Έντυπη Έκδοση

Οι εργαζόμενοι ανακάλυψαν και πάλι ταξικούς αγώνες και κινητοποιήσεις

RICHARD WOLFF Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Αμχερστ

Η ριζοσπαστική κοινωνική επιστήμη κυριαρχούσε στον ευρωπαϊκό κόσμο της διανόησης κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Υπέστη όμως ολική καθίζηση με την οπισθοδρόμηση της αριστεράς από τις αρχές του '80 όταν οι περισσότεροι αριστεροί διανοούμενοι μετατράπηκαν σε φερέφωνα της νέας τάξης πραγμάτων.

Παραδόξως, συνέχισε να διατηρείται στη μητρόπολη του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού, σε κάποιους κόλπους της αμερικανικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Σήμερα, την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, υψώνει δυνατά τη φωνή της, προσφέροντα ελπίδες για την αναγέννηση της αριστεράς. Δημοφιλή περιοδικά όπως το «Nation», «ZMagazine», «The Progressive», και «Mother Jones», ηλεκτρονικά έντυπα όπως το «Counterpunch», «Truthout», και «Dissident Voice», και επιθεωρήσεις όπως το «Monthly Review», «Rethinking Marxism», «New Politics», «Socialism and Democracy», «New Political Science», και «Review of Radical Political Economics» αναλύουν τα διάφορα προβλήματα και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, και προτείνουν εναλλακτικές λύσεις. Ο Richard Wolff είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς ριζοσπάστες κοινωνικούς επιστήμονες και διανοούμενους στις ΗΠΑ.

Αναλύοντας τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, κάνετε διάκριση στο τελευταίο σας βιβλίο μεταξύ κρίσης στον καπιταλισμό και κρίσης του καπιταλισμού. Ποια ακριβώς είναι η διαφορά;

Η τρέχουσα κρίση είναι μια κρίση στον καπιταλισμό αντί κρίση του καπιταλισμού. Από τη μια μεριά, το σύστημα καταδεικνύει τώρα τις ογκώδεις κοινωνικές αποτυχίες του με τους πλέον δραματικούς τρόπους. Μολαταύτα δεν υπάρχει ακόμα κανένα μαζικό και πολιτικά σημαντικό κοινωνικό κίνημα που να στοχεύει ρητά στο καπιταλιστικό σύστημα ως το μείζον πρόβλημα και να προτείνει ένα εναλλακτικό σύστημα ως βασικό μέρος της λύσης αυτού του προβλήματος.

Δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι έχουν χάσει τις δουλειές τους, ένα ποσοστό περίπου 30% της παραγωγικής ικανότητας (εργαλεία, εξοπλισμός, εργοστάσια, γραφεία και καταστήματα κ.λπ.) βρίσκεται άεργο και αχρησιμοποίητο. Ενώ όμως οι κυβερνήσεις των χωρών που πλήττονται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση στη μεταπολεμική περίοδο, χρειάζεται να ενεργοποιήσουν το κοινωνικό κράτος για να βοηθήσουν τον κόσμο, δυσκολεύονται να το κάνουν διότι αντιμετωπίζουν πτώση των φοροεισπρακτικών εσόδων τους. Στο ενδιάμεσο, οι κυβερνήσεις οδηγούνται σε ογκώδη χρέη για να σώσουν τις πιστωτικές αγορές και τους κεφαλαιοκράτες, που με τις αποφάσεις τους συνέβαλαν στην κρίση και στην πτώχευσή τους. Για να μετατραπούν όλα αυτά σε κρίση του καπιταλισμού απαιτείται ένα μαζικό κίνημα με αιτήματα που σχετίζονται όχι μόνο με ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις (περισσότερες θέσεις εργασίας, καλύτερες αμοιβές, μεγαλύτερη παροχή δημόσιων υπηρεσιών κ.λπ.), αλλά επίσης με το αίτημα αλλαγής σε ένα εναλλακτικό σύστημα από αυτό του καπιταλισμού. Μια κρίση του καπιταλισμού θα έρθει μόνο όταν ένα κοινωνικό κίνημα αποκτήσει τη δύναμη να θέσει αιτήματα για συστημική αλλαγή και να αποτελέσει αυτό κεντρικό σημείο αναφοράς στους πολιτικούς αγώνες της κοινωνίας. Ενα τέτοιο κίνημα πρέπει συνεπώς να έχει κερδίσει μαζική στήριξη από την κοινωνία και να προβάλλει ως βασικούς στόχους τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η βασική τοποθέτηση προϋποθέτει ότι για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι πρέπει να δοθεί τέλος στον καπιταλισμό και στην οικονομική και κοινωνική ισχύ των καπιταλιστών.

Η ανεργία είναι αναμφισβήτητα το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι περισσότερες από τις ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου. Πώς ακριβώς εξελίχθηκε μια φαινομενικά χρηματοπιστωτική κρίση σε μια παγκόσμια κρίση ανεργίας;

Σε όλες τις καπιταλιστικές κρίσεις, οι αγορές χρησιμεύουν ως μηχανισμοί που επιτρέπουν στους κεφαλαιοκράτες να μετατοπίσουν το κόστος και το βάρος των κρίσεων προς το κράτος και τους εργαζόμενους. Το κράτος και οι εργαζόμενοι αντιστέκονται, αλλά συνήθως στερούνται οικονομική αλληλεγγύη και πολιτική δύναμη για να επικρατήσουν. Στην τρέχουσα κρίση, καθώς οι πιστωτικοί οργανισμοί χρεοκόπησαν και οι χρηματαγορές κατέρρευσαν, οι τράπεζες και άλλοι πιστωτές σταμάτησαν την πίστωση προς τις επιχειρήσεις, οι οποίες, στη συνέχεια, κινήθηκαν προς την κατεύθυνση των απολύσεων για να περιορίσουν το κόστος τους. Στη συνέχεια συρρικνώθηκαν οι αγορές των καταναλωτικών αγαθών, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι μείωσαν σημαντικά τις αγοραστικές τους δραστηριότητες. Ετσι βυθίστηκαν ακόμα περισσότεροι καπιταλιστές στην κρίση, οι οποίοι προχώρησαν επίσης σε απολύσεις των εργαζομένων. Αυτή η τροχιά της πτώσης στην καπιταλιστική παραγωγή και κατανάλωση παρήγαγε την ανεργία που, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, συνεχίζει να αυξάνεται, και μάλλον το ίδιο συμβαίνει και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην επίσημη έναρξη της τρέχουσας οικονομικής ύφεσης στις ΗΠΑ (Δεκέμβριο 2007), η ανεργία μάστιζε 7 εκατομμύρια κόσμο. Σήμερα είναι στα 15 εκατομμύρια και συνεχίζει να αυξάνεται.

Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που να μαρτυρούν ότι τα πακέτα οικονομικής ενίσχυσης και η διάσωση των τραπεζών βοήθησαν με κάποιο αισθητό τρόπο να απαλυνθούν οι επιπτώσεις της κρίσης;

Ναι, στις ΗΠΑ, η διάσωση των τραπεζών και τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης βοήθησαν ώστε να μη χειροτερέψει η πιστωτική κρίση (αν και παραμένει εξαιρετικά δύσκολο για τις περισσότερες επιχειρήσεις και τους καταναλωτές να εξασφαλίσουν πίστωση) και πέτυχαν στο να ανακάμψουν οι αξίες των μετοχών. Τα ομοσπονδιακά κονδύλια στις ΗΠΑ χρησίμευσαν επίσης στο να μειωθεί το μέγεθος της κρίσης που αντιμετωπίζουν στα οικονομικά τους έσοδα και έξοδα οι πολιτείες και οι δήμοι. Εντούτοις, δεδομένου του γεγονότος ότι η ανεργία και οι κατασχέσεις κατοικιών συνεχίζουν να αυξάνονται, η μάζα των αμερικανών πολιτών γίνεται όλο και πιο εξαγριωμένη, καθώς παρατηρεί ότι εμβαθύνεται το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και οι μεγάλοι καπιταλιστικοί οργανισμοί είναι αυτοί που επωφελούνται κυρίως από τις κρατικές οικονομικές ενισχύσεις. Στις ΗΠΑ, οι πολώσεις μέσα στην κοινωνία εμβαθύνουν επικίνδυνα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο αποδίδετε την τρέχουσα κρίση αποκλειστικά σε αυτό που αναφέρετε ως «σεισμικές αποτυχίες του αμερικανικού καπιταλισμού». Πόσο βέβαιο είναι ότι οι καπιταλιστικές οικονομίες απομακρύνονται όντως από το δόγμα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού;

Στις ΗΠΑ, το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού και οι επαγγελματικές αξιώσεις της κυρίαρχης «νεοκλασικής» οικονομικής θεωρίας βρίσκονται κάτω από αυξανόμενη επίθεση. Ενα νέος κεϊνσιανισμός κάνει την εμφάνισή του στους επαγγελματικούς και πολιτικούς κύκλους ηγεσίας και από εκεί διαρρέει αργά αλλά σταθερά στον ευρύτερο πληθυσμό. Πιστεύω πως η ιδέα ότι η ιδιωτική επιχείρηση και οι ελάχιστα ρυθμισμένες αγορές αποτελούν εγγυημένα μέσα οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας -το ιδεολογικό δόγμα που κυριαρχούσε τα τελευταία 30 χρόνια- είναι νεκρή. Τώρα η μόνη συζήτηση που διεξάγεται είναι πόσο πολύ κρατική παρέμβαση απαιτείται αυτή τη στιγμή, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Στο ενδιάμεσο, ο δημόσιος χώρος, περιλαμβανομένων και των μέσων μαζικής επικοινωνίας, για ρητά αντικαπιταλιστικές προοπτικές, αυξάνεται ραγδαία.

Στις ιδεολογικές θέσεις της αριστεράς, έννοιες όπως κοινωνική τάξη και πολιτική εξουσία χρησιμοποιούνται συχνά με τρόπους που προκαλούν σύγχυση. Μπορείτε να διευκρινίσετε αυτούς τους όρους στο πλαίσιο της σημερινής καπιταλιστικής οικονομικής, κοινωνικής, και πολιτικής πραγματικότητας;

Οπως έχει συμβεί στο παρελθόν, η αριστερά στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ήταν απογοητευμένη κατά τη διάρκεια της περιόδου 1980-2007 και ποτέ δεν μπόρεσε να επέμβει αποτελεσματικά στη νέα καπιταλιστική κρίση. Το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς είχε εγκαταλείψει την πολιτική που περιλάμβανε, πρώτον, μια σαφή κριτική του καπιταλισμού ως δυσλειτουργικής ταξικής δομής και, δεύτερον, ένα πρόγραμμα για μια διαφορετική, μη καπιταλιστική, ταξική δομή. Στις ΗΠΑ, σήμερα, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον και αρκετή δεκτικότητα για μια τέτοια πολιτική. Η κατάσταση είναι παρόμοια με τη δεκαετία του '60, όταν η φρίκη του πολέμου του Βιετνάμ οδήγησε μια γενιά αμερικανών πολιτών να ανακαλύψουν ξανά την κριτική προσέγγιση-θεώρηση του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού και να μπολιάσουν τις πολιτικές τους πράξεις και τα προγράμματα με αυτή την κοσμοθεώρηση. Η άλλη πτυχή της τρέχουσας εσωτερικής διαδικασίας εκμάθησης της αριστεράς αφορά τη διαφοροποίηση της κοινωνικής τάξης από τα ζητήματα εξουσίας. Η παράδοση της συγχώνευσης αυτών των ζητημάτων -όπου τα πάντα περιορίζονται σε θέματα γύρω από το ποιος έχει εξουσία πάνω σε ποιον- διαλύεται. Πολλοί αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι οι αριστεροί εδώ και πολύν καιρό εννοούν πολύ διαφορετικά πράγματα όταν χρησιμοποιούν τον όρο «κοινωνική τάξη». Μερικοί αριστεροί εννοούν με τον όρο αυτό την ιδιοκτησία (πλούσιοι εναντίον φτωχών), κάποιοι άλλοι εννοούν την εξουσία (άρχοντες εναντίον κυβερνωμένων) και ακόμα κάποιοι άλλοι κατανοούν με τον όρο «κοινωνική τάξη» το πλεόνασμα που υπάρχει σε μια κοινωνία (εκμεταλλευτές εναντίον εκμεταλλευόμενων).

Ολοι οι παραπάνω διαφορετικοί προσδιορισμοί του όρου «κοινωνική τάξη» κρύβουν σημαντικές πολιτικές διαφορές ανάμεσά τους. Προγράμματα για τη μείωση οικονομικών ανισοτήτων, για τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής εξουσίας και για ένα τέλος στις εκμεταλλευτικές ταξικές δομές είναι πολύ διαφορετικά το ένα από το άλλο.

Η αριστερά εδώ και πολλά χρόνια δίνει έμφαση στα πρώτα δύο και υποβαθμίζει κατά ένα μεγάλο μέρος (για να μην πω ότι έχει εγκαταλείψει) το τελευταίο. Νομίζω ότι αυτό αρχίζει να αλλάζει. Σταδιακά γίνεται αντιληπτό ότι για να διασφαλιστούν θετικές αλλαγές στην κατανομή του πλούτου και της εξουσίας απαιτείται μια ουσιαστική μεταμόρφωση των ταξικών σχέσεων στο πλαίσιο του πλεονάσματος. Με άλλα λόγια, μόνο εάν μεταμορφωθεί ριζικά η ταξική δομή στην παραγωγή -η οργάνωση του πλεονάσματος μέσα στις επιχειρήσεις- θα μπορέσει η αριστερά να πετύχει και να διασφαλίσει τους στόχους της. Στην πράξη αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι η αριστερά πρέπει να κινηθεί προς τη βασική απαίτηση να γίνουν οι εργαζόμενοι οι επικεφαλής των διοικητικών συμβουλίων στους χώρους εργασίας.

WHO is who?

Ο Richard Wolff είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Αμχερστ, επισκέπτης καθηγητής στο New School University στη Νέα Υόρκη και ένας από τους ιδρυτές της επιστημονικής επιθεώρησης «Rethinking Marxism». Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον σημαντικούς ριζοσπάστες κοινωνικούς επιστήμονες και διανοούμενους στις ΗΠΑ.

Σπούδασε στο Χάρβαρντ, απ' όπου αποφοίτησε με άριστα στην ιστορία, στο Στάνφορντ, όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα οικονομικά, και στο Γέιλ, όπου ολοκλήρωσε ένα δεύτερο μεταπτυχιακό στην ιστορία και το διδακτορικό του στα οικονομικά. Εχει δημοσιεύσει σημαντικά βιβλία για την οικονομία των ΗΠΑ, για τον μαρξισμό, τη θεωρία των κοινωνικών τάξεων και για τις οικονομίες της Κίνας και της Σοβιετικής Ενωσης.

Το τελευταίο του βιβλίο, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, αφορά τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση και φέρει τον τίτλο «Capitalism Hits the Fan: The Global Economic Meltdown and What to Do About It», ενώ τον επόμενο μήνα θα κυκλοφορήσει το καινούριο βιβλίο του με τον τίτλο «Class Struggle on the Homefront», και αναλύει τους μηχανισμούς εξουσίας, εκμετάλλευσης και κυριαρχίας μέσα στα νοικοκυριά.

Το αριστερό κίνημα απέναντι στην κρίση

Πέραν των σχετικών προβλημάτων, για το τι σημαίνει σήμερα εργατική τάξη, υπάρχει επίσης το ουσιαστικό πρόβλημα της διάσπασης του εργατικού κινήματος, το πρόβλημα της ταξικής συνείδησης, το πρόβλημα του καταναλωτισμού κ.ο.κ. Νομίζω πως όλα αυτά τα προβλήματα κάνουν ακόμα πιο δύσκολο το μέλλον της αριστεράς.

«Η περίοδος από τη δεκαετία του '70 έως την τρέχουσα οικονομική κρίση ήταν μια μεγάλη, χρυσή εποχή για το κεφάλαιο. Οι πραγματικοί μισθοί έμειναν στάσιμοι, ενώ η παραγωγικότητα αυξήθηκε τρομακτικά, με συνέπεια να προκύψουν τεράστια κέρδη για τους εργοδότες.

Οι καπιταλιστές χρησιμοποίησαν μεγάλο μέρος αυτών των κερδών για να αναδιαμορφώσουν μαζικά την κοινή γνώμη και να εξαγοράσουν την πολιτική εξουσία για τριάντα χρόνια κυριαρχίας οικονομικού νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Η παγκόσμια κρίση που ξέσπασε όμως από τον Σεπτέμβριο του 2008 προκάλεσε την κατάρρευση αυτού του καθεστώτος για τους ίδιους τους καπιταλιστές.

Εν τω μεταξύ, η περίοδος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού εξάντλησε κυριολεκτικά την εργατική τάξη (αυξήθηκαν σημαντικά οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανά άτομο, αυξήθηκαν τα χρέη, μειώθηκαν σημαντικά τα προγράμματα κοινωνικής ενίσχυσης) και αποδυνάμωσε τις οργανώσεις της (τα εργατικά συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς), ενισχύοντας παράλληλα την αίσθηση μεταξύ πολλών εργαζομένων ότι οι μόνες βιώσιμες λύσεις στις δυσκολίες τους ήταν οι ατομικές λύσεις. Εντούτοις, η τρέχουσα κρίση αλλάζει όλα αυτά. Η φήμη και η αυτοπεποίθηση του νεοφιλελευθερισμού έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές.

Προβλήματα και λύσεις

Οι εργαζόμενοι, εν μέρει ακόμα σε κατάσταση κλονισμού από τις αποτυχίες του καπιταλισμού και τα αυξανόμενα προβλήματα που βιώνουν σήμερα, αρχίζουν να εκτιμούν την παλαιά ρήση: δεν μπορούμε να λύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα με ατομικές λύσεις.

Ως εκ τούτου ανακαλύπτουν πάλι τη σχετικότητα των ταξικών δομών και των κοινωνικών κινημάτων για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αποκαλύφθηκαν και επιδεινώθηκαν από αυτήν την κρίση. Το μέλλον για το αριστερό κίνημα στις ΗΠΑ και αλλού βρίσκεται στο να μιλήσει άμεσα στην εργατική τάξη για τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στη σημερινή εποχή και να χτίσει πάνω στις επιδεινωμένες συνθήκες».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Με λέξεις-κλειδιά
Απασχόληση και ανεργία
Απεργίες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας