Έντυπη Έκδοση

«Στέλλα» για πάντα

Τη βραβευμένη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη προσφέρει η «Κ.Ε.» την ερχόμενη Κυριακή, ενώ θα ακολουθήσουν το «Κυριακάτικο ξύπνημα» και το «Κορίτσι με τα μαύρα»

Στέλλα, κρατάω μαχαίρι»... Η ατάκα έχει αφήσει ιστορία, έχοντας πια καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Οσο για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη με τη Μελίνα Μερκούρη, έχει κατακτήσει μια σημαντική θέση στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Η «Κ.Ε.» την ερχόμενη εβδομάδα (17/1), μαζί με το πρώτο CD του Ακη Πάνου, σας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να εμπλουτίσετε την ταινιοθήκη σας με τη θρυλική «Στέλλα». Αλλά και τις επόμενες δύο Κυριακές (24/1 και 31/1) θα προσφέρει στους αναγνώστες της δύο ακόμα σημαντικές ταινίες του Κακογιάννη: το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1954) και «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956), στις οποίες πρωταγωνιστεί το δίδυμο Ελλη Λαμπέτη-Δημήτρης Χορν.

Πρόκληση για την εποχή της

Τι να πρωτοπεί κανείς για τη «Στέλλα»! Μουσική, Μάνος Χατζιδάκις με τη συνδρομή του Βασίλη Τσιτσάνη (ποιος δεν θυμάται την αισθαντική φωνή της Μελίνας να τραγουδά «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι...» σε στίχους Κακογιάννη), σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και ηθοποιοί -τι ηθοποιοί... -Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Φούντας, Αλέκος Αλεξανδράκης. Και στο πλευρό τους η Σοφία Βέμπο, η Χριστίνα Καλογερικού, η Βούλα Ζουμπουλάκη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Τασώ Καββαδία -για να αναφέρουμε μερικούς μόνο. Η ταινία προβλήθηκε στο 8ο Φεστιβάλ των Κανών το 1955 και την ίδια χρονιά απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ.

Επειδή όμως για τους νεότερους περισσότερο γνωστή είναι η διάσημη ατάκα παρά η ίδια η ταινία (ίσως κάποιοι να έχουν συγκρατήσει και τη σπαρακτική εικόνα της Μελίνας στην αγκαλιά του Γιώργου Φούντα που, συντετριμμένος, της μπήγει βαθιά το μαχαίρι), θυμίζουμε την υπόθεσή της: Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στο κέντρο «Παράδεισος» και έχει δεσμό με τον Αλέκο, γόνο πλούσιας οικογένειας. Μία ακόμη φορά, αυτή θα είναι που θα θέσει τέρμα στο δεσμό τους, πριν φθαρεί η σχέση. Ομως ο Αλέκος θα σκοτωθεί σε ένα ατύχημα. Η Στέλλα αρχικά θα αποφύγει τη στενή πολιορκία του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίλτου. Αργότερα θα υποκύψει στη γοητεία του. Αλλά θα θέσει τους δικούς της όρους προκειμένου να συνεχιστεί η σχέση τους. Ο Μίλτος δεν θα τους συμμεριστεί...

Την εποχή εκείνη (δεκαετία του '50) το μοντέλο της γυναίκας που ενσαρκώνει η Μερκούρη φαντάζει πρωτόγνωρο και άκρως προκλητικό. Θα λέγαμε πως «εκρήγνυται» στην ελληνική κοινωνία: κόντρα στους τυποποιημένους ρόλους της γλυκερής παρθένας, του «καλού κοριτσιού» από σπίτι, της χρυσοχέρας νοικοκυράς, της άμεμπτης χήρας και της άσπιλης γεροντοκόρης, που, σε κάθε περίπτωση, ποντάρουν σε ένα (πλούσιο) γάμο, η «Στέλλα», σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης και ταυτόχρονα τραγική ηρωίδα, κερδίζει επιτέλους τη θέση της στον συντηρητικό ελληνικό κινηματογράφο: είναι ελεύθερη, θέλει να παραμείνει ελεύθερη και διεκδικεί με πάθος τον έρωτα. Και, κυρίως, είναι πρόθυμη να αναλάβει το κόστος που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή. Μέχρι τέλους.

Οπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης στον Χρήστο Σιάφκο, στη βιογραφία του «Μιχάλης Κακογιάννης σε πρώτο πλάνο» που κυκλοφόρησε πρόσφατα (εκδ. Ψυχογιός), μετά το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» «θα μπορούσα να συνεχίσω με τη Λαμπέτη και τον Χορν αλλά αποφάσισα πως ήθελα τη Μελίνα. (...) Ηταν μάγισσα, σε γοήτευε με τη ζωντάνια της. Οταν τη γνώρισα, φορούσε μια πλεχτή κόκκινη σκούφια που πλαισίωνε δύο τεράστια καστανόχρυσα μάτια. Σαν την Κοκκινοσκουφίτσα του παραμυθιού έμοιαζε. Με έπειθε για πολλά, για ένα μόνο δεν μπόρεσε να με πείσει μέχρι τέλους, για την περιβόητη σεξουαλικότητά της. Το έπαιζε νομίζω, της άρεσε να κάνει τη γόησσα. Ο Φιλοποίμην Φίνος έλεγε γι' αυτήν πως με το στόμα που είχε δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα. Ε, αυτό το στόμα εγώ το εκμεταλλεύτηκα απόλυτα».

Βασισμένη στο θεατρικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», ήταν η πρώτη ταινία της Μελίνας. Τον Φούντα, ο Μ. Κακογιάννης τον είχε δει στον κινηματογράφο. «Της τον γνώρισα κι έγινε τακτικός στα σουαρέ της (...)».

Θυμάται ακόμα τα γέλια και τις εξόδους τους με τη Μελίνα Μερκούρη. «Πηγαίναμε στα μπουζούκια στην Εθνική Οδό. Είχε πολλά τότε. Ηθελα να ρουφήξω την ατμόσφαιρα για να τη μεταφέρω στην ταινία. Ερχόταν μαζί μας κι ο Φούντας, που θεωρούσε τον εαυτό του πολύ αρσενικό».

Στα ατού της ταινίας και η Βέμπο. «Ηθελα μια γνωστή τραγουδίστρια που να μπορούσε και να παίζει. Νόμιζα αρχικά ότι είχε χάσει τη φωνή της, ενώ δεν ήταν αλήθεια. Και η Βούλα Ζουμπουλάκη είχε εξαιρετική φωνή, αλλά ντρεπόταν λιγάκι που υποδυόταν τη μπουζουκσού. Τα έκανε όλα λίγο απολογητικά. Με έπεισε να την πάρω η Μελίνα». Σε μία από τις σκηνές, «που ως συνήθως ντρεπόταν να υποδυθεί τη λαϊκή τραγουδίστρια, της παίξαμε με τον Χατζιδάκι παντομίμα το ρόλο της και παρ'ολίγον να μην γίνει γύρισμα από τα γέλια».

Το λαϊκό κέντρο ο «Παράδεισος» υπήρχε όντως στη Νεάπολη. «Ημουν πάντα της άποψης πως ήταν καλύτερο να εκμεταλλευόμαστε υπάρχοντες χώρους παρά να στήνουμε ψεύτικους».

Τοιχογραφία της Αθήνας

Οσο για το τρίστρατο που φαίνεται στο φινάλε, αγνώριστο σήμερα, σχηματίζεται από τη συμβολή των οδών Καλλιδρομίου, Πλαπούτα και Τσαμαδού. Η «Στέλλα» αποτελεί μια εξαιρετική τοιχογραφία της τότε Αθήνας.

Υπήρχε ωστόσο και μια μερίδα της κριτικής που δεν καλοδέχτηκε την ταινία: κάποιοι χαρακτήρισαν τον Κακογιάννη ως σνομπ μεγαλοαστό που δεν ήξερε το αντικείμενο το οποίο πραγματευόταν. Οπως λέει ο ίδιος στη βιογραφία του, «ανέφεραν ως παράδειγμα τους στίχους μου "τα παλικάρια παρατούνε τα ζάρια κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά", διερωτώμενοι τι γνώριζα εγώ από τα παλικάρια, που όλη την ημέρα δούλευαν και δεν έπαιζαν ούτε τάβλι ούτε τίποτα. Γελοίες κριτικές, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, που ξεχάστηκαν εντελώς».

Η «Στέλλα» πήγε στις Κάνες και δημιούργησε σάλο -τότε μάλιστα ήταν που η Μελίνα γνώρισε τον Ντασσέν. Ή μάλλον που έσπευσε αυτός να τη γνωρίσει. Κι έλαβε διθυραμβικές κριτικές. Η νεότατη τότε Ροζίτα Σώκου στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι με αφορμή την ταινία ο ελληνικός κινηματογράφος συζητήθηκε και θεωρήθηκε επιτέλους υπολογίσιμος παράγοντας στην ευρωπαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Σύμφωνα με την Ελένη Βλάχου, «η "Στέλλα" είναι ένα καλοχτισμένο μελόδραμα που διηγείται με ευφυΐα και αίσθημα την ιστορία μιας ατίθασης, υπερήφανης και αρκετά άτακτης κοπέλας, της «Στέλλας» που ζητεί να συνδυάσει τον έρωτα και την ελευθερία και να βρει μια ευτυχία χωρίς δεσμούς».

Στην περίφημη αφίσα της "Στέλλας", του Κακογιάννη, που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος και μάστορας της γιγαντοαφίσας Γιώργος Βακιρτζής, μέσα από έντονες εξπρεσιονιστικές πινελιές τονίζονται ο ερωτισμός, η περηφάνια και η μαγκιά της Μελίνας Μερκούρη. Την ίδια εποχή, οι γάλλοι ομότεχνοί του προτιμούν να προβάλλουν τη φινέτσα και το πάθος της πρωταγωνίστριας με ένα κατακόκκινο μαντίλι στο λαιμό της, ενώ η ιταλική αφίσα της ταινίας έχει την αισθητική τής Τσινετσιτά. Ο Γιώργος Πηλιχός συγκέντρωσε αυτές και πολλές ακόμα (479!) αφίσες της Μελίνας σε έναν ογκώδη, πολυτελή τόμο («Μελίνα. Κυριακή για πάντα», εκδόσεις «Κέρκυρα»).

Το βραβευμένο στο Εδιμβούργο «Κυριακάτικο ξύπνημα» που θα προσφέρουμε στους αναγνώστες μας στη συνέχεια, ήταν η πρώτη ταινία που γύρισε ο δημιουργός του «Ζορμπά» και της «Ηλέκτρας» και σημείωσε επιτυχία. Στην κομεντί αυτή, δύο πιτσιρικάδες κλέβουν τα ρούχα και μαζί το λαχείο μιας νεαρής πωλήτριας (Ε. Λαμπέτη) στη διάρκεια του κυριακάτικου μπάνιου της. Τελικά, το λαχείο το αγοράζει ένας φτωχός μουσικός (Δ. Χορν). Οταν μετά την κλήρωση συνειδητοποιεί πως το λαχείο της έχει κερδίσει, η κοπέλα θα το διεκδικήσει με πείσμα από τον μουσικό. Τελικά, θα μοιραστούν το ποσό και θα ενώσουν τις ζωές τους.

Το «Κορίτσι με τα μαύρα»

Οσο για το «Κορίτσι με τα μαύρα», που το 1956 επίσης έφτασε μέχρι της Κάνες και απέσπασε και αυτό τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας, είναι μια αμιγώς ελληνική ταινία με μια ατμόσφαιρα που σου εντυπώνεται: Ο Παύλος και ο Αντώνης φτάνουν στην Υδρα για να περάσουν μερικές μέρες ξεκούρασης. Νοικιάζουν δωμάτια στο σπίτι μιας χήρας, που ζει μαζί με την κόρη της Μαρίνα και το γιο της Μήτσο. Ο Παύλος σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι η οικογένεια είναι μια ειδική περίπτωση στο νησί, ανακαλύπτει όμως και τη θλιμμένη ομορφιά της Μαρίνας. Με τη Μαρίνα, όμως, είναι ερωτευμένοι και άλλοι άνδρες του νησιού...

Να σημειώσουμε πως πριν από λίγο καιρό εγκαινιάστηκε και το «Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» του 87χρονου δημιουργού, σε έναν υπερσύγχρονο χώρο στην οδό Πειραιώς 206. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος