Έντυπη Έκδοση

Αυτοί με το σημάδι

(Μέρος 8)

Εκείνη η συνάθροιση στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου εξελίχτηκε σ' ένα παράξενο πανηγύρι, που δεν ήξερες ποιος συνέχαιρε ποιον και για ποιο λόγο. Η αρχή μπορεί να 'γινε από μένα, ίσως απ' τους δίπλα μου ή από τους φοιτητές ή κι απ' τη γυναίκα μου, δεν ξέρω.

Ηταν απόγευμα όταν αφήσαμε το ωραίο δωμάτιο του ξενοδοχείου και βγήκαμε κάτω από τον ωραίο μουντό ουρανό βαδίζοντας προς το Πανεπιστήμιο. Κάπου κάπου έπεφταν και κάνα-δυο σταγόνες, τέτοιες που ρίχνει κι ο παπάς στην εκκλησία με την αγιαστούρα για να σ' ευλογήσει. «Θα 'πρεπε να πάρουμε και τον Τζακ Ντάνιελς μαζί μας», είπα με το κεφάλι γερμένο πίσω, σαν να το 'λεγα στον ουρανό. «Τον έχω δω», γέλασε κι έφερε την τσάντα της μπρος στα μάτια μου.

Η αίθουσα ήταν κιόλας γεμάτη. Κάθισα ανάμεσα στον καθηγητή και στον μεταφραστή και τους παρακάλεσα να μεταφράζουν τα ελληνικά μου, επειδή έχω χρόνια να μιλήσω γερμανικά και μπορεί να μην τα καταφέρω. Ζήτησα και από τους φοιτητές συγγνώμη γι' αυτό και μου τη δώσανε σιωπηλοί. Πραγματικά, έτσι έγινε, μιλούσα και κάθε τόσο σταματούσα να μεταφραστώ. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αναφέρθηκα σε κάτι που με εξόργισε ή με χαροποίησε κι άρχισα να μιλώ ασταμάτητα έχοντας ξεχάσει τους μεταφραστές μου. Πιθανό να είχε να κάνει με «Τα αγαθά της αποταμίευσης», το θέμα που μας είχε βάλει τότε στην αποφοίτηση ο καθηγητής στο Γυμνάσιο και μου μηδένισε την έκθεση, επειδή έγραψα για κείνο το σπουργίτι, που αφού έφαγε από το κουλούρι μου όσα ψίχουλα έφαγε, τ' άλλα τα παράτησε και τα πέταξε πέρα.

Μιλούσα, μιλούσα, όταν ξαφνικά σταμάτησα και κοίταξα το βουβό ακροατήριο που με κοιτούσε. «Συγγνώμη», έσκυψα στους πλαϊνούς μου, «μιλάω γερμανικά ή ελληνικά;» ρώτησα σιγά. «Γερμανικά, και μάλιστα καταπληκτικά!» απάντησαν δυνατά και οι δυο μαζί γελώντας και κουνήθηκε όλη η αίθουσα από χειροκροτήματα και σφυρίγματα.

Εκανα στη γυναίκα μου νεύμα να πλησιάσει, έβαλα στο ποτήρι λίγο Τζακ και καθώς το σήκωνα εις υγείαν όλων, σκέφτηκα κι αυτούς, τους όλους. «Μήπως θέλει κανείς;» ρώτησα κρατώντας ψηλά το μπουκάλι. Ολοι θέλανε και το έδωσα σ' εκείνη για να σερβίρει. Δεν ξέρω πώς έγινε και κατάφερε να ποτίσει με μισό μπουκάλι ουίσκι τόσο κόσμο, μέχρι τότε παρόμοια θαύματα γίνονταν μόνο με ψωμιά και ψάρια, αλλά και με άδεια χέρια να περνούσε από μπροστά τους, θα τους εύφραινε και θα τους μεθούσε. Ετσι κι αλλιώς σε λίγο μεθύσαμε από άλλα πράγματα, είχαμε κατέβει πια από τα έδρανα και μιλούσαμε κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Βιβλία μου δεν υπήρχαν και μου βάζανε μπρος στη μύτη τετράδια, χαρτομάντιλα και βιβλία δικά τους για να υπογράψω. Πολλές κοπέλες που φορούσαν φούστες τις σήκωναν ψηλά κι έσκυβα στους μηρούς τους με το στιλό στο χέρι. Πάντως όσο και να έψαξα ανάμεσα στους φοιτητές, δεν βρήκα κανέναν με σημάδι στο μάγουλο. Το λέω αυτό γιατί πριν από πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη ο πρώτος Γερμανός που γνώρισα είχε ένα τέτοιο σημάδι από πάνω μέχρι κάτω. Τον ρώτησα ποιος του το έκανε και μου είπε ότι στη σχολή τους συνηθιζόταν αυτό μεταξύ μαθητών, να ξιφομαχούν δηλαδή και να σημαδεύονται, ώστε να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Αυτός μας έστειλε και στη Γερμανία για να «σωθούμε». Εναν έναν όμως, όχι όλους μαζί. Κάθε χρόνο κι από έναν, σαν να βρισκόμασταν σε πολεμικό αεροπλάνο και μας πετούσε με τη σειρά στο πεδίο της μάχης μη χαθούμε όλοι αντάμα. Οσο ο επόμενος περίμενε τη σειρά του, ο Χανς μπαινόβγαινε στο σπίτι αυτουνού τρώγοντας, πίνοντας και λέγοντας ιστορίες για τη χώρα του κι ότι τα χαρτιά όπου να 'ναι φτάνουν. Πρώτη φορά βλέπαμε άνθρωπο με τόσο ξανθά μαλλιά και τόσο γαλανά μάτια που να μοιάζει με άγγελο, γι' αυτό και τον πιστεύαμε όλοι.

Οταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο τα είπα και στη γυναίκα μου. «Ολους μας έστειλε στη χώρα του ο σημαδεμένος», κατέληξα. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησα βλέποντάς την να έρχεται κατά πάνω μου κρατώντας τη φούστα ψηλά. «Θέλω κι εγώ ένα αυτόγραφο. Ή ένα σημάδι».

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου