Έντυπη Έκδοση

Η μετανάστευση και η αριστερά

Μάρκο ντ' Εραμο: «Για τους καπιταλιστές η ανεξέλεγκτη μετανάστευση είναι το εργαλείο για να περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων»

Το ακόλουθο άρθρο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο ντ' Εραμο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Micromega».

Για την αριστερά η μετανάστευση φαίνεται να μην αποτελεί πρόβλημα. Την θεωρεί μιαν αναπόφευκτη διαδικασία που θα βρει από μόνη της τη λύση της. Και σκέφτεται ότι όποιος αναρωτιέται για τη μετανάστευση και τις επιπτώσεις της είναι γι' αυτό το λόγο ρατσιστής.

Το θέμα όμως είναι αρκετά πιο αμφίσημο απ' όσο φαίνεται από πρώτη άποψη. Και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι θεμελιωτές του εργατικού κινήματος. Αυτοί γνώριζαν πολύ καλά ότι είναι τα αφεντικά, οι καπιταλιστές, εκείνοι που πιέζουν υπέρ της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Για τους καπιταλιστές οι μετανάστες αποτελούν τον τέλειο «εφεδρικό βιομηχανικό στρατό», το ιδεώδες εργαλείο για να περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και να μειώνουν τους μισθούς τους.

Το 1891, η κόρη του Καρλ Μαρξ Ελεονώρα έγραφε στον αμερικανό συνδικαλιστή Σάμουελ Κόμπερς: «Το πιο άμεσο ζήτημα είναι να εμποδίσουμε την εισαγωγή παράνομης εργασίας από τη μια χώρα στην άλλη, δηλαδή εργαζόμενοι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις συνθήκες της ταξικής πάλης σε μιαν ορισμένη χώρα να εισαχθούν από τους καπιταλιστές σε αυτή τη χώρα, για να μειώσουν τους μισθούς ή να επιμηκύνουν τους χρόνους εργασίας ή και για τα δύο».

Η ολική απορρύθμιση της μετανάστευσης αντιπροσωπεύει μιαν αληθινή πανάκεια για το μεγάλο κεφάλαιο. Από οικονομική και κοινωνική άποψη συμπιέζει μισθούς και διεκδικήσεις και αποδυναμώνει το μέτωπο των εργαζομένων.

Ενώ από πολιτική άποψη παροξύνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων (τους περίφημους «πολέμους στους κόλπους του λαού») για πολύτιμους πόρους, όπως κατοικίες, σχολεία για τα παιδιά, κρεβάτια στα νοσοκομεία, στρέφοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τη δεξιά και μετατρέποντας σε υστερία την αγωνία για ασφάλεια.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αντίδραση της αριστεράς είναι εκείνη που ο Καρλ Μαρξ μισούσε περισσότερο, δηλαδή είναι η αντίδραση των «ευγενικών ψυχών», για τις οποίες είναι βλάσφημο και το να θέτει κανείς το ζήτημα.

Ιδού όμως το παράδοξο, μια απορία που η ίδια η αριστερά κρύβει ντροπαλά κάτω από το χαλί της: εμείς είμαστε ενάντια στο laissez-faire σε όλα τα πεδία, παλεύουμε ενάντια στην απορρύθμιση σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, αλλά σε ένα σημείο τρέφουμε μιαν απόλυτη και φανατική πίστη στο laissez-faire και αυτό είναι η μετανάστευση. Νομίζουμε ότι γι' αυτό το θέμα το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα.

Ετσι παρακολουθούμε μια διπλή ανωμαλία: η δεξιά είναι υπέρ της ελεύθερης κυκλοφορίας των πάντων, πλην των ανθρώπινων υπάρξεων. Η αριστερά είναι υπέρ του προγραμματισμού των πάντων, αλλά όχι της ανθρώπινης γεωγραφίας μας. Εμείς θεωρούμε ότι η πολιτική μπορεί να κυβερνάει όλα τα πεδία της κοινωνίας, από την εκπαίδευση ώς την υγεία, αλλά θεωρούμε προσβλητικό να κυβερνάει τη μετανάστευση.

Αντιλαμβάνομαι ότι το να διεισδύσουμε σε αυτή την περιοχή είναι αρκετά ριψοκίνδυνο, εξαιτίας της πιθανής διολίσθησης στην ξενοφοβία, εξαιτίας του «ανθρωπολογικού προστατευτισμού» στον οποίο κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε. Αλλά το να μην αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα είναι αρκετά πιο επικίνδυνο, σχεδόν αυτοκτονικό. Η μεταναστατευτική αναρχία καταλήγει πράγματι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, εκείνη στην οποία διαιωνίζεται ο φαύλος κύκλος παρανομία/καταπίεση και στην οποία το κράτος που φιλοξενεί μετανάστες δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει κατοικίες, υποδομές, υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία, για να καταστήσει δηλαδή δυνατή την ενσωμάτωση (όχι την αφομοίωση, που είναι διαφορετικό πράγμα) των μεταναστών.

Σε αυτή την κατάσταση, το εκλογικό σώμα έχει μπροστά του δυο παρατάξεις: η μια που δίνει στο πρόβλημα μια βάρβαρη και επιπλέον υποκριτική απάντηση, δεδομένου ότι καμία κοινωνία, όσο πλούσια και αν είναι, δεν μπορεί να κάνει χωρίς μετανάστες· η άλλη παράταξη, η οποία αντίθετα αρνείται την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος ταλαντευόμενη πάντοτε ανάμεσα σε δύο άκρα.

Το ένα, διαδεδομένο κυρίως στη λεγόμενη «ριζοσπαστική» αριστερά, είναι το χωρίς διάκριση χαρωπό άνοιγμα, που παρουσιάζεται ως «φιλοξενία» (ακριβώς όπως ο ριγκανισμός έβλεπε το κλείσιμο των ψυχιατρείων ως απλό πέταγμα των ψυχικά ασθενών στο δρόμο). Το άλλο, που κυριαρχεί στη «μετριοπαθή» αριστερά, είναι ένας αδύναμος μιμητισμός, ο οποίος ακολουθεί από κοντά την ξενόφοβη δεξιά, αλλά το κάνει πιο φιλεύσπλαχνα: «παρακαλώ, όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο, με λιγότερη σκληρότητα, αν έχετε την καλοσύνη».

Κανείς όμως δεν προτείνει μια πολιτική για τη μετανάστευση. Δηλαδή ένα όραμα του μέλλοντος (τι τύπο κοινωνίας θέλουμε), ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων, νόμων, συμπεριφορών, εκστρατειών για τον προσανατολισμό και την αποδέσμευση της κοινής γνώμης από τη ρατσιστική επιρροή, για να κάνουμε έτσι ώστε οι μετανάστες να μην θεωρούνται μόνο ως κακότυχοι ταλαίπωροι που πρέπει να τους εκμεταλλευόμαστε -δηλαδή «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός», που διατηρεί το προλεταριάτο «μέσα στα όρια που ταιριάζουν απόλυτα με τη λαχτάρα για εκμετάλλευση και τη μανία για κυριαρχία του κεφαλαίου» (Μαρξ)- ούτε ως διαφορετικοί από μας, που πρέπει μόνο να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.

Και, όπως κάθε επένδυση, ως κάτι που πρέπει να προγραμματίσουμε, να αξιολογήσουμε, να σχεδιάσουμε. Με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να προσκαλούμε σε γεύμα ανοίγοντας απλώς την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά δεν μπορούμε ούτε και να προσφέρουμε ένα καλό φαγητό, αν δεν έχουμε τουλάχιστον μια ιδέα για τον αριθμό των συνδαιτυμόνων (...).*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Σημειωματάριο ιδεών