Έντυπη Έκδοση

Μπάρμπαρα Τέιλορ

Βγαίνει στην επιφάνεια μια συλλογική αηδία απέναντι στην απληστία

Ας υποθέσουμε ότι τολμάει κάποιος να πει δημοσίως πως «η καλοσύνη είναι η μεγαλύτερη απόλαυση της ανθρωπότητας».

Η αντίδραση που θα προκαλούσε σήμερα η συγκινητική βεβαιότητα του Μάρκου Αυρήλιου αποδεικνύει ακριβώς τους πολιτισμικούς μετασχηματισμούς τούς οποίους έχει υποστεί η έννοια της καλοσύνης στο πέρασμα των αιώνων. Σε μια ηθική πραγματεία που κυκλοφόρησε τις πρώτες μέρες του 2009 στη Βρετανία, η Μπάρμπαρα Τέιλορ (διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο University of East London) και ο Ανταμ Φίλιπς (από τους κορυφαίους Βρετανούς ψυχαναλυτές, συγγραφέας του δοκιμίου περί «Μονογαμίας», που κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Νεφέλη») εξετάζουν και σχολιάζουν την εξέλιξη της έννοιας της καλοσύνης στη Δύση.

Ο στοχασμός πάνω στην έννοια της καλοσύνης δεν υπήρξε ποτέ ενασχόληση για αθώα ή αφελή παιδιά, θυμίζουν οι δύο συγγραφείς. Από τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο, έως τον Αγιο Αυγουστίνο, τον Χομπς, τον Χιουμ, τον Ανταμ Σμιθ και τον Ρουσό -ενδεικτικά- η ιστορία της φιλοσοφίας περιλαμβάνει πολλά κορυφαία μυαλά που ξόδεψαν την πολύτιμη φαιά ουσία τους για να αναρωτηθούν ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με την καλοσύνη. Αλλά το θέμα δεν έχει κλείσει -κάθε άλλο, μόλις ξανάνοιξε. «Νομίζω πως το βιβλίο μας είναι μάλλον ένα σύμπτωμα, είναι μέρος μιας μεγάλης συζήτησης που ξεκίνησε σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια, ως έκφραση της ανησυχίας, της δυσθυμίας και της απογοήτευσης για τον τρόπο ζωής μας», θεωρεί η Τέιλορ.

Λέτε πως στην εποχή μας η καλοσύνη έχει καταλήξει ταμπού. Με ποια έννοια;

«Μέχρι ενός σημείου, η καλοσύνη ήταν πάντα ταμπού, γιατί μας εμπλέκει με τους άλλους ανθρώπους με τρόπους που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Με την καλοσύνη ανοιγόμαστε στους άλλους κι αυτό μπορεί να εμπεριέχει ρίσκο. Αυτό που συνέβη στις σύγχρονες κοινωνίες της Δύσης είναι πως τα ρίσκα που συνδέονται με την καλοσύνη έχουν γίνει πολύ μεγαλύτερα -διότι ζούμε σε κοινωνίες όπου η ανταγωνιστικότητα και η επίδοση, ως αξίες, έχουν υπερισχύσει της αξίας της καλοσύνης.

Κι όχι μόνο αυτό: σήμερα η καλοσύνη, κατά μία έννοια, ποινικοποιείται. Ο καλός άνθρωπος, όταν δεν θεωρείται αφελής, κατατάσσεται στην κατηγορία εκείνων που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να πετύχουν. Υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία, αν είσαι πρόθυμος να ενδιαφερθείς για τις ανάγκες κάποιου άλλου πέρα από τον εαυτό σου, αν είσαι πρόθυμος να φανταστείς τι αισθάνεται κάποιος άλλος, τότε αυτό σημαίνει πως δεν είσαι ικανός να διακριθείς σε μια ανταγωνιστική καριέρα. Η καλοσύνη θεωρείται χαρακτηριστικό των ανθρώπων που δεν είναι συγκεντρωμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο τους».

Εχει αλλάξει ο τρόπος που ως κοινωνία νοηματοδοτούμε την έννοια της καλοσύνης; Τη θεωρούμε ασυμβίβαστη με τη φιλοδοξία;

«Ναι, ενώ ποτέ δεν ήταν αυτές οι δύο έννοιες ασυμβίβαστες. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των άλλων, δεν παραμελείς τις δικές σου. Αντιθέτως -στην πραγματικότητα, το αληθινό συμφέρον μας βρίσκεται ακριβώς στη συμπάθεια και το άνοιγμα προς τους άλλους. Οι άλλοι άνθρωποι είναι η μεγαλύτερη πηγή ολοκλήρωσης και ευτυχίας. Οπότε το πρόβλημα είναι τι γίνεται όταν ζούμε σε μια κοινωνία που καθιστά πολύ δύσκολο για εμάς να αντλήσουμε τις απολαύσεις που ξέρουμε πως συνδέονται με την ανθρώπινη καλοσύνη.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ζούμε τον θρίαμβο της θεωρίας του Τόμας Χομπς για την ανθρώπινη φύση. Θρίαμβος που εκφράστηκε με την ανάδυση διάφορων μορφών νεοφιλελευθερισμού, σε όλες τις κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Αυτό είναι για τον Χομπς το ανθρώπινο ζώο -ένα πλάσμα άπληστο και απολύτως εγωιστικό, που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την προσωπική του φήμη και επιβίωση. Παρεμπιπτόντως, ας μην ξεχνάμε πως ο Χομπς ήταν φιλόσοφος της απόγνωσης. Αυτή είναι η φύση μας και δεν έχει νόημα να το αρνούμαστε. Ομως, δεν θα βρεις ποτέ κανέναν να σου πει πως δεν πιστεύει στην καλοσύνη. Κι έτσι είναι, οι περισσότεροι είναι ειλικρινείς σε αυτό. Αλλά εκείνο που έχει συμβεί, είναι πως έχει επικρατήσει ένα είδος πολιτισμικού πεσιμισμού».

Ισως γιατί κοιτάζοντας κανείς την ιστορία του περασμένου αιώνα δυσκολεύεται να διαφωνήσει με τον Χομπς.

«Σύμφωνοι, θα ήταν έως και βλακώδες να υποκρινόμαστε πως δεν είναι έτσι. Τα τελευταία εκατό χρόνια έχουμε δει τα ανθρώπινα πλάσματα να κάνουν πράγματα που εύκολα μας οδηγούν σε απόγνωση για την ανθρώπινη φύση και τη μοίρα μας. Αλλά οφείλουμε να θυμόμαστε πως υπάρχει και άλλη όψη στην Ιστορία του περασμένου αιώνα. Και πως ακόμη και μέσα στις πιο αποτρόπαιες ώρες, στους πιο δύσκολους καιρούς, υπήρξαν ξανά και ξανά αποδείξεις της ανθρώπινης καλοσύνης. Γράφοντας για την καλοσύνη ούτε για μια στιγμή δεν προσπαθούμε να υπαινιχθούμε πως τα ανθρώπινα πλάσματα δεν είναι άπληστα και επιθετικά. Αλλά οπωσδήποτε αποκρούομε τη χομπσιανή θέση, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι είναι αποκλειστικά εγωιστές. Ποτέ δεν υπήρξε μια χρυσή εποχή, όπου οι άνθρωποι ήταν καλοί μεταξύ τους, και όλα ήταν τέλεια. Το ανθρώπινο ζώο είναι γεμάτο οργή, φθόνο και επιθετικότητα. Και ταυτόχρονα γεμάτο συμπάθεια, αγάπη και κατανόηση. Αυτό που προσπαθούμε να πούμε, είναι πως δεν πρέπει να αφεθούμε να ξεχάσουμε πως είμαστε πλάσματα αντιφατικά και πως το ένστικτο της καλοσύνης είναι πολύ πιο ισχυρό απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε. Το ερώτημα που θέτουμε είναι κατά πόσο το γνωρίζουμε αυτό και τι κάνουμε ως κοινωνία προκειμένου να καλλιεργήσουμε αυτό το χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Γιατί είναι και αυτό ο άνθρωπος».

Τι μπορούμε να κάνουμε ως κοινωνία -και όχι ως ξεχωριστά πρόσωπα- αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε το πολιτισμικό κεφάλαιο της καλοσύνης;

«Να ξεκινήσουμε θέτοντας ερωτήματα. Πώς φανταζόμαστε τους εαυτούς μας; Πώς φανταζόμαστε τη ζωή μας; Μπορούμε να αντιληφθούμε τη σημασία που έχουν κάποιες θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού μας; Μπορούμε να υποστηρίξουμε αυτές τις αξίες; Είμαστε ικανοί να συνειδητοποιήσουμε πως δεν έχουμε περιθώριο να επιτρέψουμε την υποβάθμιση και τη φθορά αυτών των αξιών; Εχει σημασία να το δούμε και να το αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία, ώστε να το εμπνεύσουμε μέσω της εκπαίδευσης στις νέες γενιές των πολιτών. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, τα παιδιά διδάσκονται να είναι πολύ ανταγωνιστικά, τους μαθαίνουν πως εκείνο που έχει σημασία είναι να είσαι ο καλύτερος, όχι να ξέρεις να συνεργάζεσαι. Ομως τα παιδιά έχουν μια πολύ ισχυρή τάση να ταυτίζονται με τους άλλους, με τα συναισθήματα, τον πόνο και τις ανάγκες τους. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πολιτισμικό περιβάλλον που θα ενθαρρύνει και θα επιβραβεύει αυτές τις τάσεις αντί να τις καταπνίγει πείθοντας τους νέους ανθρώπους ότι πρέπει να είναι πάντα νικητές. Βέβαια αυτή η εκπαιδευτική φιλοσοφία είναι μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας, καθώς τα παιδιά προετοιμάζονται για μια κοινωνία απόλυτης κυριαρχίας της αγοράς. Βέβαια τώρα οι αγορές καταρρέουν...».

Νομίζετε πως η οικονομική κρίση μπορεί να σηματοδοτεί την αρχή του τέλους αυτής της κουλτούρας;

«Το δύσκολο είναι πως έχουμε γενιές ολόκληρες ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει με οδηγό το ήθος του ανταγωνισμού και την έπαρση του νικητή. Οταν ξαφνικά το έδαφος αρχίζει να υποχωρεί κάτω από τα πόδια αυτών των ανθρώπων, τα πράγματα είναι πολύ σκληρά. Πολύ θα ήθελα να πιστέψω ότι ίσως η σημερινή συγκυρία μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να αμφισβητήσουν όσα παίρνουν δεδομένα, να αναρωτηθούν αν οι αξίες με τις οποίες ανατράφηκαν άξιζαν τον κόπο εξαρχής. Από την άλλη, όμως, η άποψή μου είναι πως αντιμέτωποι με τέτοιες δύσκολες καταστάσεις, οι άνθρωποι κατακλύζονται από πικρία και οργή, που μπορεί να ξεσπάσει ενάντια σε άλλους. Ειδικά σε κοινωνίες δραματικής ανισότητας και καθώς το βάρος της σημερινής οικονομικής ύφεσης γίνεται πολύ περισσότερο αισθητό από κάποιες συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού. Φοβάμαι πως θα δούμε απίστευτα υψηλά επίπεδα κοινωνικών συγκρούσεων -και σε συνθήκες σφοδρών κοινωνικών συγκρούσεων δεν προκύπτει πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια της καλοσύνης. Ενώ θέλω να σκέφτομαι πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αρχίσουμε να βλέπουμε πια ο ένας τον άλλον, την ίδια στιγμή δεν μπορώ να είμαι υπερβολικά αισιόδοξη».

Οταν οι κοινωνίες βυθίζονται σε βαθιά οικονομική ύφεση, αναπόφευκτο δεν είναι να αμφισβητήσουν και την ιεράρχηση των αξιών τους;

«Νομίζω πως εκείνο που βλέπουμε σήμερα στις δυτικές κοινωνίες είναι μια διάχυτη και πολύ έντονη αίσθηση ότι η κρίση στην οποία βυθιζόμαστε είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό γέννημα της απληστίας -και ξαφνικά διακρίνει κανείς μια συλλογική απέχθεια, μια συλλογική αηδία απέναντι σε τόση απληστία. Θα έλεγα, μάλιστα, πως μεγάλο μέρος του κυνισμού που χαρακτήριζε τις κοινωνίες μας τα τελευταία χρόνια, ήταν έκφραση μιας συγκαλυμμένης, ίσως και ασυνείδητης -τότε, ακόμη- απέχθειας απέναντι στη χυδαία συσσώρευση πλούτου και τη σκληρότητα. Και νομίζω πως αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι αυτή η κρυφή απέχθεια, η συγκαλυμμένη αηδία βγαίνουν πια στην επιφάνεια, καθώς ολόκληρο το σύστημα έχει αρχίσει να παρουσιάζει ρωγμές και να καταρρέει. Βιώνουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις».

Με ποια έννοια;

«Ενώ είναι μεγάλος ο πειρασμός να γυρίσουμε πίσω στο παρελθόν και να βρούμε αναλογίες με το 1929, για παράδειγμα, στην πραγματικότητα είμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που δεν έχει προηγούμενο. Αυτό που τώρα βλέπουμε, κι ενώ έχουμε μόλις αρχίζει να αισθανόμαστε τις συνέπειες της κρίσης, είναι ακριβώς πως δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια κρίση οικονομική. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια αληθινή και συγκλονιστική ιδεολογική κρίση. Μια μεγάλη πολιτισμική κρίση.

Τα τελευταία 20-30 χρόνια στη Δύση ζήσαμε τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της ελεύθερης, ανεξέλεγκτης αγοράς, έναν θρίαμβο που δεν είχε προηγούμενο. Οταν άνθρωποι που είχαν αναγάγει τις αρχές της ελεύθερης αγοράς σε θρησκεία -άνθρωποι όπως ο Αλαν Γκρίνσπαν- λένε "έκανα λάθος"... Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, η φιλοσοφία της ελεύθερης, ανεξέλεγκτης αγοράς επικράτησε παντού στη Δύση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Θεωρούνταν αδιανόητο ακόμη και να δοκιμάσεις να αμφισβητήσεις την ορθότητα αυτής της ιδεολογίας -αυτού του δόγματος.

Αλλά, πιστέψτε με, με κανέναν τρόπο δεν θα πρότεινα σαν αντίδοτο οποιαδήποτε από τις φιλοσοφίες διακυβέρνησης που είδαμε στις χώρες του ανατολικού μπλοκ στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Και δεν θα επιχειρούσα καμία σύγκριση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, γιατί και τα δύο συστήματα συνδέθηκαν με τη βάρβαρη καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και την περιθωριοποίηση αξιών όπως η κοινωνική αλληλεγγύη.

Είναι απόλυτα σίγουρο πως έχουμε πολύ σοβαρούς λόγους να είμαστε πεσιμιστές. Αλλά ο 20ός αιώνας ήταν επίσης μια εποχή κατά την οποία τα κράτη, οι κυβερνήσεις παντού στον δυτικό κόσμο ανέλαβαν -σε μια έκταση που δεν είχαμε ξαναδεί ώς τότε- την ευθύνη να φροντίσουν τους πολίτες. Το κοινωνικό κράτος ήταν τεράστια κατάκτηση. Και επιμένω πως είναι πολύ σημαντικό να το θυμόμαστε αυτό, να θυμόμαστε πως στην περίοδο που διαδέχτηκε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά δημοκρατικά οράματα, που έως τότε έμοιαζαν ουτοπικά, πήραν σάρκα κι έγιναν πραγματικότητα».

Σκέφτεστε πως ένα βιβλίο με θέμα την καλοσύνη κινδυνεύει να θεωρηθεί αφελές ή -ακόμη χειρότερα- διδακτικό;

«Ο στόχος του βιβλίου είναι να πάρει μέρος στη συζήτηση που γίνεται σήμερα, να μιλήσει και να θέσει ερωτήματα για τη σχέση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού με την κοινωνική αξία της καλοσύνης. Αν η καλοσύνη ως αξία ακούγεται σε κάποιους αφελής, αυτό από μόνο μαρτυρά κάτι σημαντικό για την κουλτούρα μας. Από την άλλη, το βιβλίο αναμφισβήτητα είναι μια ηθική πραγματεία. Και γιατί όχι; Ηθικές κρίσεις κάνουμε κάθε μέρα. Πρόθεσή μας είναι να επισημάνουμε πως έχει φτάσει η ώρα να συζητήσουμε περί ηθικής στο εσωτερικό των κοινωνιών μας. Να συζητήσουμε και πάλι. Νομίζω πως ο προβληματισμός έχει εδώ και καιρό αρχίσει να διατυπώνεται και η συζήτηση ανοίγει όλο και περισσότερο, αφορά όλο και περισσότερους ανθρώπους και χώρους.

Και δεν μιλάμε λοιπόν για μια συζήτηση περί ηθικής, κατά την οποία το ένα μέρος επιβάλλει, υποτιμάει ή απευθύνεται στο άλλο μέρος με συγκατάβαση. Υπάρχει ένα άλλο είδος στοχασμού και συζήτησης -και αυτό είναι κρίσιμο στις μέρες μας- που προκύπτει μέσα από μια πραγματική αίσθηση σύγχυσης και δυσθυμίας. Ερχεται ως αποτέλεσμα της βαθιάς απογοήτευσης που αισθάνεται ο άνθρωπος όταν συνειδητοποιεί πως όλα εκείνα που του είχαν υποσχεθεί ότι θα τον κάνουν ευτυχισμένο, ξαφνικά τού τα στερούν... Αναπόφευκτα οι άνθρωποι αρχίζουν να θέτουν ερωτήματα».

Το βιβλίο της Barbara Taylor και του Adam Philips, «On Kindness» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Penguin

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Βίοι και Πολιτείες