Έντυπη Έκδοση

Δισκογραφία σε αργές στροφές

Λιγότερες εκδόσεις, λιγότεροι δίσκοι, λιγότερα τραγούδια. Μειωμένες πωλήσεις, ελάχιστες παραγωγές από μέρους των δισκογραφικών εταιρειών, πεσμένα στο χαμηλότερο σημείο τα όρια για την ανακήρυξη χρυσού ή πλατινένιου δίσκου. Τα φετινά κέρδη των τραγουδιστών από τη δισκογραφία ήταν πενιχρά. Οι περισσότεροι, δε, που θέλησαν να κυκλοφορήσουν τις νέες τους δουλειές υποχρεώθηκαν να πλήρωσουν την παραγωγή από την τσέπη τους.

Οσο για τους (πρώην) δισκογραφικούς κολοσσούς, το μοντέλο παραγωγής και διακίνησης δίσκων που πλάσαραν τις περασμένες δεκαετίες έχει ξεπεραστεί προ πολλού. Πειρατεία και μαζική στροφή προς το downloading «γονάτισαν» τις εταιρείες. Εκείνο που φαίνεται να τους εξασφαλίζει παράταση ζωής είναι οι συμφωνίες με τις εφημερίδες.

Μια ματιά στις «αποδόσεις» της χρονιάς είναι αποκαρδιωτική αφού σε όλες τις κατηγορίες η παραγωγή (σε σχέση με το 2008) έχει πέσει στο μισό. Πέρυσι κυκλοφόρησαν 120 σινγκλ, φέτος μόλις 65. Οι συλλογές από τις 416 έπεσαν στις 265, οι προσωπικοί δίσκοι από 635 μειώθηκαν στους 488, τα ορχηστρικά από 97 έφτασαν φέτος μόλις τα 38, τα παιδικά από 13 σε 6, ενώ η συνολική παραγωγή από 1.731 άλμπουμ κατρακύλησε στα 1.083 - όλα τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν το Δεκέμβριο.

Πέρα, όμως, από τους αριθμούς, αυτό που φαίνεται να έχει αλλάξει για τα καλά είναι ο ρόλος των δισκογραφικών εταιρειών. Παντοδύναμες άλλοτε, αρκούνται συχνά σε ρόλο διεκπεραιωτικό, ζητώντας από τους καλλιτέχνες να τους φέρουν έτοιμο το προϊόν και να αναλάβουν μόνο τη διακίνηση.

Ενα τραγούδι με ολοκληρωμένη ηχογράφηση, μείξεις, αμοιβές μουσικών κοστολογείται στην «πιάτσα» περίπου 1.000 ευρώ. «Μα γι' αυτό, άλλωστε, και οι δίσκοι έχουν μετατραπεί με τα χρόνια σε cd-singles» επισημαίνει ο Πέτρος Δραγουμάνος, ο γνωστός στατιστικολόγος του ελληνικού τραγουδιού και δημιουργός του cd rom «Ελληνική δισκογραφία». «Παλιότερα γνωρίζαμε πως ένα σιγνκλ με 4-5 τραγούδια κυκλοφορεί ως προάγγελος του επερχόμενου δίσκου. Σήμερα, επειδή το 80% των τραγουδιστών πληρώνουν από την τσέπη τους τα άλμπουμ τους, προφανώς και δεν έχουν τόσα χρήματα για να ηχογραφήσουν 10 ή 12 κομμάτια. Ετσι, εμφανίζεται πια το φαινόμενο των δίσκων με 4-5 τραγούδια, αφού αυτό το κόστος αντέχουν να χρηματοδοτούν».

Αλλωστε, και τόσα κομμάτια είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μεροκάματο, εφόσον κάποιο από αυτά πετύχει. «Πράγματι, δεν προσδοκούν σε μεγάλα κέρδη από τα άλμπουμ γιατί ο μόνος λόγος που τα κυκλοφορούν είναι για να έχουν κανά δυο δυνατά σουξέ που θα τους βρουν δουλειά στην πίστα».

Πολύ χαρακτηριστικό της κρίσης, αλλά και της σημασίας που δίνουν πια οι δισκογραφικές στην καταμέτρηση των πωλήσεων, είναι και το γεγονός ότι από τον Μάιο η IFPI σταμάτησε να μετρά τις πωλήσεις των δίσκων. Είναι πλέον τόσο χαμηλές οι πωλήσεις των δίσκων, που οι εταιρείες αποφάσισαν πως δεν αξίζει τον κόπο να πληρώνουν έναν ιδιωτικό φορέα για να μαθαίνουν αν ένα άλμπουμ έφτασε τα 1.000 ή 1.500 αντίτυπα.

«Δεν υπάρχει πια εβδομαδιαίο Top-50», λέει ο Π. Δραγουμάνος. «Ως αποτέλεσμα από τις αρχές του καλοκαιριού δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις για τους χρυσούς ή πλατινένιους δίσκους της χρονιάς. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι ο τελευταίος δίσκος του Γιάννη Πάριου πούλησε περί τους 300.000 δίσκους (200.000 με την κυριακάτικη «Real News» και 100.000 με το εβδομαδιαίο τηλεοπτικό περιοδικό «TV Zapping»).

Πρόσφατα, το παράδειγμα ακολούθησε και ο Νίνο που έδωσε το καινούριο του άλμπουμ στην κυριακάτικη «Εσπρέσο» -και προφανώς έγινε αυτομάτως πλατινένιος- αλλά και ο Κώστας Μαρτάκης που έδωσε τα νέα του τραγούδια στον «Τηλεθεατή». Στα περίπτερα, όμως, πουλήθηκε, και μάλιστα σε χαμηλή τιμή, ο πρόσφατος δίσκος του Νίκου Βέρτη - ο οποίος σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρίας του είναι πλέον χρυσός.

Τουλάχιστον, υπάρχει και μία έκπληξη που ακούει στο όνομα Professional Sinnerz. Το χιπ χοπ ντουέτο μπήκε σφήνα στις λαϊκές επιτυχίες και με το τραγούδι «Οταν σε είχα πρωτοδεί» έγινε χρυσό.

Τι σημαίνει πια χρυσό; Πωλήσεις περισσοτέρων από 6.000 αντίτυπα. Αριθμός που κάποτε θεωρούνταν από όλους αποτυχία: Από το 1979 μέχρι το 1989 το όριο τού χρυσού ήταν 50.000, από το 1990 και για έξι χρόνια έπεσε στις 30.000, από το 1997 μέχρι το 2001 στις 25.000, από το 2002 - 2006 στις 20.000 και από το 2006 μέχρι και πέρυσι στις 15.000!

Ας δούμε, όμως, και τις μικρές εταιρείες που ξεκίνησαν δειλά τη λειτουργία τους πριν από μερικά χρόνια, προσδοκώντας να αξιοποιήσουν τους καλλιτέχνες εκείνους που οι πολυεθνικές απαξίωναν. Τότε φαινόταν εξαιρετικά τολμηρός εκείνος που «μπαίνει» στην αγορά τη στιγμή που η μουσική βιομηχανία καταρρέει. Φέτος, φτάσαμε να αναρωτιόμαστε: «μήπως τελικά είναι οι ευνοημένοι της κρίσης;».

Δούλεψαν με λιγότερα συγκροτήματα και καλλιτέχνες, χρησιμοποίησαν τις δυνατότητες του Ιντερνετ -όπου και ανακάλυψαν πολλά ταλέντα-, δεν πόνταραν στη «φούσκα» των ευφήμερων σουξέ, έδειξαν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία από τις μεγάλες εταιρείες, εμπιστεύτηκαν τη «χαλαρή» σχέση με τους καλλιτέχνες -σε σημείο που συχνά δεν υπήρχαν καν συμβόλαια-, ειδικεύτηκαν σε μουσικά είδη και φυσικά δεν αντιμετώπισαν το βραχνά των απαιτήσεων ενός μεγάλου ονόματος.

Στον αντίποδα, οι μεγάλες εταιρείες μειώνουν συνεχώς το προσωπικό τους και άρα οι δίσκοι με τους οποίους μπορούν να ασχοληθούν είναι πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα. Κάποτε επιμελούνταν 100 και πλέον παραγωγές και φέτος δεν ξεπέρασαν τις 30.

Σκεφτείτε πως πολύ συχνά πια αρνούνται ακόμα και έτοιμες παραγωγές που τους προσφέρουν οι καλλιτέχνες (πληρωμένο, ηχογραφημένο άλμπουμ και έτοιμα πληρωμένα 1 ή 2 βίντεο κλιπ) αφού δεν διαθέτουν πια τον μηχανισμό προώθησης και θέλουν να αποφύγουν το κόστος σε εργατοώρες. Η κυκλοφορία ενός νέου δίσκου «συνοδευόταν» κάποτε από συνέντευξη τύπου, έξοδα παρουσίασης, έξοδα απονομών, διαφημίσεις και κόστος σε εργατοώρες από τους ανθρώπους που ασχολούνταν με την υλοποίησή του. Περασμένα μεγαλεία!

Προβολή από τα κανάλια

Αντιλαμβανόμενοι, λοιπόν, οι καλλιτέχνες το πόσο έχουν πια στενέψει τα περιθώρια, κατέφυγαν είτε στις εταιρείες-ομίλους που τουλάχιστον θα τους εξασφάλιζαν μια σχετική προβολή στα κανάλια τους, ή στις μικρές ανεξάρτητες. «Υπάρχουν πάνω από 50 μικρές εταιρείες πια που δραστηριοποιούνται στο χώρο», λέει ο Π. Δραγουμάνος.

«Και σας πληροφορώ δεν είναι ούτε οι χαμένοι ούτε και οι "εύκολοι" της υπόθεσης. Δουλεύουν κυρίως με δύο τρόπους: είτε ζητούν από τους καλλιτέχνες να τους φέρουν έτοιμο το άλμπουμ ή τους λένε θα το φτιάξουμε μαζί, αλλά από τα 500 πρώτα αντίτυπα θα πληρώσεις τα 200».

Αρα, έπειτα από μια τόσο δύσκολη χρονιά, να υποθέσουμε ότι λιγότεροι είναι φέτος και οι πρωτοεμφανιζόμενοι; «Μπα, αυτοί που θέλουν να μπουν στη δισκογραφία δεν απογοητεύονται από την κρίση. Ο αριθμός τους είναι σχεδόν 100 κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν την προσπάθεια μετά τον δεύτερο δίσκο»...*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική