Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 10)

Κάποια στιγμή ο γερο-ταβερνιάρης ήρθε από πάνω μας και απόθεσε στο τραπέζι μια μεγάλη καράφα από το κρασί που πίναμε. «Σας αφήνω την μπουκάλα, εγώ πρέπει να κλείσω». Τότε μόνο συνειδητοποιήσαμε ότι η μέρα είχε περάσει, οι άνθρωποι είχαν περάσει, η νύχτα περνούσε και είχαμε μείνει μονάχοι στα σκαλιά της ταβέρνας.

Μιλούσαμε γερμανικά, δηλαδή τα κορίτσια μιλούσαν κι εγώ άκουγα. Οχι μόνο γιατί ήθελα να μάθω όσο πιο πολλά γινόταν από τη ζωή τους, όχι μόνο γιατί γοητευόμουν από το τιτίβισμά τους, αλλά και γιατί δυσκολευόμουν ν' αρθρώσω λέξεις με το στραβό μου στόμα και προπάντων λέξεις γερμανικές.

«Εσένα πώς σε λένε;» ρώτησα κάποια στιγμή λιγότερο με το στόμα και περισσότερο με τα δάχτυλα τη φίλη της φίλης μου. «Ινγκριντ», απάντησε πρόθυμα και κατάλαβα ότι έπρεπε να της βρω ένα πιο βολικό όνομα, αν ήθελα πού και πού να μιλάω μαζί της. Ηταν μικροκαμωμένη κοπέλα, όμως φαινομενικά έρρεε από πάνω της η χαρά της ζωής περισσότερο απ' ό,τι στην ψηλή κι ωραία. «Να σου πω κι εγώ πώς με λένε;» γέλασε η τελευταία, σα να έκρυβε τόση ώρα το δώρο μου. «Το είπες». «Το είπα γιατί όλοι με ρωτάνε συνέχεια πώς με λένε, γι' αυτό έκανα κι εγώ ό,τι έκανε κι ο δικός σας Οδυσσέας. Οταν τον ρώτησε ο Κύκλωπας πώς τον λένε, για να γλιτώσει απάντησε, "με λένε ο Κανένας". Χάριετ, με λένε».

Ακούστηκε σα να χάιδευε τον εαυτό της κι όταν το επανέλαβε, ακούστηκε σα να χάιδευε και το χαλασμένο μου μάγουλο. «Χάριετ...» Το επανέλαβα κι εγώ κάμποσες φορές μέσα μου, «Χάριετ... Χάριετ... Χάριετ...». Το έλεγα σα να καλούσα μια άγνωστη δύναμη να έρθει κοντά μου, αλλά εδώ επρόκειτο για μια άγνωστη ομορφιά, που σιγά σιγά με πλησίαζε.

«Πάμε να σας κεράσω;» έδειξα το μπαρ αντίκρυ, αρχίζοντας κι εγώ σιγά σιγά να πλησιάζω. «Γλυκό;» ξαναρώτησα όταν βγήκαμε από το μπαρ δείχνοντας το ζαχαροπλαστείο. Χαιρόμουν που σε όλα λέγανε, «ναι». Εμενε να κάνω την τελευταία ερώτηση κι έλπιζα ότι το γλύκισμα μες στο στόμα θα βοηθούσε. Οταν έπιασε το βαπόρι που μ' έφερνε στον μόλο, πετάχτηκαν μέσα καμιά δεκαριά τύποι, που σου πρότειναν όλοι να 'ρθεις στο σπίτι τους. Αυτός που ήρθε σε μένα, μου μίλησε για βίλα. Δεν τον πίστεψα και γέλασα, γιατί τα λεφτά που ζητούσε ήταν για στάβλο. Την άλλη στιγμή όμως πρόσθεσε: «Είναι πλάι στη θάλασσα» και τότε δέχτηκα να τον ακολουθήσω. Το σπίτι πραγματικά ήταν πλάι στη θάλασσα και πραγματικά ήταν βίλα. Κατακαίνουργη, όμως ακόμα δεν είχαν μπει όλα τα παράθυρα, όλες οι πόρτες, κι έμοιαζε με γιαπί. Σταμάτησε το αυτοκίνητο καμιά εκατοστή μέτρα μακριά και κάναμε τον υπόλοιπο δρόμο με τα πόδια. Κανονικός δρόμος δεν είχε γίνει ακόμα και περπατούσαμε πάνω σε χορτάρια, ανάμεσα σε καλαμποκιές, τσαλαβουτώντας πού και πού στις λάσπες. Αυτά όλα τα είδα με το φως του ήλιου το μεσημέρι, τώρα με το λιγοστό φως του φεγγαριού ελάχιστα πράγματα θα ξεχώριζαν.

«Πάμε σπίτι μου ν' ακούσουμε λίγη μουσική;» πρότεινα ξαφνικά. Δεν είπα «βίλα» για να μη τις τρομάξω και είπα «λίγη», γιατί πράγματι λίγη θ' ακούγαμε. Στα ταξίδια μου κουβαλούσα πάντα ένα μικρό τρανζίστορ και μερικές κασέτες κι αυτή τη φορά οι κασέτες ήταν μόνο έξι. Το πρότεινα κοιτώντας τη μια και την άλλη κι αυτές κοίταξαν η μια την άλλη. Δεν κατάλαβα με ποιον τρόπο συνεννοήθηκαν, όμως μίλησαν και οι δύο μαζί, λέγοντας το ίδιο με το ίδιο χαμόγελο: «Πάμε».

Περπατούσαμε στο μόλο κάτω από τα φώτα χωρίς να μιλάμε κι όταν μπήκαμε στα εκατό σκοτεινά μέτρα που απόμεναν για το σπίτι, μπήκα στη μέση κι έπιασα τα χέρια τους. Τις οδηγούσα προσπαθώντας να μη χτυπηθούν, να μην αγκυλωθούν, να μη λερωθούν, χαϊδεύοντας συγχρόνως τις χούφτες τους με το μεγάλο μου δάχτυλο και τρίβοντάς τες. Σε λίγο άρχισαν να κάνουν το ίδιο σε μένα και σκέφτηκα, εάν άραγε αυτή την ώρα, σ' αυτό το νησί υπάρχει κάποιος με σημάδι στα μούτρα τόσο τυχερός όσο εγώ.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου