Έντυπη Έκδοση

Αντικατοπτρισμοί της εγγύτητας και της απόστασης

Γιώργος Βέης

Από το Τόκιο στο Χαρτούμ

εκδόσεις Κέδρος, σ. 360, 22 ευρώ

Με την ασιατική του τριλογία (Ασία Ασία1/ Στην απαγορευμένη πόλη2/ Με τις Μογγόλες3) ο Γιώργος Βέης σημείωσε αναμφίβολα έναν σταθμό στην ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία: μπορούμε να πούμε ότι είναι ο σημαντικότερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της γενιάς του, και απ' όλα τα είδη του λόγου που υπηρετεί -ποίηση, κριτική, επιστολογραφία, μετάφραση- στο πεδίο αυτό έχει πιθανότατα αφήσει το πιο προσωπικό του αποτύπωμα. Διπλωμάτης καριέρας, όπως η πλειονότητα των παλαιότερων ταξιδιωτικών συγγραφέων (ή αλλιώς ναυτικοί: μόλις τα τελευταία 30 χρόνια οι Ελληνες άρχισαν να ταξιδεύουν εκτός επαγγελματικών υποχρεώσεων), υπηρέτησε χρόνια στην Ανατολική Ασία, στην Αυστραλία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και το Χονγκ Κονγκ, και ζυμώθηκε βαθιά με τους απωανατολικούς τρόπους, τα ήθη και τον πολιτισμό. Κίνα, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη, Μπαλί, Νότιος Κορέα, Ιαπωνία και Μογγολία είναι οι τόποι που έχουν ταριχευθεί στις σελίδες της τριλογίας του, σαν σπάνιες πεταλούδες στη συλλογή εντομολόγου. Γιατί η συγγραφική λειτουργία στον Γιώργο Βέη έχει κυρίως τον μηχανισμό μεγεθυντικού φακού.

Διαφαίνεται καθαρά εδώ ένα στοιχείο συγγένειας με τον απωανατολικό κόσμο, που ενδεχομένως έχει ιδιοσυγκρασιακές καταβολές και προηγείται της επαφής μαζί του (ενώ εξηγεί, αντίστροφα, το αναπόδραστο αυτής της επαφής): με όρους υφολογικούς -η ψυχολογία δεν θα 'πρεπε να μας αφορά εδώ- μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ιμπρεσιονιστικό, που είναι το ίδιο βέβαια μ' εκείνο που ορισμένοι στις μέρες μας καλούν «σημειολογία». Τα πάντα αναπηδούν μέσα από τη φευγαλέα ματιά, φαινομενικά χωρίς χρόνο, χωρίς οτιδήποτε να διακόπτει την επικράτεια της όρασης: εικόνες-ιδεογράμματα, θα 'λεγε κανείς, που έχουν εναποθηκευμένο όλο το δυνητικό -και σε τελική ανάλυση μη εξαντλήσιμο- νόημα στην επιφάνειά τους. Συνεπικουρούνται εν πρώτοις από αισθήσεις της αμεσότητας, την αφή και ιδίως τη γεύση (σε ελάχιστους συγγραφείς, παρεμπιπτόντως, η γεύση έχει τόση σπερματική δύναμη ως παραγωγός λογοτεχνικού αποτελέσματος...). Τα «ταξίδια» του Βέη δεν έχουν αφηγηματική εξέλιξη, δεν συνιστούν χρονικές ακολουθίες με αφετηρία, πλοκή και έκβαση: είναι μάλλον απέραντοι τάπητες λεπτομερειών, αλληλουχίες ισότιμων και μοναδικών στιγμών που απλώνονται απεριόριστα στον χώρο.

Παρά το αδιαμφισβήτητα συγγενές υπόστρωμα, δεν είναι ωστόσο χαϊκού. Η δυτική παιδεία του συγγραφέα προδίδεται στο γλωσσικό πλέγμα που αναδέχεται το εικονικό ερέθισμα. Η γραφή του, αντίθετα απ' ό,τι θα έμοιαζε εύλογο, βρίσκεται κατά μία έννοια στον αντίποδα της λιτότητας των μέσων, της οριακής γλωσσικής διαφάνειας που χαρακτηρίζει τη σινοϊαπωνική ποιητική. Αντί να εξαφανίζεται πίσω του, θα έλεγε κάποιος ότι ανταγωνίζεται το πράγμα, ζητάει επίμονα την αυτοβεβαίωση με την έμμονη λεξιθηρία και τον πληθωρισμό των φιλολογικών της αναφορών. Το αποτέλεσμα είναι ένας εκτεταμένος διακειμενισμός που διαθλά ασταμάτητα την παρατηρησιακή πρώτη ύλη στο σώμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας - και τα δύο πεδία αναπτύσσονται αντιστικτικά σε ένα παιχνίδι αμοιβαίου, ατέρμονου κατοπτρισμού, σαν τον ουρανό με τη θάλασσα... Τα σημεία της Ασίας γίνονται λογοτεχνικά σημεία, που έχουν τραφεί από προηγούμενα ασιατικά σημεία είτε διαφορετικής προελεύσεως συγγενή λογοτεχνικά σημεία, κι αυτά από άλλα· οι τόποι γίνονται εμβλήματα μιας αιώνιας επαναφοράς των νοημάτων μέσα στο αχανές κειμενικό σύμπαν.

Αυτή ακριβώς η ροπή μοιάζει ν' απογειώνεται κατακόρυφα στο πρώτο μέρος -την ενότητα «Τόκιο»- του βιβλίου που εξέδωσε πρόσφατα ο Γιώργος Βέης, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ. Σαν καθυστερημένο παράρτημα στα παλαιότερα «ασιατικά» γραπτά του, τα 10 σύντομα κεφάλαια που το απαρτίζουν διατηρούν όλα τα υφολογικά γνωρίσματα που σημείωσα παραπάνω, επαυξάνοντας ειδικά το τελευταίο: τα στιγμιότυπα του Τόκιο μοιάζουν να ερεθίζουν υπερβολικά τη λογοτεχνική μνήμη του συγγραφέα οδηγώντας τον να παραθέτει ακατάσχετα από ένα ομολογουμένως εντυπωσιακό εύρος διαβασμάτων - δυτικής όσο και ιαπωνικής λογοτεχνίας, αλλά και από το φιλοσοφικό γραμματολόγιο (από τον Χέγκελ ώς τον Βιτγκενστάιν και από τον Σοπενχάουερ ώς τον Μπένγιαμιν...). Οφείλεται άραγε στην κειμενική φύση της ίδιας της ιαπωνικής εκφραστικής, του ίδιου τού, αστικού όσο και παραδοσιακού, ιαπωνικού τοπίου; Ή μήπως στην απόσταση υπό την οποία γράφτηκαν τα κείμενα, όπου η μνήμη έπρεπε να προσφύγει εντονότερα απ' ό,τι συνήθως στα φιλολογικά στηρίγματα; Από τις ευτυχέστερες πάντως στιγμές, νομίζω, είναι οι παρεκτάσεις του πάνω στη συμβολική των ιαπωνικών κήπων και οι σκέψεις που αφιερώνει στο σύγχρονο φαινόμενο των χικικομόρι: των νέων δηλαδή που πετρώνουν σε ένα δωμάτιο, επί μήνες είτε και χρόνια, σε μια κατατονική άρνηση της εξωτερικής πραγματικότητας (συχνά σε ομφάλια σχέση με την οθόνη ενός υπολογιστή).

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα μιας απρόβλεπτης καμπής που πήρε η διπλωματική σταδιοδρομία του συγγραφέα μέσα στην τελευταία εξαετία. Τα υπηρεσιακά του καθήκοντα τον οδήγησαν σε ένα νέο τόπο, την Αφρική: για ένα σύντομο διάστημα στη Γιαουντέ του Καμερούν, και ύστερα τέσσερα χρόνια στο Χαρτούμ του Σουδάν. Η Αφρική, ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν ιδιοσυγκρασιών και σημείων, ήταν μια terra incognita για τον Γιώργο Βέη· ο αιφνιδιασμός του και οι σταδιακές απόπειρες οικειοποίησης καταγράφονται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου - «Αφρική», με ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στο Καμερούν και 7 στο Σουδάν. Ο κλονισμός που πρέπει να ήταν γι' αυτόν η γεωγραφική μετάβαση μαρτυρείται από την ασυνέχεια ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος του βιβλίου - όσο η δομή και ο τίτλος του μαρτυρούν την προσπάθεια να ενοποιήσει τις δύο διαμετρικές στιγμές της εμπειρίας του. Η επιζητούμενη συνέχεια αποδεικνύεται περισσότερο τομή, και αυτό αντανακλάται πρωτίστως στο ύφος.

Το «αφρικανικό» μέρος του βιβλίου αντιπροσωπεύει μιαν ανεπαίσθητη αλλαγή στους συγγραφικούς τρόπους του Βέη. Οχι ότι λείπουν τα προσωπικά υφολογικά του γνωρίσματα, κάθε άλλο· εντυπωσιάζει ωστόσο μια υποχώρηση αυτού που θ' αποκαλούσαμε φιλολογισμό χάριν μιας νέας, περισσότερο γήινης και παρθενικής όρασης των πραγμάτων. Η Αφρική επιβάλλεται, θαρρείς, με όλη τη λυτρωτική βία της υλικότητάς της εξαγνίζοντας το κουρασμένο από την αισθητική επιτήδευση βλέμμα, και το αποτέλεσμα είναι ευεργετικό στη γραφή. Όλα εδώ είναι περισσότερο απτά, περισσότερο πραγματικά. Ο ωκεανός, η τροπική βλάστηση, οι καταρρακτώδεις βροχές και η πνιγηρή υγρασία, ύπουλες αρρώστιες που καραδοκούν αλλά και η ηδονική νωχέλεια του ανθρώπινου τοπίου αντικρίζονται μ' ένα έκπληκτο, σχεδόν παιδικό μάτι. Οι συγκρίσεις με την Ασία είναι βεβαίως αναπόφευκτες, κι επανέρχονται συστηματικά - από τα τροπικά δάση στο Μπαλί και στο Καμερούν μέχρι τους γυναικείους ενδυματολογικούς κώδικες των ιαπωνίδων και των μουσουλμανίδων του Σουδάν... Το Ισλάμ εμφανίζεται σαν μια νέα επικράτεια ιδεογραμμάτων που βάζει εμπρός το γνώριμο παιχνίδι της αποκωδικοποίησης. Η έρημος και ο Νείλος γίνονται πανίσχυρα εναύσματα για μια νέα σημειολογία και νέους αποσυμβολισμούς· η κλειτοριδεκτομή άλλοτε και τώρα, η αιματηρή θυσία της καμήλας, τα ερείπια και οι εκκλησίες της Μερόης, οι σούφικοι χοροί, όλα γίνονται ψηφίδες σε ένα νέο ψηφιδωτό που ο συγγραφέας απλώνει με τον γνώριμο τρόπο, ωστόσο τώρα συνδιαλέγεται όχι αποκλειστικά με λογοτεχνικά προηγούμενα -αναπόφευκτα παρόντα, με σοφότερη όμως οικονομία-, αλλά και με την πραγματική ιστορία. Η ιστορική αφήγηση, το χρονικό, είδη παραμελημένα και μάλλον ανοίκεια παλαιότερα, μοιάζουν να εισβάλουν για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση στη γραφή του Γιώργου Βέη: παράδειγμα, η διακεκομμένη εξιστόρηση της εξέγερσης του Μάχδι, από το 1882 ώς το 1899, μέσα από εφημερίδες της εποχής και από τ' αρχεία της ελληνικής κοινότητας του Χαρτούμ.

Υπάρχουν ακόμα η σύγχρονη πολιτική, οι σφαγές στο Νταρφούρ και η γενοκτονική πολιτική του ισλαμικού Βορρά προς τον αφρικανικό Νότο - πράγματα για το οποία ο Βέης, παρ' όλη την αναμενόμενη διπλωματική του επιφύλαξη, μιλάει με ασυνήθιστη ευθύτητα, οσοδήποτε ελλειπτικά... Γενικά, μπορούμε να πούμε, η Αφρική ωφέλησε συγγραφικά τον Γιώργο Βέη, ανανεώνοντας με απρόβλεπτους τρόπους την επαφή με το ποιητικό υπέδαφος όλης της δημιουργίας του. Ενστάλαξε περισσότερη υλικότητα στη γραφή του μεταστρέφοντας κατά μία ελάχιστη, αλλά αισθητή, μοίρα τη λογοτεχνική πλεύση του. Αντί άλλου αποχαιρετισμού, το βιβλίο τελειώνει απότομα με μια προσημείωση συνέχειας. Θα τον ξανασυναντήσουμε, αναμφίβολα, σε άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, θηρευτή τού απροσδόκητου και ταξιδευτή τού πάντα σαγηνευμένου βλέμματος.

1. Κέδρος, Αθήνα 1999.

2. Κέδρος, Αθήνα 2004.

3. Κέδρος, Αθήνα 2005

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου