθητικές εκτιμήσεις του Ψυχάρη, εκτιμήσεις που έβλαψαν τη λογοτεχνία μας όσο επίσης έβλαψαν και οι άστοχες παρεμβάσεις του στο γλωσσικό ζήτημα. Ενδεικτική η φράση: «Αντίστοιχα, ο Ψυχάρης ταυτίζει το διήγημα με την ηθογραφία του χωριού και το μυθιστόρημα με την ηθογραφία της πόλης ή ακόμη και ολόκληρου του έθνους» (σ. 117). Κι αυτά σε μια εποχή που τα διηγήματα του Τσέχοφ και του Γκόρκι έδιναν μελαγχολικά ή θλιβερά «ενσταντανέ» της αστικής ζωής, ενώ ο αοίδιμος Παπαδιαμάντης μας έδινε τα καλύτερα αθηναϊκά διηγήματά του, με τον βαθύτατο κοινωνικό προβληματισμό τους.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το μελέτημα του Λάμπρου Βαρελά Πρωτότυπα και μεταφρασμένα διηγήματα στον ελληνικό Τύπο. Το ξεχωρίζουμε όχι γιατί μπορεί τάχα να υπερτερεί των λοιπών μελετημάτων, όσο γιατί το θέμα που θίγει δεν έχει επαρκώς μελετηθεί. Τι εννοώ: ως τη δεκαετία του '60 η κυριότερη λογοτεχνική τροφή στον λαό διοχετευόταν μέσω του Τύπου. Ας θυμηθούμε μόνον την προσφορά του Μπουκέτου κατά την προπολεμική περίοδο. Αλλ' επειδή η λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας δεν επαρκούσε, γλωσσομαθείς λογοτέχνες αναλάμβαναν να μεταφέρουν στην ελληνική την ξένη διηγηματική παραγωγή. Στη σελ. 209 μνημονεύτεται το διήγημα Ο Ναργιλές, που δημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά του 1841. Ενα άλλο διήγημα μιας «τουρκομπαρόκ» λογοτεχνίας, που με τον Τσακιτζή κράτησε ώς την παιδική μου ηλικία, είναι Ο Λαλλάς, ή η Τίγρης της Σμύρνης (Ιστορία ενός Γενιτζάρου) που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στη δίγλωσση αθηναϊκή εφημερίδα Ελληνικός παρατηρητής. Εχω διαβάσει τον «Λαλά» και το συμπέρασμά μου είναι πως αυτά δεν έρχονταν από την ανύπαρκτη τότε λογοτεχνικά Τουρκία αλλά από τη Γαλλία, κυρίως σε μια φάση που ανθούσε ως καλλιτεχνικό και πνευματικό ρεύμα ο «ανατολισμός», με τον Λαμαρτίνο και αργότερα με τον Πιερ Λοτί. Πάντως, οι μεταφράσεις αυτές, όταν στράφηκαν προς λογοτέχνες ολκής έδωσαν θρεπτική πνευματική τροφή στον λαό μας, και ψωμί σε πολλούς ενδεείς συγγραφείς μας. Ας σημειωθεί ότι στην προσπάθεια να αποδοθεί η γαλλική έκφραση στην ελληνική άνοιξε τη θύρα για να εισέλθουν στη γλώσσα μας πολλοί διατηρούμενοι ώς σήμερα «γαλλισμοί», όπως το «έλαβε χώραν».

Το διήγημα στην πρώτη εμφάνισή του στον τόπο μας είχε φυσικά έντονο τοπικό χαρακτήρα. Αλλ' οι γαλλικές μεταφράσεις διηγημάτων τού άνοιξαν ευρύτερους ορίζοντες έτσι που, εκτός του αστικού διηγήματος, να εμφανισθεί και το κοσμοπολιτικό ελληνικό διήγημα. Δεν ξέρω αν πρώτο τέτοιο είναι το διήγημα του Paul Monard Στα καμπαρέ της Κωνσταντινούπολης. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως με την πάροδο του χρόνου ο μεταφραστικός όγκος έγινε πιο επιλεκτικός. Συνεπώς συμφωνώ απολύτως με όσα γράφει η Ελένη Τατσοπούλου στη σελ. 443: «Είναι γεγονός ότι το είδος του διηγήματος, ως σύντομος αφηγηματικός λόγος, καθιστούσε για τους νέους λογοτέχνες το ιδανικό είδος για να πειραματιστούν πάνω σε καινούριες δομές και τεχνικές».

Ξέρουμε πως αδικούμε τους άλλους μελετητές, αλλά το περιορισμένο του χώρου δεν μας επιτρέπει άλλες αναφορές. Πάντως, το «εύγε» δεν ανήκει μόνο σ' αυτούς που αναφέρθηκαν. Ανήκει σε όλους.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Λογοτεχνία