Έντυπη Έκδοση

Αυτοί με το σημάδι

(Μέρος 7)

Ηταν η πρώτη φορά που σκεφτόμουν στα σοβαρά τα σημάδια πάνω στους ανθρώπους. Κάποιος μας σημάδευε για κάποιους λόγους ή αυτοσημαδευόμασταν για λόγους που μόνο εμείς ξέραμε. Από κάπου στον κόσμο ξεκινούσε κάποιος και κατέληγε μπρος στα πόδια μας ή ξεκινούσαμε εμείς από κάπου για να φτάσουμε στα πόδια κάποιου άλλου.

Στα δικά μου πόδια πρωτόφτασε ένα σπουργίτι τη μέρα που τελείωνα το Γυμνάσιο, για να μου αλλάξει ρότα και να με οδηγήσει στο δρόμο που ήμουν ταγμένος και όχι σ' εκείνον που με τάζανε οι άλλοι. Εχω ξαναγράψει γι' αυτό το σπουργίτι και θα συνεχίσω να γράφω, επειδή έγινε αιτία από κείνη τη μέρα να πάψω να κυνηγάω πουλιά και αργότερα έγινε και ορόσημο στη ζωή μου.

Τι είδους κίνητρα σπρώξανε τον παλιό μου συμμαθητή να με αναζητήσει μετά τόσα χρόνια και να με οδηγήσει στην Ελευθερία; Θερμές φιλικές σχέσεις δεν είχαμε ποτέ, απλά αναγνώριζε ο ένας τα συν και τα πλην του άλλου και παραμέναμε σε μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση. Ο Ιούλιος ήθελε να 'ναι πρώτος σε όλα και να φαίνεται. Αντίθετα, εγώ επιδίωκα να είμαι αφανής, για να μπορώ να κάνω αυτά που ήθελα να κάνω. Οι συμμαθητές μου με προστάτευαν από καρφώματα, επειδή αυτοί που έπρεπε να ξέρουν, ξέρανε, πως άμα ωφεληθώ εγώ, θα ωφεληθούν κι εκείνοι. «Σάκα» δεν κράτησα ποτέ και κουβαλούσα δυο τετράδια στην κωλότσεπη, το σημειωματάριο κι εκείνο της έκθεσης - το μόνο ακαπλάντιστο στην τάξη. Ο φιλόλογος το σιχαινόταν, μπορεί κι εμένα. Κάθε δεύτερη Δευτέρα έμπαινε στην αίθουσα με τη στίβα παραμάσχαλα και με έκφραση αηδιασμένη. Πρώτα διάβαζε δυο τρεις από τις χειρότερες εκθέσεις και μετά έπιανε την έκθεση του Ιούλιου. Πάντα ήταν τεσσεράμισι σελίδες και πάντα στην καθαρεύουσα. Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο τις διάβαζε, αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τον άκουγε - ούτε ο ίδιος ο Ιούλιος. Οταν τελείωνε, έπιανε με τα δυο δάχτυλα το δικό μου τετράδιο και το ανασήκωνε δείχνοντάς το. «Κοιτάχτε... Βρώμα και δυσωδία. Ανοίχτε όμως τα πτερύγιά σας, για ν' ακούσετε περί τίνος πρόκειται». Πάντα ήταν μια σελίδα και τέσσερις πέντε αράδες από πίσω, ποτέ παραπάνω.

Ανέκαθεν οι φίλοι μου με προμήθευαν ραβασάκια στα διαγωνίσματα και πήγαινα καλά, ώσπου φτάσαμε στην τελευταία τάξη, στο τελευταίο διαγώνισμα, που θεωρούνταν και το πιο σπουδαίο - στην Εκθεση Ιδεών.

Δηλαδή στην ειδικότητά μου. Το θέμα όμως που μας δώσανε με κατατρόμαξε και μ' έβγαλε τελείως από τα νερά μου. «Τα αγαθά της αποταμίευσης», έγραψε ο φιλόλογος στον πίνακα και κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να γράψω.

Καθόμουν στο τελευταίο θρανίο, εκεί που καθόμουν πάντα και κοιτούσα από το ανοιχτό παράθυρο τη νοικοκυρά αντίκρυ, που πότιζε τα λουλούδια της αυλής της. Σιγομασούσα κι ένα κουλούρι. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα σπουργίτι έξω κι αμέσως προσγειώθηκε στο περβάζι πλάι μου. Με κοίταξε και χοροπήδησε προς το μέρος μου. Του έστειλα ένα ψίχουλο. Το έφαγε και με ξανακοίταξε περιμένοντας. Του ξανάδωσα. Πάλι το ίδιο και ξανά το ίδιο. Εφαγε λίγα ψίχουλα ακόμη και μετά σταμάτησε. Με κοίταξε κάμποσο κι έπειτα πέταξε προς τα πέρα - τα τελευταία ψίχουλα τ' άφησ' εκεί, μάλλον για μένα. Αρχισα να γράφω γι' αυτό το σπουργίτι. Πώς ήρθε, πώς κοίταξε, πώς έφαγε, πώς με ξανακοίταξε και πώς έφυγε.

Την άλλη μέρα με φώναξαν οι καθηγητές στο γραφείο για να μου πουν ότι η έκθεσή μου είναι εκτός θέματος και γι' αυτό μηδενίζεται. Αυτό σήμαινε ότι, σύμφωνα με τον τότε νόμο του Καραμανλή, αποκλειόμουν από τα πανεπιστήμια του εξωτερικού, επειδή είχα βαθμό κάτω από 15.

Μετά πολλά χρόνια με κάλεσε το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου για μια διάλεξη. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από φοιτητόκοσμο και κάποια στιγμή με ρώτησαν για ποιο λόγο δεν σπούδασα. Τους είπα ότι και στο πανεπιστήμιό τους είχα στείλει αίτηση, όμως απορρίφτηκε γι' αυτόν και γι' αυτόν τον λόγο. Τους είπα ακόμη πόσο μέσα στο θέμα ήμουν τότε χωρίς να το καταλάβω, πράγμα που μου δίδαξε όχι ο καθηγητής αλλά ένα σπουργίτι, και μου έδειξε τον δρόμο που έπρεπε να πάρω.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου