Έντυπη Έκδοση

Δυστυχώς, δεν επτωχεύσαμεν

Το δημόσιο χρέος απέβη θέμα ανησυχίας τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό τις τελευταίες εβδομάδες. Συμβάλλουν σε αυτό παράγοντες με κάθε προέλευση και κίνητρο, με νόμιμες ή και ανομολόγητες επιδιώξεις, αλλά οπωσδήποτε χωρίς τεκμηρίωση, ώστε ο ορυμαγδός στο ζήτημα του ελληνικού χρέους να αποβαίνει δυσανάλογος σε σχέση με το πραγματικό πρόβλημα.

Το φάντασμα της ελληνικής πτώχευσης επισείεται σήμερα από τις πιο απροσδόκητες πλευρές: δεν είναι μόνον οι πιστωτές του ελληνικού Δημοσίου, που εύλογα ή παράλογα ανησυχούν, δεν είναι μόνον οι εργαζόμενοι, που βρίσκονται υπό πίεση, δεν είναι μόνον η Ευρώπη, που αξιώνει άμεση και ολοσχερή συμμόρφωση της χώρας, δεν είναι μόνον ο πολιτικός χώρος, που πρόσφατα αποπέμφθηκε της εξουσίας και φλέγεται ν' αποδείξει πλάνη της λαϊκής ετυμηγορίας. Είναι ακόμη η κυβερνητική πλευρά, που φαντάζεται ότι, διογκώνοντας το βάρος του προβλήματος, αφ' ενός μεγιστοποιεί την κατηγορία κατά της προηγούμενης κυβέρνησης, αφ' ετέρου προετοιμάζει την κοινή γνώμη για ακόμη μεγαλύτερες θυσίες, με ευθύνη των προκατόχων της, έστω και αν έτσι κινδυνεύει ν' απεμπολήσει τις προεκλογικές επαγγελίες με τις οποίες έφτασε στην εξουσία. Κι ακόμη, είναι κάποιο τμήμα της εληνικής Αριστεράς, που, συγχέοντας τη φαντασίωση με την πραγματικότητα, θεωρεί ότι όσο επιδεινώνεται η οικονομία της χώρας τόσο περισσότερο αυτή πολιτικά δικαιώνεται. Το ενδεχόμενο πτώχευσης διακινείται από όλες σχεδόν τις πολιτικές παρατάξεις και το σύνολο των οικονομικών συντελεστών, ακόμη και λόγω απλής κερδοσκοπικής διάθεσης.

Με τη φράση «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν», ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης ανήγγειλε την οδυνηρή επιλογή του Δεκεμβρίου 1893, με συνέπειες τον καταστροφικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην ελληνική οικονομία. Με τη φράση «τελικώς, επτωχεύσαμεν», ανήγγειλε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος την απόφαση του Μαΐου 1932, αφού προηγουμένως είχε αντισταθεί επί εννεάμηνο στις συντριπτικές πιέσεις που απέρρεαν από τη βρετανική πτώχευση του Σεπτεμβρίου 1931. Για τον σημερινό Ελληνα πρωθυπουργό, εάν λάβουμε υπόψη τα αντικειμενικά δεδομένα, θα μπορούσε να ισχύει η φράση «δυστυχώς, δεν επτωχεύσαμεν». Η πτώχευση θα ήταν κι αυτή μια κάποια λύση... Δυστυχώς, όλα δείχνουν ότι παύση πληρωμών με μονομερή απόφαση της χώρας δεν πείθει, τόσο περισσότερο όσο η οικονομική αφερεγγυότητα παραμένει υποθετική.

Η ελληνική παθογένεια έχει πλέον ξεπεράσει όλα τα όρια: η διαπλοκή και διαφθορά, η φοροδιαφυγή μεγάλης εκτάσεως των υψηλών εισοδημάτων, η παραοικονομία και συναλλαγή. Αυτονόητο, ότι τα νοσηρά φαινόμενα πρέπει να παταχθούν άμεσα από τη ρίζα τους. Ομως, αυτή η θεραπευτική αγωγή μικρή μόνο σχέση έχει με τα επείγοντα προβλήματα που η χώρα αντιμετωπίζει: χρέος, αναπτυξιακό έλλειμμα, συρρίκνωση αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Με την τρέχουσα διεθνή οικονομική κρίση, οι ελληνικές διαρθρωτικές στρεβλώσεις δεν οξύνθηκαν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι με διαφορετικό ο καθείς υπολογισμό, αλλ' αποδυναμώθηκαν. Οι παροιμιώδεις ελληνικές υπερκαταναλωτικές δαπάνες υποχώρησαν κατά 3,6% το 2009. Ομοίως, η λεγόμενη εισαγωγική διείσδυση στη χώρα μας υποχώρησε κατά 19%, με παράλληλη στροφή της εσωτερικής ζήτησης προς εγχώρια αγαθά. Οσον αφορά το καθοριστικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με το εξωτερικό, ενώ εμφανίζεται αυξημένο σε δολάρια, στην πραγματικότητα, εάν υπολογιστεί σε ευρώ, μειώθηκε κατά 34%, σύμφωνα με την εξαμηνιαία Εκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Εάν το εξωτερικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας ως ποσοστό του ελληνικού ΑΕΠ επεκτάθηκε σε -11%, αυτό οφείλεται όχι στην αύξηση του ελλείμματος, αλλά στην κάμψη του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τον ορισμό της οικονομικής κρίσης, η επιβράδυνση ξεκινά με την ανασφάλεια των καταναλωτών, πράγμα που συνεπάγεται περικοπή καταναλωτικών δαπανών και διόγκωση της αποταμίευσης. Στην Ελλάδα, η παθογένεια οξυνόταν με την επέκταση του καταναλωτισμού μέσω πιστωτικής επέκτασης. Κατά το 2009, το νοσηρό υπόδειγμα παρουσίασε σοβαρή επιβράδυνση, με άμεση συνέπεια ότι οι διαρθρωτικές ανισορροπίες δεν επιδεινώθηκαν, αλλά υποχώρησαν. Ετσι, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν στο τελευταίο δωδεκάμηνο από 324 εκατομμύρια ευρώ σε 1.064. Το δημόσιο χρέος, που μέχρι πρόσφατα διογκωνόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό ανώτερο του 8%, κατά το τελευταίο 12μηνο δεν μεταβλήθηκε παρά κατά 1,9%. Κι ακόμη, επειδή εγείρεται μέγα ζήτημα σχετικά με το υψηλό κόστος του ελληνικού δανεισμού και το spread, δηλαδή την απόσταση αποδόσεων μεταξύ ελληνικών και γερμανικών ομολόγων, αυτό ήταν υψηλότερο καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2009, απ' ό,τι στο δεύτερο εξάμηνο που ακολούθησε. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων ξεκίνησαν το 2009 με 5,72%, για να καμφθούν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους στο 5,34%. Το spread μεταξύ ελληνικών και γερμανικών ομολόγων παρέμεινε 233 μονάδες βάσης στο πρώτο εξάμηνο, υψηλότερο από όσο είναι και σήμερα. Οι πληρωμές του ελληνικού κράτους για τοκοχρεολύσια αυξήθηκαν κατά 33% το 2007, κατά 16,5% το 2008, κατά 11% το 2009, δηλαδή δεν επιταχύνθηκαν, αλλά επιβραδύνθηκαν. Το 98% του δημόσιου χρέους οφείλεται σε ευρώ, δηλαδή στο νόμισμα της οφειλέτριας χώρας και μάλιστα σε αποταμιευτές εσωτερικού και όχι εξωτερικού. Αυτό σημαίνει ότι η αποπληρωμή του δεν θέτει πρόβλημα ανεπάρκειας συναλλάγματος, σε αντίθεση με τις περιόδους Τρικούπη και Βενιζέλου, όταν η στενότητα συναλλάγματος έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην κήρυξη πτώχευσης.

Η ελληνική οικονομία πρέπει να εξυγιανθεί, να αναβαπτισθεί, να εξαγνισθεί. Ομως, ενόσω παραμένει σε καθοδική πορεία και ακινησία, ουδεμία αναδιάρθρωση προχωρεί. Απαιτούνται πλαστικότητα και δυναμισμός, προκειμένου να ξεπεραστούν οι νοσηρές εστίες. Νέα οικονομική πολιτική, κοινωνικά δίκαιη και αποτελεσματική. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις των κυβερνώντων ούτε η απλή ηθικοποίηση των οικονομικών συντελεστών. Οι δηλώσεις γενικού χαρακτήρα, ενόσω δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέτρα, δεν βελτιώνουν, αλλ' υπονομεύουν το κλίμα εμπιστοσύνης, επιτείνουν την αβεβαιότητα, εικοτολογίες και πιέσεις από κάθε πλευρά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα