Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 9)

Πρέπει να μιλήσω γι' αυτή τη γυναίκα. Πρέπει να το κάνω εγώ, επειδή η ίδια ποτέ δεν θα μιλούσε, ούτε και θ' απαιτούσε. Το πολύ πολύ, «ένα αυτόγραφο ή ένα σημάδι».

Είκοσι χρόνια με συντρόφεψε και μάλιστα τα καλύτερα και πιο δυναμικά στη ζωή ενός ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή εγώ ήμουν ο σημαδεμένος, εκείνος που είχε το σημάδι της αναγνώρισης στο πρόσωπο -εάν είχε εκείνη κάποιο σημάδι, αυτό ήταν της ομορφιάς και της φινέτσας.

Το προηγούμενο καλοκαίρι είχα γυρίσει από τη Νέα Υόρκη, όπου έμεινα στο Ναυτικό Νοσοκομείο δύο μήνες. Η αριστερή πλευρά του προσώπου μου είχε θρυμματιστεί και οι γιατροί δεν μ' άφηναν να φύγω, επειδή φοβούνταν το χειρότερο. Ομως εγώ ήξερα ότι αν πάω στην Ελλάδα και ξαπλώσω μπρούμυτα με τα μούτρα χωμένα στην καυτή άμμο, θα γιατρευτώ. Κάτι άλλο που ήξερα εγώ και δεν ήξεραν εκείνοι ήταν πως αποκλειόταν να πεθάνω, αφού δεν είχα γράψει ακόμη κανένα βιβλίο. Ισως μάλιστα, σκεφτόμουν, αυτό που έγινε, να έγινε για να γυρίσω πίσω και να στρωθώ στο γράψιμο.

Στην Αθήνα πήγα στο σπίτι μιας φίλης μου γιατρέσας, που πήγαινα όταν είχα πρόβλημα κι εκείνη το γιάτρευε αμέσως. Τη φορά αυτή όμως, τρόμαξε που με είδε. ''Παιδί μου, τι έπαθες!'' Μόλις είχα διαβεί τα 30 χρόνια, ηλικία ορόσημο για όσους σκέφτονται τον θάνατο και τη δόξα, αλλά όχι και για μένα, εγώ έπρεπε να επιζήσω για να γράψω. ''Και τι σκέφτεσαι να κάνεις, τώρα;'' ρώτησε η καλή μου φίλη, έτοιμη να συνδράμει στον πόνο μου. «Να πάω στη θάλασσα και να χωθώ στην καυτή άμμο», είπα. «Θα γιατρευτώ». Κοίταξε στο πάτωμα, σα να της έπεσε κάτι και το ψάχνει. «Ο αδερφός μου!» αναπήδησε. «Ο αδερφός μου έχει ένα μικρό σπιτάκι σ' ένα μικρό χωριό στην Κάλυμνο. Στον Εμποριό. Είναι κι αυτός γιατρός και θα σε βοηθήσει».

Ο Εμποριός έμοιαζε με έρημη ακτή, που οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει. Προτού ακόμη βγω στη στεριά, ήξερα ότι αυτός είναι ο τόπος προορισμού μου. Χωροφύλακας δεν υπήρχε, ούτε παπάς στην εκκλησία, ούτε αργόσχολοι. Μόνο μερικά παιδάκια παίζανε στη μικρή πλατεία και καμιά γιαγιά ερχόταν να πάρει νερό από το πηγάδι. Και κανένας γέρος που έπινε το ούζο του στο μπακαλοκαφενείο. Από τους γέρους έμαθα ότι οι πιο πολλοί άντρες ζούσαν σε άλλες ηπείρους και όπου να' ναι θα έρχονταν για καλοκαίρι.

Δύο μήνες έμεινα εκεί, χωρίς να μιλάω, μόνο να κολυμπώ. Το σπιτάκι ήταν προέκταση της θάλασσας και ο ιδιοκτήτης του ο γιατρός προέκταση της αδερφής του. Είχε την ίδια ευγένεια, το ίδιο χιούμορ και την ίδια ευφυΐα μ' εκείνη, έτσι που όταν δυο μήνες μετά γύρισα στην Αθήνα, δεν ήξερα σε ποιον από τους δυο μιλάω. Εκείνες τις μέρες συνάντησα στο δρόμο μια γνωστή μου ακροβάτισσα, που μιλούσε τόσο ένρινα, ώστε τη μισή λέξη την κατάπινε κι έπρεπε εσύ να βγάλεις συμπέρασμα με την άλλη μισή. Ηταν όμορφη κοπέλα και ήξερε το κουσούρι της -μπορεί γι' αυτό να διάλεξε και τέτοιο σιωπηλό επάγγελμα, που δεν χρειάζεται να μιλάς, παρά μόνο να στριφογυρνάς και να σε χειροκροτούν. Την ίδια μέρα έφευγε στην Ιταλία για λίγες παραστάσεις και με ρώτησε αν θα' θελα να βρεθούμε σε τρεις μέρες που θα επέστρεφε. Ηθελα. Εξάλλου στην κατάσταση που βρισκόμουν, ούτε εγώ μπορούσα να μιλάω καθαρά. «Νάξο τότε. Θες;» Ηθελα.

Εφυγα την άλλη κιόλας μέρα. Στη Νάξο δεν είχα πάει ποτέ και ήθελα να ξέρω δυο τρία πράματα, προτού έρθει εκείνη. Το ηλιοβασίλεμα πήγα να φάω σε μια γέρικη ταβέρνα, που είχε ένα και μόνο τραπέζι ελεύθερο. Καθώς ο γερο-ταβερνιάρης απόθετε το ψωμί, έδειξε πίσω. «Μπορούν να καθίσουν και οι δυο ξένες;» Κοίταξα -η μία τουλάχιστον δεν ήταν ξένη, ίσως σε κάποιον άλλο αιώνα είχαμε ζήσει μαζί. Βεβαιώθηκα γι' αυτό, όταν άρχισε να τρώει το ψωμί μου προσφέροντας και στη φίλη της. «Πώς σε λένε;» ρώτησα γελώντας και δείχνοντας. «Λένε». Ξαναγέλασα. «Ναι, όμως πώς σε λένε;» «Με λένε Λένε», είπε απορημένη που αμφιβάλω ή που δεν θυμάμαι το όνομά της.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου