Έντυπη Έκδοση

Whispering behind doors

Στις τέχνες που χάνονται πρέπει να συμπεριλάβουμε το κουτσομπολιό, το οποίο χρησίμευε, κάποτε, στο να προστατεύεται η ηθική ευθυγράμμιση της κοινότητας με τα συμφωνηθέντα.

Τότε ακόμη, το μουρμουρητό προερχόταν απ' τις Ερινύες και επιτρεπόταν να του αποδίδουν οι άνθρωποι χαρακτήρα συνεπή και αγαθό. Υστερα ξέπεσε σε κάτι που θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε με τη ρηχότητα του κοινωνικού παιγνιδιού, την αδιακρισία και την κακοήθεια. Τώρα, είναι ένας απλός θόρυβος δίχως κανένα αντίκρισμα.

Ο Μπαρτ ανίχνευε το κουτσομπολιό στον Βέρθερο σαν «φωνή μαγική», ένα πεδίο όπου η χρήση των λέξεων προκαλούσε αλλοιώσεις στην ανθρώπινη μοίρα, όπως τα ξόρκια. Ομολογουμένως, δεν θα ήταν ντροπή να μιλήσουμε για λογοτεχνικό θεσμό ήδη από την εποχή του Πλάτωνα. Αργότερα, ριζωμένο στις μικρές ομάδες ανθρώπων, στις γειτονιές και στα σαλόνια, σ' εκείνες τις δίνες γνωριμιών που ενθάρρυνε η αστική συγκέντρωση των μικροπληθυσμών, επιβίωσε, μέχρι την εμφάνιση του Διαδικτύου, σαν βιοτεχνία σκανδάλων. Τέλος, και καθώς η αλήθεια των πραγμάτων άρχισε να χάνει την ενότητά της, το κουτσομπολιό έπαψε να εξυφαίνεται στα ίχνη μιας αφήγησης και περιορίστηκε υποχρεωτικά στη συκοφαντία.

Αυτό ήταν ένα πρόβλημα περισσότερο δομικό παρά ηθικό. Διότι, πλέον, σε αναλογία με τον κατακερματισμό του κόσμου, η «είδηση» έπεφτε απ' τον ουρανό, απομονωμένη απ' το σύνολο των γεγονότων στων οποίων τη διάρθρωση θα εντασσόταν φυσιολογικά, άρα συμπαρέσερνε αυτόματα στο φως τον υπαινιγμό κάποιας εγκληματικής ανορθογραφίας. Το ζήτημα εδώ ήταν η μερικότητα, δηλαδή το ότι κάτι τοποθετούνταν αυθαίρετα σε κάδρο αντί του όλου (το κουτσομπολιό καθίστατο έτσι το αντίστοιχο της πορνογραφίας, όπου η χυδαιότητα λειτουργούσε στη βάση της αποκομμένης λεπτομέρειας που είχε υποστεί μεγέθυνση). Λέγαμε ότι ο τάδε χώρισε, ο δείνα απάτησε τη γυναίκα του, ένας τρίτος είχε γίνει, από ιδιοτέλεια, κριτής της υπόληψής μας, αλλά καθώς τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονταν ξεκομμένα απ' την αλληλουχία αιτίων και αποτελεσμάτων, καταγράφονταν απευθείας σαν τα σημεία μιας αληθοφάνειας στιγματισμένης απ' το κακό. Παραδόξως, το καυστικό κουτσομπολιό, αυτό που εξασφάλιζε τη δόλια ικανοποίηση των εξαρτημένων, δεν ήταν παρά το αντίθετο εκείνου που ισχυριζόταν το ίδιο (ότι «τα λέει όλα»): ήταν μια γλώσσα επιλεκτική, ένα είδος λογοκρισίας.

Με τη νεωτερικότητα λοιπόν να επιταχύνεται και τα μέτωπα του ενδιαφέροντος να διασπώνται, τίποτα απ' όσα «μεταφέρονταν» δεν είχε αποσπαστεί από μια πλήρη αντίληψη του θέματος, δεν μετρούσε πια η απαρτιωμένη, η ολική εικόνα μιας ανθρώπινης κατάστασης, αλλά παντού ελλόχευαν ενδείξεις ασυνέπειας· όλα ήταν σκόρπια, μισές αλήθειες, υπονοούμενα, υπερβολές, παρερμηνείες, ξέφτια μιας αόριστης, μεροληπτικής εντύπωσης που είχε μολυνθεί, ανεπανόρθωτα, όχι τόσο απ' την αισχρότητα της πρόθεσης όσο απ' την αποσπασματικότητα και τις αντιφάσεις. Η ποταπή ουσία του κουτσομπολιού δεν ήταν πλέον ηθική αλλά συνδεόταν με την αδιαφορία για την ευλογοφάνεια αντικρουόμενων διαδόσεων που η μία αναιρούσε την άλλη και που σε καλούσαν να σταθείς απέναντί τους μονομερώς, δίνοντας πελώριες διαστάσεις σ' εκείνη που σε βόλευε. Εστω κι αν μιλούσες για τον εαυτό σου, όφειλες ν' ανησυχείς για την ανακρίβεια που συνεπάγονταν οι απλουστεύσεις της γλώσσας και ήταν νομίζω ο Ναμπόκοφ, στον επίλογο της Λολίτας, εκείνος που είπε, αναφερόμενος δεν θυμάμαι σε ποια μομφή της κριτικής, πως οτιδήποτε κι αν έγραφε εις απάντησιν, θα ήταν ψέμα εφόσον το κείμενο δεν θα ξεπερνούσε τις χίλιες σελίδες.

Στην ιστορική αυτή φάση, με το μεσουράνημα της αστικής τάξης, το κουτσομπολιό αναπτύχθηκε σαν ένας ολόκληρος πολιτισμός, και μάλιστα οικονομικός, γεγονός που εξάλλου συνηγορούσε στον κατακερματισμό της «πρώτης ύλης». Κυριολεκτικά, το κουτσομπολιό, η κυκλοφορία των διαδόσεων, ήταν το αντεστραμμένο είδωλο της οικονομίας, η «είδηση» ήταν το ανάποδο του χρήματος, το αντίστροφο του αντικειμένου της υλικής ανταλλαγής: για να σου δίνουν έπρεπε να μη δίνεις, για να σου λένε έπρεπε να μη λες. Οπότε οι πρωταθλητές του κουτσομπολιού έγιναν άριστοι γνώστες των τεχνικών δυσκολιών του κους κους, ζηλευτοί στην επίδειξη τακτ και στη ρητορική εμμεσότητα που απαιτούσε η επιθυμία να στάξεις λίγο δηλητήριο και στην πιο αθώα φήμη. Ο κουτσομπόλης, και μολονότι του φόρτωναν το μίασμα της παλιόγριας που παρακολουθούσε από τις γρίλιες της απέναντι παράγκας, έβρισκε μάλλον το πρότυπό του στον εστέτ της καλής κοινωνίας, του οποίου το ψυχαναγκαστικό βάσανο της διαρκούς ενασχόλησης με κάποιον ή κάποιους που αντιπαθούσε συνδυαζόταν με τα μονόκλ και τα ρολόγια τσέπης. Γι' αυτόν, που δεν θα τον υπερτιμήσουμε χαρακτηρίζοντάς τον σαν έναν Σίσυφο της πληροφόρησης, το κουτσομπολιό συνέπιπτε με την επιστήμη του κοινωνικού Λόγου. Καρικατούρα ή όχι, ο κουτσομπόλης της ανώτερης μεσαίας τάξης φρόντιζε, με δική του ταλαιπωρία, για τη συνοχή του κοινωνικού μας ιστού.

Σήμερα, όλα τα παραπάνω αποτελούν παρελθόν - ο ιστός δεν είναι πλέον κοινωνικός αλλά διαδικτυακός, η πληροφορία δεν είναι πια εχέμυθη αλλά πανταχού παρούσα και, ως εκ τούτου, άνευ συνεπειών. Η θεώρηση σύμφωνα με την οποία το Ιντερνετ ορίζεται σαν προβολή της παλιάς γειτονιάς σε παγκόσμια κλίμακα ευσταθεί μόνον εν μέρει - κατ' ουσίαν, η διαφορά είναι ριζική: στη σκηνή του ηλεκτρονικού κουτσομπολιού, δυνητικά τουλάχιστον, το δικαίωμα πρόσβασης παραχωρείται στους πάντες και αυτό, από μιαν άποψη όχι αμελητέα, αποδυναμώνει το περιεχόμενο της διάδοσης, περίπου με τον τρόπο που η εξάπλωση ενός ιού σε επίπεδο πανδημίας σημαίνει αναπόφευκτα την αποδυνάμωση της τοξικότητάς του. Μοιραία, το κουτσομπολιό χάνει τον ίδιο τον πυρήνα της ιερόσυλης γοητείας του, δηλαδή την προκαταρκτική αφοσίωση στην ιδέα ότι πρέπει να λες εκείνο ειδικά που δεν πρέπει να λέγεται. Τώρα, τα πάντα «πρέπει» να λέγονται, και λέγονται όντως, εξαιτίας ενός ψυχαναγκασμού διαφορετικής τάξεως, ο οποίος επιβάλλεται απ' το σύνολο των αυτοματισμών που συνοδεύουν την επικοινωνιακή έκρηξη.

Ανάμεσα σ' αυτά τα δύο στάδια της Ιστορίας του κουτσομπολιού, γύρω στο '80, άνοιξε μια μικρή παρένθεση ίσα ίσα για να χωρέσει το εξής άλλοθι: το κουτσομπολιό έμοιαζε ξαφνικά να ανθίσταται στην, εναρκτήρια τότε, γενικευμένη κίνηση εξατομίκευσης των πάντων. Τη στιγμή που τα σύγχρονα ήθη απαιτούσαν απ' τον καθένα να διεκδικήσει τη μοναξιά του, τη στιγμή που κάθε μορφή επιβεβλημένου Λόγου, πρωτίστως τηλεοπτικού, επέμενε κυνικά να μας πείσει να εγκαταλείψουμε τον διπλανό μας στο κελί μιας ύπαρξης καταδικασμένης στην παραίτηση απ' την επαφή με τους γύρω, η φημολογία άρχισε να επανασυντάσσεται σαν η ψυχή της παρέας, η διεστραμμένη έστω αντιπολίτευση στο εξίσου απάνθρωπο πρόσταγμα να κοιτάζει κανείς τη δουλειά του μη ασχολούμενος με τους άλλους - νοσταλγία για την εποχή που το politically correct ιδίωμα ήταν άγνωστο, όπως άγνωστη ήταν και η άλλη του όψη, τα απερίγραπτα μεσημεριανά προγράμματα της τηλεόρασης, ενώ το πνεύμα της μεγαλούπολης έμενε μακριά ένεκα ιδιοσυγκρασιακών εμποδίων όπως η ανάγκη να γνωρίζεις τις συνήθειες του γείτονα από πρώτο χέρι. Αυτή η περίοδος κράτησε ελάχιστα και μαζί της έληξε και η προστασία του κερατωμένου, ο οποίος, αν μη τι άλλο, το μάθαινε τελευταίος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Παράδοξα